26 Μαΐου 2025

Η Θεσσαλονίκη δεν είναι Φαρ Ουέστ

Το βράδυ του Σαββάτου, 24 Μαΐου, στο ιστορικό και πολυσύχναστο κέντρο στη Θεσσαλονίκη, εκεί όπου χτυπά η καρδιά της πόλης και διασταυρώνονται καθημερινά δεκάδες άνθρωποι, διαδραματίστηκε ένα ακόμη περιστατικό ωμής βίας που δείχνει στην επιφάνεια τα πιο ανησυχητικά σημάδια κοινωνικής αποσύνθεσης. Το συμβάν έγινε στην Πλατεία Δικαστηρίων, λίγα μόλις μέτρα πάνω από το άγαλμα του Ελευθερίου Βενιζέλου, στην οδό Αριστοτέλους — σε ένα σημείο που δεν είναι ούτε αφανές ούτε υποβαθμισμένο.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, δύο παρέες νεαρών διαδραματίστηκαν αρχικά σε έντονη φραστική αντιπαράθεση, με την οποία δεν άργησε να γίνει σε φυσική αντιπαράθεση, με πρωταγωνίστριες δύο νεαρές γυναίκες. Οι λέξεις έδωσαν τη θέση τους στις μπουνιές. Η μία εκ των δύο, σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες, προκάλεσε ανοιχτά την άλλη, με τρόπο προσβλητικό και επιθετικό. Η απάντηση δεν άργησε να έρθει ακαριαία: τα κορίτσια πιάστηκαν στα χέρια. Και όλα αυτά μπροστά στα μάτια περαστικών, οι οποίοι παρακολούθησαν έντρομοι την αψιμαχία χωρίς να αντιδρούν —ή να τολμούν— να τις χωρίσουν.

Στο περιστατικό δεν είχε συνέχεια, τουλάχιστον όχι θεσμική. Οι δύο γυναίκες απομακρύνθηκαν μόνες τους, χωρίς να εμφανιστεί κανείς ένστολος στο σημείο, ούτε να ζητηθεί συνδρομή της ΕΛ.ΑΣ. Ούτε προσαγωγές, ούτε έλεγχοι, ούτε σήμα επέμβασης. Λες και επρόκειτο για συνηθισμένη εικόνα μιας παρακμιακής καθημερινότητας. Κι όμως, πρόκειται για βία ξυλοδαρμό σε δημόσιο κεντρικότατο σημείο μιας μεγαλούπολης, που θα έπρεπε να λειτουργεί ως βιτρίνα και καθρέφτης ευνομίας.

Το ζήτημα της ανοχής στη βία και η απουσία κρατικής παρουσίας

Δεν είναι η πρώτη φορά που συναντάμε τέτοια επεισόδια στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, ούτε θα είναι η τελευταία, αν δεν υπάρξει σαφής πολιτική βούληση για την αποκατάσταση της δημόσιας τάξης. Το ερώτημα που τίθεται δεν είναι απλώς γιατί πιάστηκαν δύο κοπέλες στα χέρια. Το ερώτημα που απασχολεί είναι πώς φτάσαμε στο σημείο τέτοιες σκηνές να θεωρούνται σχεδόν αναμενόμενες και να εκτυλίσσονται σαν να πρόκειται για σκηνές ρουτίνας. Το Κράτος που είναι; Πού είναι η Αστυνομία; Ποιος φροντίζει για την ήρεμη ασφάλεια και την ευνομία στο κέντρο της δεύτερης μεγαλύτερης πόλης της χώρας;

Η απουσία οποιασδήποτε κρατικής αντίδρασης στο περιστατικό είναι αποκαλυπτική. Αν το συμβάν είχε περιοριστεί σε λεκτική αντιπαράθεση, θα μπορούσε να παρακαμφθεί. Όταν όμως μετατρέπεται σε σωματική βία μπροστά σε πολίτες, τότε δεν μπορεί να αγνοηθεί. Είναι σύμπτωμα της ευρύτερης κοινωνικής κόπωσης και έλλειψης σεβασμού σε κανόνες. Είναι η βία που ριζώνει στην καθημερινότητα, νομιμοποιείται σιωπηλά και τελικά αποδεκτή ως «νέα κανονικότητα».

Η πολιτεία όφειλε να δείξει ότι δεν κοιμάται. Όφειλε να δώσει το μήνυμα μηδενικής ανοχής, ειδικά όταν τέτοια φαινόμενα εκδηλώνονται σε τόσο συμβολικά σημεία. Ο νόμος πρέπει και οφείλει να εφαρμόζει τα δέοντα για όλους, ανεξαρτήτως ηλικίας ή φύλου, και οι πολίτες να αισθάνονται ότι προστατεύονται. Γιατί όταν η ευθύνη της προστασίας μεταβιβάζεται στην ατομική πρωτοβουλία, ανοίγει ο δρόμος για μια κοινωνία αυτοδικίας και ανταρσίας. Και αυτό, κύριοι, δεν είναι πρόοδος. Είναι οπισθοδρόμηση.