16 Σεπτεμβρίου 2026

Έρευνα Άλισον: Συγκλονιστικές μαρτυρίες στον Καναδά για βλάβες μετά τα εμβόλια COVID-19

Με έντονα φορτισμένες μαρτυρίες ολοκληρώθηκε την Παρασκευή στην Οτάβα η Έρευνα Άλισον, ύστερα από τέσσερις ημέρες καταθέσεων ανθρώπων που αποδίδουν σοβαρά προβλήματα υγείας, οικογενειακές απώλειες και ανατροπές στη ζωή τους σε ανεπιθύμητες ενέργειες μετά από εμβολιασμό κατά της COVID-19.

Οι καταθέσεις περιλάμβαναν προσωπικές ιστορίες, καταγγελίες για τον τρόπο αντιμετώπισης περιστατικών από το υγειονομικό σύστημα, αλλά και αιχμές κατά κρατικών θεσμών και μέσων ενημέρωσης. Οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί εκφράστηκαν από τους μάρτυρες στο πλαίσιο της διαδικασίας και δεν συνιστούν από μόνοι τους επιστημονική απόδειξη αιτιώδους σύνδεσης μεταξύ εμβολιασμού και των προβλημάτων που περιγράφηκαν.

Η τελευταία ημέρα άνοιξε με την κατάθεση του Νταν Χάρτμαν, πατέρα του 17χρονου Σον Χάρτμαν, ο οποίος πέθανε 33 ημέρες μετά την πρώτη δόση εμβολίου της Pfizer κατά της COVID-19. Ο πατέρας του δήλωσε ότι, πέντε χρόνια αργότερα, εξακολουθεί να επιδιώκει επίσημη αναγνώριση της υπόθεσης και απόδοση ευθυνών.

«Δεν με νοιάζει για τα χρήματα. Δεν με νοιάζει αν μου δώσουν ούτε ένα σεντ, αρκεί να ακούσω τον δικαστή να λέει ένοχος», κατέθεσε, εξηγώντας ότι για τον ίδιο δικαιοσύνη θα ήταν να αναγνωριστεί ευθύνη για αυτό που, όπως πιστεύει, οδήγησε στον θάνατο του γιου του.

Στο επίκεντρο και ο ρόλος των μέσων ενημέρωσης

Σκληρή κριτική άσκησε και ο βετεράνος δημοσιογράφος και πρώην εργαζόμενος του CBC Ρόντνεϊ Πάλμερ, κατηγορώντας τον πρώην εργοδότη του ότι κατά την περίοδο της πανδημίας εγκατέλειψε, όπως υποστήριξε, τον ελεγκτικό ρόλο της δημοσιογραφίας και υιοθέτησε σε μεγάλο βαθμό την κυβερνητική γραμμή για την COVID-19.

«Το CBC, αξίας δισεκατομμυρίων δολαρίων, μας απογοήτευσε», ανέφερε στην κατάθεσή του, ισχυριζόμενος ότι ο δημόσιος ραδιοτηλεοπτικός φορέας λειτούργησε περισσότερο ως κρατικό μέσο. Υποστήριξε ακόμη ότι αναφορές για πιθανές ανεπιθύμητες ενέργειες δεν έλαβαν την προβολή που, κατά την άποψή του, άξιζαν, την ώρα που το κυρίαρχο δημόσιο μήνυμα παρουσίαζε τα εμβόλια ως ασφαλή και αποτελεσματικά.

Στη διαδικασία κατέθεσε επίσης ο Αμερικανός καρδιολόγος Δρ. Πίτερ ΜακΚάλοχ, ο οποίος αναφέρθηκε σε ασθενείς που αντιμετώπισε και οι οποίοι απέδιδαν προβλήματα υγείας στον εμβολιασμό. Ο ίδιος ζήτησε μεγαλύτερη αναγνώριση και διερεύνηση των περιστατικών αυτών, καθώς και ανάπτυξη θεραπευτικών προσεγγίσεων για όσους αναφέρουν επίμονες ανεπιθύμητες ενέργειες.

«Χρειαζόμαστε την αναγνώριση ότι αυτοί οι τραυματισμοί από τα εμβόλια είναι πραγματικοί. Χρειαζόμαστε λογοδοσία, έρευνα και θεραπεία», δήλωσε στην έρευνα.

Προσωπικές μαρτυρίες με έντονη συναισθηματική φόρτιση

Ιδιαίτερο βάρος είχαν οι καταθέσεις Καναδών που περιέγραψαν πώς άλλαξε η καθημερινότητά τους μετά την εμφάνιση προβλημάτων υγείας τα οποία οι ίδιοι συνδέουν χρονικά με τον εμβολιασμό κατά της COVID-19.

Η Τζέιμι Ντάνιελ, διασώστης πρώτων βοηθειών, κατέθεσε ότι παρουσίασε εξουθενωτικά προβλήματα υγείας μετά τον εμβολιασμό. Όπως υποστήριξε, ενώ νοσηλευόταν, ψυχολόγος συζήτησε μαζί της το ενδεχόμενο ιατρικώς υποβοηθούμενου θανάτου, του καναδικού προγράμματος MAID.

«Δεν είχα αυτοκτονικές τάσεις. Ζητούσα βοήθεια», ανέφερε, περιγράφοντας την εμπειρία της από το σύστημα υγείας.

Ο Ρόμπερτ ταξίδεψε από τη Βρετανική Κολομβία προκειμένου να καταθέσει για όσα βίωσε, εμφανώς φορτισμένος κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Αντίστοιχα, η Τζάσμιν, νεαρή γυναίκα που επίσης αποδίδει προβλήματα υγείας στον εμβολιασμό, ήταν η τελευταία μάρτυρας της διαδικασίας.

Η ίδια περιέγραψε το κλίμα που, όπως είπε, επικρατούσε στο λύκειό της την περίοδο των εμβολιασμών. Ανέφερε ότι οι μαθητές ερωτούνταν για την εμβολιαστική τους κατάσταση, ενώ στην καφετέρια του σχολείου λειτουργούσε κλινική εμβολιασμού. «Ένιωθα σαν φυλακή για μένα», είπε αναφερόμενη στην περίοδο εκείνη.

Συνολικά, περισσότεροι από 50 μάρτυρες εμφανίστηκαν στη διάρκεια των τεσσάρων ημερών της Έρευνας Άλισον. Οι διοργανωτές υποστήριξαν ότι πάνω από 1.400 Καναδοί είχαν εκδηλώσει ενδιαφέρον να καταθέσουν.

Η διαδικασία έδωσε βήμα σε ανθρώπους οι οποίοι υποστηρίζουν ότι επί χρόνια οι εμπειρίες τους αγνοήθηκαν, αμφισβητήθηκαν ή δεν διερευνήθηκαν επαρκώς. Με τις μαρτυρίες να έχουν πλέον καταγραφεί δημόσια, το βάρος μεταφέρεται στις αρμόδιες αρχές και στους θεσμούς που καλούνται να αξιολογήσουν όσα κατατέθηκαν και να αποφασίσουν αν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση.

```