Ισχυρή άνοδος απασχόλησης και αποδοχών 2019–2025 -Αλλα υπάρχει και η άλλη ανάγνωση της ΕΡΓΑΝΗ
Ιδιαίτερα θετική εικόνα για την ελληνική αγορά εργασίας καταγράφει η ετήσια έκθεση του ΟΠΣ ΕΡΓΑΝΗ για το 2025. Σε ένα έτος κατά το οποίο η ανεργία υποχώρησε στο 7,5% τον Δεκέμβριο του 2025, από 9,4% τον Δεκέμβριο του 2024, καταγράφοντας το χαμηλότερο ποσοστό των τελευταίων 18 ετών και το δεύτερο χαμηλότερο στην ιστορία της χώρας, τα στοιχεία της μισθωτής απασχόλησης επιβεβαιώνουν τη σταθερά ανοδική δυναμική τόσο της απασχόλησης όσο και των αμοιβών.
Η Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, Νίκη Κεραμέως, σε δήλωσή της τονίζει ότι «η πολιτική μας στον τομέα της εργασίας και οι παρεμβάσεις για την ενίσχυση της απασχόλησης και του διαθέσιμου εισοδήματος αποδίδουν μετρήσιμα και ουσιαστικά αποτελέσματα. Το 2026 συνεχίζουμε με στόχο τη δημιουργία ακόμη περισσότερων και ποιοτικότερων θέσεων εργασίας, με γνώμονα τη χρησιμότητα και την αποτελεσματικότητα για τους πολίτες».
Από τον Δεκέμβριο του 2019 έως τον Δεκέμβριο του 2025 δημιουργήθηκαν περισσότερες από 563.000 νέες θέσεις εργασίας, όπως αποτυπώνεται καθαρά στις μηνιαίες ροές απασχόλησης του συστήματος.
Ενίσχυση πλήρους απασχόλησης και μείωση ανισοτήτων
Η πλήρης απασχόληση αυξήθηκε στο 78,5% το 2025, από 76,4% το 2024. Κατά τη διάρκεια του έτους, 106.047 επιπλέον εργαζόμενοι απασχολούνται με συμβάσεις πλήρους απασχόλησης. Το 2019 το αντίστοιχο ποσοστό ανερχόταν στο 69%, γεγονός που μεταφράζεται σε αύξηση κατά 9,3 ποσοστιαίες μονάδες. Συνολικά, σήμερα εργάζονται με πλήρη απασχόληση 557.925 περισσότεροι εργαζόμενοι σε σύγκριση με το 2019.
Παράλληλα, το χάσμα μισθωτής απασχόλησης μεταξύ ανδρών και γυναικών περιορίστηκε αισθητά, στις 3,6 ποσοστιαίες μονάδες (51,81% άνδρες – 48,19% γυναίκες), από 6,7 μονάδες το 2019. Σήμερα απασχολούνται με σχέση μισθωτής εργασίας 1.185.757 γυναίκες, δηλαδή 259.480 περισσότερες σε σχέση με το 2019.
Μισθοί: σταθερή άνοδος και διεύρυνση μεσαίων κλιμακίων
Ο μέσος μισθός, συνυπολογίζοντας πλήρη και μερική απασχόληση, διαμορφώθηκε στα 1.362,66 ευρώ από 1.342 ευρώ το 2024. Σε βάθος εξαετίας, από το 2019, η συνολική αύξηση του μέσου μισθού φθάνει το 30,3% (1.362,66 ευρώ έναντι 1.046 ευρώ).
Ο μέσος μισθός πλήρους απασχόλησης ανήλθε στα 1.516 ευρώ, από 1.478 ευρώ το 2024 και 1.264 ευρώ το 2019, καταγράφοντας συνολική αύξηση 20%.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι το 63,5% των μισθωτών, δηλαδή σχεδόν δύο στους τρεις, αμείβεται με μέσο μισθό άνω των 1.000 ευρώ. Το αντίστοιχο ποσοστό ήταν 53,7% το 2024 και μόλις 36,3% το 2019, γεγονός που συνιστά συνολική αύξηση της τάξης του 75%.
Τέλος, σχεδόν ένας στους τέσσερις μισθωτούς (24,29%) αμείβεται σήμερα με μισθό από 1.001 έως 1.200 ευρώ, αποτυπώνοντας τη σαφή διεύρυνση του συγκεκριμένου μισθολογικού κλιμακίου σε σύγκριση με το 2024 (19,36%) και πολύ περισσότερο με το 2019, όταν σε αυτό εντασσόταν μόλις ένας στους δέκα εργαζομένους.
Η άλλη ανάγνωση της ΕΡΓΑΝΗ: Όταν οι αριθμοί ευημερούν και οι εργαζόμενοι υποαπασχολούνται
Τα στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του ΟΠΣ ΕΡΓΑΝΗ για το 2025 παρουσιάστηκαν ως αδιάψευστη απόδειξη μιας αγοράς εργασίας που «ανθεί»: 563.000 νέες θέσεις εργασίας από το 2019, ανεργία στο 7,5%, άνοδος της πλήρους απασχόλησης και αύξηση μισθών. Πρόκειται, αναμφίβολα, για αριθμούς που ευνοούν το κυβερνητικό αφήγημα. Όμως, πίσω από τους πίνακες και τα ποσοστά, κρύβεται μια πολύ πιο σύνθετη –και σαφώς λιγότερο θριαμβευτική– πραγματικότητα.
