Η Τουρκία επιχειρεί να «ξηλώσει» τις διπλωματικές πρωτοβουλίες της Ελλάδας σε Συρία – Αίγυπτο – Λιβύη
Η Αθήνα έχει κάθε λόγο να κρατάει «ψηλά το ρολόι» αυτές τις μέρες. Η ξαφνική κινητικότητα της Άγκυρας στο τόξο Συρίας–Αιγύπτου–Λιβύης δεν είναι μια αλληλουχία αποσπασματικών κινήσεων, αλλά ένα συντονισμένο σχέδιο να ανατραπεί ο διπλωματικός καμβάς που με κόπο ύφανε η ελληνική διπλωματία τα τελευταία χρόνια. Στόχος, να παγιωθεί και να επεκταθεί το (παράνομο για την Αθήνα και την Ε.Ε.) Τουρκολιβυκό Μνημόνιο, να ανοίξει χώρος για ανάλογες «διευθετήσεις» με τη Συρία, και –κυρίως– να προσεταιριστεί η Αίγυπτος με ένα δέλεαρ που επανέρχεται επίμονα: μια «γενναία» θαλάσσια ζώνη που η Άγκυρα υπόσχεται στο Κάιρο, αγνοώντας τη νομική επήρεια των ελληνικών νησιών και της Κύπρου. Στο βάθος, το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας» επιχειρεί ξανά να μετατραπεί από χάρτη σε πραγματικότητα: αναδιάταξη ισορροπιών στην Ανατολική Μεσόγειο, με την Τουρκία ρυθμιστή και τους υπόλοιπους σε τροχιά προσαρμογής.
Το σήμα κινδύνου ήρθε με τρόπο αδιαμφισβήτητο στις 8 Αυγούστου, όταν ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, βρέθηκε στο Κάιρο. Επισήμως, ο εορτασμός των 100 χρόνων διπλωματικών σχέσεων έδωσε το τελετουργικό πλαίσιο. Ανεπισήμως, το μενού ήταν γεμάτο από σκληρή γεωπολιτική: επαναφορά της τουρκικής πρότασης για διμερή οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών Τουρκίας–Αιγύπτου «μεταξύ των έναντι ηπειρωτικών ακτών», δηλαδή με πλήρη αγνόηση της επήρειας των Δωδεκανήσων, της Κρήτης και, φυσικά, της Κύπρου. Πρόκειται για ιδέα με ιστορικό –φανερώθηκε την εποχή Μουμπάρακ, επανήλθε στους Αδελφούς Μουσουλμάνους του Μόρσι– και με προφανή γοητεία για το Κάιρο: «χαρίζει» μια εκτεταμένη αιγυπτιακή υφαλοκρηπίδα σε βάρος ελληνικών δικαιωμάτων. Η επιμονή, ωστόσο, της Αιγύπτου να μην κάψει γέφυρες με την Αθήνα υπήρξε μέχρι σήμερα σταθερά. Η μερική οριοθέτηση ΑΟΖ Ελλάδας–Αιγύπτου (2020) δεν ήταν προϊόν συγκυρίας, αλλά το αποτύπωμα μιας σχέσης που βαθαίνει στρατηγικά. Κι όμως, η Άγκυρα επανέρχεται. Γιατί τώρα;
Διότι η Τουρκία διαβάζει τις αντιφάσεις του περιβάλλοντος και παίζει σε πολλά ταμπλό ταυτόχρονα. Η μετωπική της ρητορική έχει φύγει από το προσκήνιο, αλλά ο αναθεωρητισμός δεν αποσύρθηκε· απλώς μετεξελίχθηκε σε ντελιβεράτο «win–win» προτάσεων με προϋποθέσεις: θέλετε ενεργειακές ροές προς την Ευρώπη; Θέλετε να γίνετε κόμβος LNG και ηλεκτρικής διασύνδεσης; Θέλετε πρόσβαση σε μεγάλα πρότζεκτ υποδομών; Εντάξει, αλλά «χωρίς εμάς δεν γίνεται». Στο ίδιο πακέτο έρχονται και τα σύμβολα ισχύος: μια ατζέντα αμυντικής συνεργασίας που, όπως διέρρευσε στον τουρκικό Τύπο, φτάνει μέχρι και σε συζήτηση για συμμετοχή της Αιγύπτου στο πρόγραμμα του τουρκικού μαχητικού πέμπτης γενιάς KAAN – ένα πρόγραμμα ακόμη σε εμβρυακό στάδιο, αλλά με το επικοινωνιακό και πολιτικό μήνυμα σαφές: «κοιτάξτε μας ξανά ως στρατηγικό εταίρο».
