Τροχαίο στη Ρόδο: Προσωρινά κρατούμενος ο 44χρονος
Προσωρινά κρατούμενος κρίθηκε ο οδηγός της BMW στη Ρόδο, ο οποίος κατηγορείται για το θανατηφόρο τροχαίο της 17ης Μαΐου 2026 στην Εθνική Οδό Ρόδου – Λίνδου, όπου έχασαν τη ζωή τους μια μητέρα και η κόρη της.
Ο Β’ τακτικός ανακριτής Πλημμελειοδικών Ρόδου εξέδωσε ένταλμα σύλληψης σε βάρος του 44χρονου, αποδίδοντάς του φερόμενη απόπειρα αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων και παραβίαση περιοριστικού όρου που του είχε επιβληθεί μετά την αρχική απολογία του.
Η εξέλιξη αυτή αλλάζει ριζικά το μέχρι σήμερα δικονομικό καθεστώς του κατηγορουμένου, ο οποίος τελούσε ελεύθερος υπό όρους. Πλέον βρίσκεται αντιμέτωπος με προσωρινή κράτηση, ενώ η κύρια ανάκριση για το δυστύχημα παραμένει σε εξέλιξη.
Σύμφωνα με πληροφορίες, ο ανακριτής αξιολόγησε τα στοιχεία που έχουν συγκεντρωθεί και έκρινε ότι συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις για την έκδοση εντάλματος. Η απόφαση στηρίχθηκε στη φερόμενη προσπάθεια πρόσβασης σε κρίσιμα τεχνικά δεδομένα του οχήματος και στην παραβίαση του όρου που απαγόρευε κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Για την έκδοση του εντάλματος υπήρξε και η σύμφωνη γνώμη της εισαγγελέως υπηρεσίας.
Το μαύρο κουτί και η πραγματογνωμοσύνη
Παράλληλα με τη νέα δικαστική εξέλιξη, ξεκίνησε η πραγματογνωμοσύνη στον τόπο του δυστυχήματος. Ο εμπειρογνώμονας που έχει οριστεί μετέβη στο σημείο της μοιραίας σύγκρουσης, ενώ αναμένεται να εξεταστεί και ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος της BMW, το λεγόμενο «μαύρο κουτί» του αυτοκινήτου.
Από τα δεδομένα του ηλεκτρονικού συστήματος ενδέχεται να προκύψει η ταχύτητα του οχήματος στα τελευταία δευτερόλεπτα πριν από τη μετωπική σύγκρουση. Τα στοιχεία αυτά θεωρούνται κρίσιμα για την τεχνική αποτύπωση του δυστυχήματος και για τη διακρίβωση των συνθηκών κάτω από τις οποίες έχασαν τη ζωή τους οι δύο γυναίκες.
Η σημασία του ηλεκτρονικού εγκεφάλου βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο και του δεύτερου σκέλους της υπόθεσης, καθώς γύρω από αυτόν εξετάζεται η καταγγελία περί απόπειρας αλλοίωσης ή επηρεασμού αποδεικτικών στοιχείων.
Στις 20 Μαΐου 2026, μετά την απολογία του για το θανατηφόρο τροχαίο, ο 44χρονος είχε αφεθεί ελεύθερος υπό έξι περιοριστικούς όρους. Στη διάταξη του ανακριτή αναφερόταν ότι από το μέχρι τότε αποδεικτικό υλικό προέκυπταν σοβαρές ενδείξεις ενοχής για το αδίκημα της επικίνδυνης οδήγησης από την οποία προκλήθηκε θάνατος άλλων. Ο ίδιος αρνήθηκε τις κατηγορίες που του αποδίδονται, μεταξύ των οποίων η επικίνδυνη οδήγηση με θανατηφόρο αποτέλεσμα και η ανθρωποκτονία από αμέλεια κατά συρροή.
Οι όροι που του είχαν επιβληθεί περιλάμβαναν απαγόρευση εξόδου από τη χώρα, υποχρέωση εμφάνισης δύο φορές τον μήνα στο αστυνομικό τμήμα του τόπου κατοικίας του, χρηματική εγγύηση ύψους 50.000 ευρώ, αφαίρεση άδειας οδήγησης κάθε μηχανοκίνητου μέσου, απαγόρευση οδήγησης και απαγόρευση κάθε ενασχόλησης με μηχανοκίνητα μέσα.
Ο έκτος αυτός όρος, που αφορά την απαγόρευση ενασχόλησης με μηχανοκίνητα μέσα, είναι εκείνος που φέρεται να παραβιάστηκε και αποτέλεσε βασικό στοιχείο για τη νέα ανακριτική κρίση.
Η καταγγελία, η υπεράσπιση και τα ανοιχτά μέτωπα
Το σκέλος της φερόμενης απόπειρας αλλοίωσης στοιχείων άρχισε να διαμορφώνεται λίγες ώρες μετά την αρχική αποχώρηση του κατηγορουμένου από το Δικαστικό Μέγαρο. Σύμφωνα με την καταγγελία, το απόγευμα της 20ής Μαΐου 2026, ο 44χρονος φέρεται να επικοινώνησε με οδηγό εταιρείας οδικής βοήθειας, στις εγκαταστάσεις της οποίας φυλασσόταν προσωρινά το όχημα, εν αναμονή της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης.