Καταρχάς, η ίδια η έννοια της «απασχόλησης» όπως καταγράφεται στο σύστημα, είναι στατιστικά ουδέτερη αλλά κοινωνικά παραπλανητική. Στην ΕΡΓΑΝΗ, κάθε ενεργή σύμβαση εργασίας μετρά το ίδιο: είτε πρόκειται για πλήρη απασχόληση οκτώ ωρών είτε για μερική εργασία λίγων ωρών την εβδομάδα, είτε για εκ περιτροπής απασχόληση, είτε για σύμβαση ορισμένου χρόνου διάρκειας λίγων εβδομάδων. Όλοι αυτοί καταγράφονται ως «μη άνεργοι». Έτσι, εργαζόμενοι που απασχολούνται περιστασιακά, με αποδοχές που δεν επαρκούν ούτε για βασικές ανάγκες, εξαφανίζονται από τα ποσοστά ανεργίας και εντάσσονται στον ίδιο στατιστικό χώρο με όσους έχουν σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία.
Το ίδιο το κυβερνητικό αφήγημα αποκαλύπτει, άθελά του, το μέγεθος του προβλήματος. Η έκθεση αναφέρει ότι η πλήρης απασχόληση ανέρχεται στο 78,5%. Αυτό σημαίνει αυτομάτως ότι το 21,5% των μισθωτών δεν εργάζεται με πλήρη απασχόληση. Σε απόλυτους αριθμούς, με βάση το σημερινό εργατικό δυναμικό, πρόκειται για περίπου 900.000 εργαζόμενους σε καθεστώς μερικής, εκ περιτροπής ή άλλης ευέλικτης –και συχνά επισφαλούς– απασχόλησης. Πρόκειται για ανθρώπους που δεν είναι άνεργοι στα στατιστικά δελτία, αλλά στην καθημερινή τους ζωή βιώνουν εργασιακή ανασφάλεια, χαμηλά εισοδήματα και συχνά την ανάγκη δεύτερης δουλειάς για να τα βγάλουν πέρα.
Αντίστοιχα προβληματική είναι και η επίκληση των 563.000 «νέων θέσεων εργασίας» από το 2019. Ο αριθμός αυτός δεν αντιστοιχεί σε 563.000 νέους ανθρώπους που βρήκαν σταθερή εργασία. Αφορά καθαρές ροές συμβάσεων, όχι μοναδικά πρόσωπα. Εποχικές προσλήψεις στον τουρισμό, συμβάσεις λίγων μηνών που ανοίγουν και κλείνουν, επαναλαμβανόμενες προσλήψεις των ίδιων εργαζομένων μέσα στον χρόνο, καταγράφονται ως νέες θέσεις. Έτσι, ένας εργαζόμενος μπορεί να «μετρηθεί» δύο και τρεις φορές στα ετήσια στατιστικά, χωρίς ποτέ να αποκτήσει εργασιακή σταθερότητα.
Το ίδιο ισχύει και για τα στοιχεία των μισθών. Το γεγονός ότι το 63,5% των μισθωτών αμείβεται με πάνω από 1.000 ευρώ μικτά παρουσιάζεται ως ένδειξη ευρείας μισθολογικής βελτίωσης. Στην πράξη, όμως, τα 1.000 ευρώ μικτά αντιστοιχούν συχνά σε 780–850 ευρώ καθαρά, ποσό που, με το σημερινό κόστος ζωής, τα ενοίκια και τον πληθωρισμό, δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί επαρκές. Επιπλέον, το ποσοστό αυτό δεν διακρίνει ποιοι εργαζόμενοι φτάνουν σε αυτό το επίπεδο εισοδήματος μέσω πλήρους απασχόλησης και ποιοι μέσω συνδυασμού μερικών ή δεύτερων εργασιών.
Όσο για το πολυδιαφημισμένο 7,5% της ανεργίας, και αυτό αποτελεί προϊόν ενός στενού ορισμού. Δεν περιλαμβάνει τους αποθαρρυμένους εργαζόμενους που έχουν εγκαταλείψει την αναζήτηση εργασίας, τους νέους που μετανάστευσαν στο εξωτερικό, ούτε όσους εργάζονται ελάχιστες ώρες και πρακτικά παραμένουν σε κατάσταση υποαπασχόλησης. Αν συνυπολογιστούν αυτοί οι παράγοντες, η πραγματική κοινωνική ανεργία –δηλαδή το σύνολο όσων δεν έχουν επαρκή, σταθερή και αξιοπρεπώς αμειβόμενη εργασία– είναι σαφώς υψηλότερη από ό,τι δείχνουν τα επίσημα ποσοστά.
Τα στοιχεία της ΕΡΓΑΝΗ δεν είναι ψευδή. Είναι, όμως, ελλιπή ως προς την κοινωνική τους ανάγνωση. Μετρούν συμβάσεις και ποσοστά, όχι ποιότητα ζωής. Καταγράφουν την ευελιξία ως επιτυχία και την επισφάλεια ως απασχόληση. Και έτσι, πίσω από τη στατιστική ευημερία, παραμένει αθέατη μια μεγάλη μερίδα εργαζομένων που δουλεύει περισσότερο, κερδίζει λιγότερα και συνεχίζει να ζει στο όριο. Αυτή είναι η άλλη ανάγνωση των αριθμών – εκείνη που δεν χωρά εύκολα σε δελτία τύπου, αλλά καθορίζει την καθημερινότητα της κοινωνίας.
Πιο Δημοφιλή
Το βαθύτερο κράτος της επταετίας Μητσοτάκη
Ελλάδα και Ρωσία – Ρεαλισμός χωρίς αυταπάτες και χωρίς αυτοπαγίδευση