Η αιγυπτιακή ηγεσία έχει, βεβαίως, επίγνωση του ρίσκου. Ο Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι έχει στο παρελθόν απορρίψει ρητά τις τουρκικές προτάσεις περί «οριοθέτησης à la turca», αφήνοντας το ζήτημα για το μέλλον και μετρώντας προσεκτικά τις ευαισθησίες της Αθήνας. Το γεγονός, όμως, ότι το Κάιρο δεν δέχθηκε όλα αυτά τα χρόνια να προχωρήσει σε πλήρη οριοθέτηση ανατολικά του 25ου μεσημβρινού –παρά τις επανειλημμένες ελληνικές απόπειρες πριν και μετά το 2015– υπογραμμίζει μια διαχρονική αιγυπτιακή στάση: κρατά το φάκελο ανοιχτό ως διαπραγματευτικό εργαλείο και προς τις δύο κατευθύνσεις. Σήμερα, με την οικονομία της Αιγύπτου υπό πίεση, με την ενεργειακή γεωγραφία σε ρευστότητα και με την κρίση στη Γάζα να επηρεάζει κάθε περιφερειακό υπολογισμό, η Άγκυρα βρίσκει χώρο να ξανασερβίρει την πρότασή της με νέα σάλτσα. Στην πράξη, όμως, το Κάιρο έχει δεσμεύσεις που δύσκολα παρακάμπτονται: η μερική οριοθέτηση του 2020 με την Ελλάδα δεν είναι χαρτί μιας χρήσης, ενώ η καταγεγραμμένη αποδοκιμασία του Τουρκολιβυκού Μνημονίου προς τον ΟΗΕ δημιουργεί πολιτικό κόστος για κάθε κίνηση που θα φαινόταν να συναινεί στο αναθεωρητικό πλαίσιο της «Γαλάζιας Πατρίδας».
Στην άλλη γωνία του τριγώνου, η Συρία. Η Τουρκία υπέγραψε την περασμένη εβδομάδα συμφωνία στρατιωτικής συνεργασίας με τη μεταβατική κυβέρνηση της Δαμασκού. Για το Ισραήλ, κόκκινο πανί. Για την Άγκυρα, όμως, γεωπολιτικό έρεισμα. Η Άγκυρα ποτέ δεν έκρυψε ότι θέλει να φέρει και τη Συρία μέσα στο «μοντέλο» της λιβυκής εξίσωσης: μια οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών που θα αναπαράγει το πνεύμα του Τουρκολιβυκού Μνημονίου, αποκόπτοντας την ελληνική επήρεια και στέλνοντας μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση ότι το «precedent» 2019 μπορεί να αντιγραφεί. Η Αθήνα αντέδρασε με την πρόσκληση του υπουργού Εξωτερικών της μεταβατικής κυβέρνησης, Ασάαντ αλ Σιμπάνι. Η εξέλιξη έχει δύο αναγνώσεις. Η θετική: διατηρείται διαύλος σε μια πρωτεύουσα που επανέρχεται, αργά και βραδυπορώντας, στο περιφερειακό παιχνίδι, και μάλιστα με την προοπτική τριμερούς Ελλάδας–Συρίας–Κύπρου στο περιθώριο της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο. Η επιφυλακτική: διαρροές από τουρκικά φιλοκυβερνητικά μέσα αποδίδουν στον Σύρο ΥΠΕΞ διάθεση αποστασιοποίησης από «μπλοκ κατά της Τουρκίας». Ό,τι κι αν ισχύει, το ζητούμενο για την Αθήνα δεν είναι να μετατρέψει τη Δαμασκό σε «αντιτουρκικό προκεχωρημένο», αλλά να αποτρέψει μια κίνηση-ματ που θα νομιμοποιούσε νοηματοδοτήσεις θαλασσίων ζωνών αντίθετες με το Δίκαιο της Θάλασσας και με δικαιώματα κράτους-μέλους της Ε.Ε.