Κατά την ίδια καταγγελία, ο κατηγορούμενος φέρεται να ζήτησε ενέργειες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στην καταστροφή στοιχείων τα οποία περιέχονται στον ηλεκτρονικό εγκέφαλο του αυτοκινήτου. Ο οδηγός, σύμφωνα με όσα έχουν αναφερθεί, αρνήθηκε να ανταποκριθεί.
Στη συνέχεια, ο 44χρονος φέρεται να επιχείρησε να προσεγγίσει και δεύτερο οδηγό της ίδιας εταιρείας μέσω τρίτου προσώπου, επικαλούμενος την ανάγκη να δουν από κοντά το όχημα και να ληφθούν φωτογραφίες. Η πλευρά των θυμάτων θεωρεί ότι η συγκεκριμένη αιτιολογία ήταν προσχηματική και ότι πραγματικός σκοπός ήταν η πρόσβαση στο κατασχεμένο αυτοκίνητο.
Ο κατηγορούμενος αρνήθηκε πλήρως όσα του αποδίδονται. Στις εξηγήσεις του φέρεται να παραδέχθηκε ότι υπήρξε επικοινωνία γύρω από το όχημα, απέδωσε όμως διαφορετικό σκοπό στις ενέργειές του. Υποστήριξε ότι επιδίωξή του ήταν η προστασία και όχι η καταστροφή των κρίσιμων τεχνικών δεδομένων.
Κατά την εκδοχή του, λάμβανε στο κινητό του διαδοχικές ειδοποιήσεις από την εφαρμογή ελέγχου της BMW, οι οποίες τον έκαναν να ανησυχήσει για πιθανό κίνδυνο ανάφλεξης του οχήματος. Με βάση αυτόν τον ισχυρισμό, υποστηρίζει ότι ζήτησε να μετακινηθεί ο ηλεκτρονικός εγκέφαλος σε ασφαλέστερο σημείο εντός του ίδιου χώρου, ώστε να μη χαθεί το κρίσιμο αποδεικτικό υλικό σε περίπτωση φωτιάς.
Καθοριστική για την ενεργοποίηση του συγκεκριμένου σκέλους υπήρξε η αίτηση που κατέθεσαν στις 22 Μαΐου 2026 στην Τροχαία οι συνήγοροι της οικογένειας των θυμάτων, Δημήτρης Βερβέρης και Τηλέμαχος Καμπούρης. Με την αίτηση ζήτησαν να εξεταστούν άμεσα οι δύο οδηγοί που φέρονται να δέχθηκαν τα σχετικά αιτήματα, επικαλούμενοι σοβαρό κίνδυνο παραβίασης και αλλοίωσης αποδεικτικών στοιχείων.
Οι ίδιοι επισήμαναν ότι η φερόμενη συμπεριφορά του κατηγορουμένου συνιστά, κατά την άποψή τους, και παραβίαση του περιοριστικού όρου που απαγορεύει κάθε ενασχόληση με μηχανοκίνητα μέσα. Στο πλευρό της οικογένειας βρίσκεται και η Κυριακούλα Δημητραδιού.
Από την πλευρά της υπεράσπισης, οι συνήγοροι Στέλιος Κιουρτζής, Δήμος Μουτάφης και Μανώλης Ζέζιος απορρίπτουν κατηγορηματικά τις αποδιδόμενες πράξεις. Σύμφωνα με τη γραμμή τους, υπάρχει βιντεοληπτικό υλικό από το εσωτερικό κύκλωμα της επιχείρησης, από το οποίο, όπως υποστηρίζουν, προκύπτει ότι ο 44χρονος δεν ασχολείται με οχήματα και παρακολουθεί τον προσωπικό του υπολογιστή, ενώ τη φροντίδα των αυτοκινήτων αναλαμβάνουν αποκλειστικά υπάλληλοι.
Η υπεράσπιση αναμένεται να κινηθεί για την ακύρωση του εντάλματος προσωρινής κράτησης, αμφισβητώντας τόσο τη βασιμότητα της φερόμενης παραβίασης όσο και την αποδιδόμενη απόπειρα αλλοίωσης στοιχείων.
Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή σε πολλά επίπεδα. Ο 44χρονος έχει δικάσιμο στις 3 Ιουλίου 2026 ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ρόδου για το σκέλος της φερόμενης προσπάθειας προσέγγισης του οχήματος, ενώ δεύτερη δικάσιμος έχει οριστεί για τις 25 Σεπτεμβρίου 2026 σχετικά με τη φερόμενη παραβίαση των περιοριστικών όρων.
Την ίδια ώρα, η κύρια ανάκριση για το θανατηφόρο τροχαίο συνεχίζεται. Τα πορίσματα της πραγματογνωμοσύνης και τα δεδομένα από τον ηλεκτρονικό εγκέφαλο της BMW αναμένεται να έχουν καθοριστικό ρόλο για την αποτύπωση της ταχύτητας, της πορείας και της δυναμικής της σύγκρουσης που στοίχισε τη ζωή σε μια 56χρονη μητέρα και την 26χρονη κόρη της.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
ΗΠΑ – Ιράν: Συμφωνία με φόντο Ορμούζ και Λίβανο
Δικαστής απέρριψε αίτημα Τραμπ για το Kennedy Center
Από τα μετρητά στον πλήρη οικονομικό έλεγχο