Φάρμακα παχυσαρκίας: Ο ΕΟΠΥΥ πληρώνει την τρύπα του «Προλαμβάνω»

Με τροπολογία που κατέθεσε στη Βουλή ο υπουργός Υγείας Άδωνις Γεωργιάδης, σε νομοσχέδιο του υπουργείου Δικαιοσύνης, επιχειρείται να κλείσει η εκκρεμότητα με την αποπληρωμή των φαρμακοποιών για τα σκευάσματα παχυσαρκίας που χορηγήθηκαν μέσω του προγράμματος «Προλαμβάνω».

Πρόκειται για φάρμακα που είχαν δοθεί σε δικαιούχους του προγράμματος και τα οποία αρχικά επρόκειτο να καλυφθούν από το Ταμείο Ανάκαμψης. Το πρόγραμμα, όμως, απεντάχθηκε, χωρίς μέχρι στιγμής να έχουν δοθεί από την κυβέρνηση σαφείς εξηγήσεις για τους λόγους αυτής της εξέλιξης.

Η αιφνιδιαστική αλλαγή άφησε εκτεθειμένους φαρμακοποιούς και ασθενείς, καθώς τα σκευάσματα είχαν ήδη χορηγηθεί για τους μήνες Μάιο και Ιούνιο. Με τη νέα ρύθμιση, η εξόφληση για το συγκεκριμένο διάστημα θα γίνει πλέον από εθνικούς πόρους και όχι από το Ταμείο Ανάκαμψης.

Ο ΕΟΠΥΥ αναλαμβάνει την αποπληρωμή

Σύμφωνα με την τροπολογία, τα κονδύλια θα μεταφερθούν από την Εθνική Κεντρική Αρχή Προμηθειών Υγείας προς τον ΕΟΠΥΥ, ώστε να πληρωθούν οι φαρμακοποιοί για τα σκευάσματα παχυσαρκίας που διέθεσαν στους δικαιούχους. Η ρύθμιση επιχειρεί να αποκαταστήσει μια οικονομική εκκρεμότητα που δημιουργήθηκε μετά τη διακοπή της χρηματοδότησης από το ευρωπαϊκό σκέλος.

Παράλληλα, προβλέπεται ότι οι φαρμακευτικές εταιρείες θα κληθούν να παράσχουν εκπτώσεις, τις οποίες θα διεκδικήσει ο ΕΟΠΥΥ. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς στο αρχικό πλαίσιο χρηματοδότησης μέσω του Ταμείου Ανάκαμψης δεν προβλέπονταν εκπτώσεις για τα συγκεκριμένα φαρμακευτικά σκευάσματα.

Με τον τρόπο αυτό, η κυβέρνηση μεταφέρει το βάρος της κάλυψης σε εθνικούς πόρους, ενώ ταυτόχρονα επιχειρεί να περιορίσει τη δαπάνη μέσω διαπραγμάτευσης με τις φαρμακευτικές εταιρείες. Το πολιτικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει: ένα πρόγραμμα που παρουσιάστηκε ως οργανωμένη παρέμβαση πρόληψης διεκόπη απότομα, δημιουργώντας ανασφάλεια σε όσους είχαν ήδη ενταχθεί.

Η τροπολογία προβλέπει επίσης ότι το πρόγραμμα θα ξεκινήσει ξανά από την 1η Σεπτεμβρίου. Αυτή τη φορά, όμως, η αποζημίωση των φαρμάκων για την παχυσαρκία θα γίνεται από τον ΕΟΠΥΥ και τα σκευάσματα θα διατίθενται μετά από διαπραγμάτευση τιμών με την αρμόδια επιτροπή.

Στον αέρα χιλιάδες ασθενείς μετά τη διακοπή

Η απότομη διακοπή του προγράμματος προκάλεσε σοβαρή αναστάτωση, καθώς χιλιάδες ασθενείς που είχαν ξεκινήσει θεραπεία με δωρεάν χορήγηση φαρμάκων για την παχυσαρκία βρέθηκαν σε καθεστώς αβεβαιότητας. Η εξέλιξη αυτή ανέδειξε για ακόμη μία φορά τα κενά στον σχεδιασμό και την εφαρμογή κυβερνητικών προγραμμάτων υγείας.

Με βάση τις πρόσφατες δηλώσεις του υπουργού Υγείας, φαίνεται ότι τη θεραπεία θα μπορούν να συνεχίσουν μόνο οι ασθενείς που είχαν ήδη ξεκινήσει να λαμβάνουν τα φάρμακα, μέχρι να συμπληρώσουν συνολικά οκτώ μηνιαίες δόσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο νέος κύκλος δεν φαίνεται να αφορά ανεξέλεγκτη ένταξη νέων δικαιούχων, αλλά κυρίως τη συνέχιση αγωγής για όσους είχαν ήδη μπει στο πρόγραμμα.

Η τροπολογία προβλέπει ακόμη ότι στον νέο κύκλο αποζημίωσης μπορούν να ενταχθούν και φάρμακα εκτός ένδειξης, εφόσον προηγηθεί σχετική έγκριση από τα αρμόδια όργανα του υπουργείου Υγείας. Η συγκεκριμένη πρόβλεψη απαιτεί αυξημένη θεσμική προσοχή, καθώς αφορά φαρμακευτικές χρήσεις που πρέπει να εγκρίνονται με αυστηρά επιστημονικά και διοικητικά κριτήρια.

Για τις λεπτομέρειες εφαρμογής, τους όρους συμμετοχής και τους δικαιούχους αναμένεται να εκδοθούν κοινές υπουργικές αποφάσεις των υπουργείων Υγείας και Οικονομικών. Μέχρι τότε, παραμένουν ανοιχτά κρίσιμα ζητήματα για το ποιοι ασθενείς θα καλυφθούν, με ποιες προϋποθέσεις και με ποια ακριβώς διαδικασία.

Η υπόθεση των φαρμάκων παχυσαρκίας δείχνει την προχειρότητα με την οποία συχνά σχεδιάζονται και επικοινωνούνται προγράμματα δημόσιας υγείας. Η κυβέρνηση καλείται να εξηγήσει γιατί ένα πρόγραμμα που είχε ενταχθεί στο Ταμείο Ανάκαμψης απεντάχθηκε χωρίς καθαρές απαντήσεις και γιατί η οικονομική εκκρεμότητα καλύπτεται εκ των υστέρων με τροπολογία σε άσχετο νομοσχέδιο.

Για τους φαρμακοποιούς, η ρύθμιση δίνει λύση στην αποπληρωμή των σκευασμάτων που ήδη χορηγήθηκαν. Για τους ασθενείς, όμως, το πρόβλημα παραμένει βαθύτερο: η πρόσβαση σε μια θεραπεία που ξεκίνησε ως οργανωμένη δημόσια παρέμβαση και στη συνέχεια σταμάτησε απότομα, αφήνοντας πίσω της αβεβαιότητα, ερωτήματα και έλλειμμα εμπιστοσύνης.