Το τρίτο μέτωπο, ίσως και το πιο εκρηκτικό, είναι η Λιβύη. Εκεί η Τουρκία παίζει «διπλό ταμπλό» με ακρίβεια χειρουργού. Από το 2019 έχει επενδύσει μονομερώς στο στρατόπεδο της Τρίπολης –με στρατιωτική στήριξη, συμβούλους, drones, ναυτικό αποτύπωμα– και εξασφάλισε το περίφημο Μνημόνιο οριοθέτησης με την τότε Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας. Σήμερα, επιχειρεί να ανοίξει δίαυλο και με την Ανατολική Λιβύη. Η επίσκεψη του επικεφαλής των τουρκικών μυστικών υπηρεσιών, Ιμπραχίμ Καλίν, στη Βεγγάζη και η συνάντησή του με τον στρατάρχη Χαλίφα Χαφτάρ δεν ήταν απλώς ένα «πρωτόκολλο». Ήταν μια δήλωση πρόθεσης: η Άγκυρα θέλει να «νομιμοποιήσει» το αποτύπωμά της και από την πλευρά που μέχρι τώρα αντιστεκόταν. Η ίδρυση τουρκικού προξενείου στη Βεγγάζη, η παρουσία της κορβέτας «TCG Kınalıada» και οι κοινές δραστηριότητες με το λιβυκό ναυτικό, οι διαδοχικές επαφές της οικογένειας Χαφτάρ με Τούρκους αξιωματούχους, όλα συνθέτουν ένα μωσαϊκό επαναπροσέγγισης. Αν επιβεβαιωνόταν το σενάριο παραχώρησης αδειών για τουρκικές έρευνες σε θαλάσσιες ζώνες μεταξύ Λιβύης και Κρήτης –σενάριο που αποκάλυψε το Bloomberg– τότε θα μιλούσαμε για κλιμάκωση με υλικές συνέπειες πάνω στον ελληνικό θαλάσσιο χώρο.
Η Αθήνα δεν μένει θεατής. Η τηλεφωνική επαφή του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον πρόεδρο Σίσι ήταν ενδεικτική της βαρύτητας που αποδίδει η ελληνική πλευρά στα σήματα από το Κάιρο. Παράλληλα, η Ελλάδα κατέθεσε στις 5 Αυγούστου ρηματική διακοίνωση στον ΟΗΕ, με την οποία απορρίπτει κάθε προσπάθεια επαναφοράς του Τουρκολιβυκού Μνημονίου και επισημαίνει την απαράδεκτη μετακίνηση της «μέσης γραμμής» προς βορρά στις συντεταγμένες που κοινοποιήθηκαν από λιβυκής πλευράς, με επικάλυψη ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ νότια της Κρήτης. Το μήνυμα είναι διπλό: νομική εγρήγορση στο πεδίο των διεθνών οργανισμών και πολιτική εγρήγορση με συνεχείς επαφές τόσο με την Τρίπολη όσο και με τη Βεγγάζη. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα στην Κρήτη για 25 αξιωματικούς της Ακτοφυλακής της Βεγγάζης –μια κίνηση χαμηλού προφίλ, αλλά υψηλού συμβολισμού, που δημιουργεί λειτουργικές γέφυρες με την Ανατολική Λιβύη με πρώτο στόχο την αντιμετώπιση της παράνομης μετανάστευσης.
Στον πυρήνα όλων αυτών βρίσκεται η μεγάλη απειλή: αν η Τουρκία καταφέρει να τραβήξει την Αίγυπτο, έστω και σε «συζητήσεις» για θαλάσσιες ζώνες με το τουρκικό υπόδειγμα ως οδηγό, αν η Συρία μπει στη «σφαίρα» ενός συμφωνημένου πλαισίου που αναπαράγει το μοντέλο Λιβύης, αν η Ανατολική Λιβύη νομιμοποιήσει εμπράκτως το αφήγημα του Μνημονίου με έρευνες ή με κοινοβουλευτικές κυρώσεις, τότε η ισορροπία δυνάμεων στην Ανατολική Μεσόγειο θα μετατοπιστεί. Δεν πρόκειται μόνο για νομικές παραβιάσεις ή για χαρτογραφικά παιχνίδια. Πρόκειται για διαμορφωμένα τετελεσμένα, για «εθισμούς» διεθνών δρώντων σε μια πραγματικότητα όπου το διεθνές δίκαιο αντικαθίσταται de facto από την ισχύ και την ερμηνεία της. Από αυτή την άποψη, ο χρόνος δεν τρέχει απλώς: συμπιέζεται.
Τι κάνει –και τι μπορεί να κάνει– η Ελλάδα; Πρώτον, διατηρεί και βαθαίνει τη στρατηγική σχέση με την Αίγυπτο. Δεν είναι ώρα για δημόσιες θριαμβολογίες ούτε για φανταχτερά «κοινά ανακοινωθέντα». Είναι ώρα για πειστικές απαντήσεις στα «τι παίρνω» του Καΐρου: ενεργειακή συνεργασία που να αποτυπώνεται σε έργα (ηλεκτρικές διασυνδέσεις, LNG, συμμετοχή σε μελλοντικά projects με ευρωπαϊκή στήριξη), αμυντική συνεννόηση χαμηλού θορύβου αλλά υψηλού αντίκτυπου, αξιοποίηση της ελληνικής θέσης εντός Ε.Ε. για ευνοϊκότερη μεταχείριση αιγυπτιακών προτεραιοτήτων. Η μερική οριοθέτηση του 2020 ήταν μόνο η αρχή· η συζήτηση για αμφίπλευρη επέκταση παραμένει επιθυμία στο Κάιρο – έστω «όχι τώρα» – και οφείλει να προστατευτεί ως ορίζοντας.
Δεύτερον, κρατά ανοιχτό και θεσμικά ορατό τον δίαυλο με τη Συρία. Η τριμερής με Κύπρο δεν είναι πανάκεια, αλλά είναι εργαλείο. Όσο η Δαμασκός επιδιώκει διεθνές «rebranding» μετά την καταστροφική δεκαετία, τόσο περισσότερο έχει ανάγκη νόμιμες, πολυμερείς πλατφόρμες. Η Ελλάδα, μέλος της Ε.Ε. και του Συμβουλίου Ασφαλείας του ΟΗΕ αυτή την περίοδο, μπορεί να προσφέρει τέτοιες πλατφόρμες – με την αυτονόητη κόκκινη γραμμή ότι κάθε σκέψη οριοθέτησης στο «πνεύμα» της Άγκυρας θα συναντήσει οριζόντια αντίδραση στις Βρυξέλλες.
Τρίτον, με τη Λιβύη χρειάζεται «διπλή γλώσσα» και διπλή ταχύτητα. Με την Τρίπολη, επίμονη νομική αντιπαράθεση για το Μνημόνιο και κάθε απόπειρα «αναβίωσής» του, αδιαπραγμάτευτη θέση για τις συντεταγμένες που επικάθονται σε ελληνική υφαλοκρηπίδα, αλλά και προσφορά συνεργασίας σε θέματα κοινού πρακτικού ενδιαφέροντος (μετανάστευση, ασφάλεια θαλάσσιων γραμμών). Με τη Βεγγάζη, συνέχιση της ήπιας διπλωματίας των επαφών και των πρακτικών προγραμμάτων – όπως η εκπαίδευση του λιβυκού λιμενικού – ώστε να μην περάσει το μήνυμα ότι «όποιος δεν είναι με την Τουρκία, είναι απομονωμένος». Στο ίδιο καλάθι εντάσσονται και οι προγραμματισμένες επισκέψεις του υιού Χαφτάρ, Ελσάδικ, και του προέδρου της Βουλής, Αγκίλα Σάλεχ, στην Αθήνα: όχι φωτογραφίες για το αρχείο, αλλά συζητήσεις με βάθος, με προσφορές και αιτήματα που να δημιουργούν πραγματικές γέφυρες.
Τέταρτον, ενεργοποίηση των πολυμερών εργαλείων στα όρια του δυνατού. Η συμμετοχή της Ελλάδας στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ, η συνεκτικότητα της ευρωπαϊκής πολιτικής για τη Λιβύη (όσο υπάρχει), οι τριμερείς και τετραμερείς σχηματισμοί της Ανατολικής Μεσογείου, η «λέσχη» των χωρών που έχουν συμφέροντα σε σταθερές AΟΖ και ασφαλείς θαλάσσιες ροές – όλα αυτά είναι χρήσιμα μόνο αν αποκτήσουν περιεχόμενο και συχνότητα. Η Άγκυρα κινείται μεθοδικά: κάθε εβδομάδα ένα ραντεβού, ένα λιμάνι, μια διαρροή, μια άσκηση, μια κουβέντα για drones, μια αναφορά στο KAAN. Η Αθήνα δεν μπορεί να απαντάει μόνο με ρηματικές διακοινώσεις και ανακοινώσεις. Χρειάζεται «βιορυθμό» που θα φαίνεται.
Στο μεταξύ, ο χρόνος κυλά και η πληθυντική πραγματικότητα της περιοχής παράγει καθημερινά μικρά τετελεσμένα. Η ελληνική διπλωματία το αντιλαμβάνεται και δείχνει να κινείται. Η πρόσκληση στον Σύρο ΥΠΕΞ και η προοπτική τριμερούς με Κύπρο, το πρόγραμμα εκπαίδευσης Λίβυων αξιωματικών στην Κρήτη, οι συνεχείς επαφές με το Κάιρο, οι αναμενόμενες επισκέψεις από Βεγγάζη, συνθέτουν μια εικόνα εγρήγορσης. Αλλά το διακύβευμα είναι μεγαλύτερο από το άθροισμα των ραντεβού. Η Άγκυρα δοκιμάζει –και συχνά επιτυγχάνει– να «κλειδώσει» αφηγήματα ως πραγματικότητα: ότι ο EastMed είναι «νεκρός», ότι τα μεγάλα data corridors «δεν περνούν χωρίς τουρκική συναίνεση», ότι ο ενεργειακός χάρτης θα είναι τουρκικό χαρτί στην τράπουλα, όχι ελληνικό ή κυπριακό. Και ταυτόχρονα, να σπρώξει το πλαίσιο του Δικαίου της Θάλασσας προς την κατεύθυνση της «ευελιξίας» – εκεί όπου οι «ειδικές περιστάσεις» και η «αναλογικότητα» παρερμηνεύονται ως προμετωπίδα απομείωσης της νησιωτικής επήρειας.
Στο εσωτερικό της Αιγύπτου, η συζήτηση για το «τι δίνει και τι παίρνει» από κάθε πλευρά είναι ανοιχτή. Η οικονομία θέλει ανάσα, οι επενδύσεις και οι ροές κεφαλαίων έχουν βάρος, ο ρόλος της χώρας ως περιφερειακού κόμβου ενέργειας και logistics είναι στόχος πολλών ετών. Η Τουρκία το ξέρει και κτυπά εκεί που πονάει. Η Ελλάδα οφείλει να μην προσέλθει με «ηθικολογία», αλλά με σχέδιο: συνδυασμός έργων, χρηματοδοτήσεων, ρεαλιστικών χρονοδιαγραμμάτων και εγγυήσεων. Η μερική οριοθέτηση του 2020 δεν είναι «τελεία». Είναι κόμμα – και προοίμιο. Ακόμα κι αν η πλήρης οριοθέτηση «δεν είναι επί του παρόντος», το σημαντικό είναι να μείνει ως κοινός ορίζοντας που δεν θα υποκατασταθεί από εναλλακτικές γραμμές της Άγκυρας.
Στη Συρία, ο πραγματισμός είναι το μόνο αντίδοτο στον κίνδυνο ατυχημάτων. Η Αθήνα δεν έχει την πολυτέλεια ούτε να προσεγγίζει τη Δαμασκό με ιδεολογικά φίλτρα ούτε να περιμένει ότι θα «διαλέξει» ξεκάθαρα στρατόπεδο. Μπορεί όμως να δείχνει σταθερά τι συνεπάγεται η νόμιμη οριοθέτηση, πώς η συμμετοχή σε τριμερείς με κράτη-μέλη της Ε.Ε. «ξεπλένει» διεθνές προφίλ, πώς η εμπλοκή της Τουρκίας σε θαλάσσιες ζώνες με λογικές Λιβύης δημιουργεί προβλήματα στους ίδιους τους γείτονες της Συρίας. Στην περιοχή αυτή, το μαλακό ισοδύναμο ισχύος (soft power) μετρά περισσότερο από όσο νομίζουμε.
Στη Λιβύη, το ευρωπαϊκό σκέλος είναι κρίσιμο. Η Ελλάδα έχει κάθε λόγο να πιέσει για συνοχή στις Βρυξέλλες, σε μια συγκυρία όπου η ειδική απεσταλμένη του ΟΗΕ αναζητεί πολιτική φόρμουλα για ενιαία κυβέρνηση, εκλογικό νόμο και κάλπες. Κάθε κίνηση «νομιμοποίησης» του Τουρκολιβυκού Μνημονίου –είτε από τη Δύση είτε από την Ανατολή της χώρας– οφείλει να έχει κόστος. Αυτό προϋποθέτει συντονισμό με τους «μεγάλους» της περιοχής (Γαλλία, Ιταλία), διαρκή ενημέρωση συμμάχων πέραν της Ε.Ε. (ΗΠΑ, Αίγυπτος, ΗΑΕ), αλλά και προσφορές συνεργασίας στη Λιβύη που δεν θα θυμίζουν απλώς «αντι-Τουρκία», αλλά προτάσεις με δική τους αξία.
Όλα τα παραπάνω δεν αναιρούν την προσήλωση στο αυτονόητο: ότι το Δίκαιο της Θάλασσας είναι η μόνη σταθερή πυξίδα. Η Ελλάδα δεν θα κερδίσει πόντους αντιγράφοντας το «επαναστατικό» εγχειρίδιο της Άγκυρας. Θα κερδίσει μόνο αν καταφέρει να δείξει στο πεδίο –όχι μόνο στα χαρτιά– ότι η νομιμότητα έχει συνέπειες, ότι η συνεργασία παράγει έργα, ότι η σταθερότητα αποδίδει μετρήσιμα οφέλη. Οι ρηματικές διακοινώσεις και τα «non-papers» έχουν τη θέση τους. Αλλά τη μάχη σε Κάιρο, Δαμασκό και Βεγγάζη θα την κρίνουν οι απαντήσεις στα τρία πρακτικά ερωτήματα που θέτει κάθε συνομιλητής: τι μου ζητάς, τι μου δίνεις, τι εγγυάσαι.
Είναι, επομένως, η στιγμή να δούμε καθαρά το τοπίο: η Τουρκία δεν «επιστρέφει». Ποτέ δεν έφυγε. Απλώς αλλάζει στυλ, από το «πολεμικό» στο «επιχειρηματικό-θεσμικό», κρατώντας όμως ίδιο τον στρατηγικό στόχο. Η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να κινηθεί αμυντικά και αργά. Ό,τι κερδήθηκε με το 2020 στην ΑΟΖ με την Αίγυπτο, ό,τι χτίστηκε με το Ισραήλ και την Κύπρο, ό,τι διασώθηκε στις πολυμερείς πλατφόρμες της Ανατολικής Μεσογείου, δεν είναι δεδομένο. Θέλει καθημερινή συντήρηση, αναβαθμίσεις, αποτροπή. Θέλει, πάνω απ’ όλα, συνείδηση ότι η Ανατολική Μεσόγειος δεν είναι πλέον χάρτης σε αίθουσα συσκέψεων, αλλά ζωντανός οργανισμός που αντιδρά, μετακινείται, επιβραβεύει τους γρήγορους και τιμωρεί τους αργούς.
Στο τέλος της ημέρας, η υπόθεση δεν είναι ποιος θα γράψει τα καλύτερα non-paper, αλλά ποιος θα έχει το πιο πειστικό αφήγημα για το μέλλον της περιοχής – και την ικανότητα να το μετατρέπει σε πράξη. Η Τουρκία δείχνει ότι διαθέτει τόσο αφήγημα όσο και «εργαλεία». Η Ελλάδα διαθέτει νομιμότητα, συμμαχίες και ένα σημαντικό κεφάλαιο αξιοπιστίας που έχτισε με κόπο. Το αν αυτό θα αποδειχθεί αρκετό, θα κριθεί στους επόμενους μήνες, στα μικρά και στα μεγάλα: σε ένα τηλεφώνημα στο Κάιρο, σε μια τριμερή στη Νέα Υόρκη, σε μια εκπαιδευτική σειρά στην Κρήτη, σε μια έγκαιρη αντίδραση στον ΟΗΕ, σε ένα έργο ενέργειας που επιτέλους μπαίνει στις ράγες. Εκεί όπου ο θόρυβος της γεωπολιτικής υποχωρεί και ακούγεται μόνο το ρυθμικό «τικ-τακ» του πολιτικού ρεαλισμού. Εκεί θα φανεί αν το ελληνικό «ρολόι» τρέχει αρκετά γρήγορα.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας