22 Μαΐου 2026

Ισραηλινός αναλυτής: «Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν» και η Ελλάδα πρέπει να ηγηθεί στη Μεσόγειο

Στο κέντρο της συζήτησης για την ασφάλεια στην Ανατολική Μεσόγειο βρίσκεται ο Ισραηλινός αναλυτής Σάι Γκαλ, ο οποίος εκφράζει με ευθύτητα μια ολοένα ισχυρότερη σχολή σκέψης στο Ισραήλ: ότι η συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ δεν μπορεί πλέον να παραμένει στο επίπεδο των διπλωματικών διακηρύξεων, αλλά πρέπει να αποκτήσει σκληρό αμυντικό και στρατηγικό περιεχόμενο απέναντι στην τουρκική αναθεωρητική πολιτική.

Ο Γκαλ δεν είναι ένας τυχαίος σχολιαστής της διεθνούς επικαιρότητας. Έχει διατελέσει συνεργάτης των υπουργείων Άμυνας και Οικονομικών του Ισραήλ, έχει συμβουλεύσει υψηλόβαθμα κυβερνητικά στελέχη και έχει υπηρετήσει στη Μονάδα 8200 των ισραηλινών ενόπλων δυνάμεων, έναν από τους σημαντικότερους διεθνώς μηχανισμούς ηλεκτρονικού πολέμου και πληροφοριών.

Η πρόσφατη παρουσία του στην Αθήνα, όπου μίλησε σε κλειστή εκδήλωση του Ελληνικού Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, υπό την καθοδήηση του αντιστράτηγου ε.α. Ιωάννη Μπαλτζώη, προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον. Οι θέσεις του για την Τουρκία, την Κύπρο και την ανάγκη ελληνοϊσραηλινής στρατηγικής σύμπραξης κινήθηκαν σε επίπεδο πολύ πιο προωθημένο από την επίσημη διπλωματική γλώσσα που συνήθως υιοθετούν Αθήνα και Λευκωσία.

Ο πυρήνας της ανάλυσής του είναι σαφής: η Τουρκία, κατά τον ίδιο, δεν λειτουργεί πια ως απλός περιφερειακός ανταγωνιστής, αλλά ως ένα ολοκληρωμένο σύστημα πίεσης που συνδέει το Αιγαίο, την Κύπρο, τη Συρία, τη Λιβύη, τη Γάζα, τη μετανάστευση, την ενέργεια, τα drones, τη Χαμάς, τη Ρωσία και το ΝΑΤΟ σε μια ενιαία γεωπολιτική αρχιτεκτονική.

Η πρόταση για αμυντικό σύμφωνο Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ

Στη συνέντευξή του στον Γιώργο Χαρβαλιά για τη «Δημοκρατία», ο Σάι Γκαλ υποστήριξε ότι η τριμερής συνεργασία Ελλάδας, Κύπρου και Ισραήλ, υπό την ευρύτερη αιγίδα των ΗΠΑ στο σχήμα 3+1, μπορεί και πρέπει να εξελιχθεί σταδιακά σε επίσημο αμυντικό σύμφωνο.

Κατά την άποψή του, ένα τέτοιο σύμφωνο δεν θα κατασκεύαζε τεχνητά μια νέα πραγματικότητα, αλλά θα αναγνώριζε μια ήδη υπάρχουσα στρατηγική συνθήκη. Εφόσον η Άγκυρα αντιμετωπίζει όλα τα ανοιχτά μέτωπα της περιοχής ως τμήματα ενός ενιαίου χάρτη πίεσης, τότε, όπως υποστηρίζει, η Αθήνα, η Λευκωσία και η Ιερουσαλήμ οφείλουν να πράξουν το ίδιο.

Ο Ισραηλινός αναλυτής διευκρινίζει ότι η αμοιβαία συνδρομή δεν σημαίνει αυτοματισμό πολέμου. Δεν σημαίνει ότι η Ελλάδα θα εμπλακεί στους πολέμους του Ισραήλ ή ότι το Ισραήλ θα εμπλακεί σε κάθε ελληνοτουρκικό επεισόδιο. Σημαίνει, όπως λέει, προκαθορισμένα όρια, μηχανισμούς διαβούλευσης, αποτροπή και τερματισμό της τουρκικής μεθόδου απομόνωσης κάθε αντιπάλου χωριστά.

Η θέση αυτή απαντά στον βασικό ελληνικό προβληματισμό: τον φόβο ότι μια στρατιωτική σύμπραξη με το Ισραήλ θα μπορούσε να σύρει τη χώρα σε ανοιχτά πολεμικά μέτωπα της Μέσης Ανατολής. Ο Γκαλ αναγνωρίζει ότι η ανησυχία είναι απολύτως θεμιτή. Επιμένει όμως ότι άλλο η αποφυγή πολέμου και άλλο η πραγματική αποτροπή του.

Κατά την εκτίμησή του, η Ελλάδα από το 1974 και μετά απέφυγε τη στρατιωτική σύγκρουση, αλλά η μακροχρόνια αυτοσυγκράτηση, όταν γίνεται προβλέψιμη, μπορεί να ερμηνευθεί από την Άγκυρα ως περιθώριο περαιτέρω πίεσης. Μια σοβαρή συμμαχία, σύμφωνα με τον ίδιο, δεν είναι μηχανισμός πρόκλησης πολέμου, αλλά εργαλείο αποτροπής. Ακριβώς επειδή η Τουρκία θα ανησυχούσε για μια τέτοια σύμπραξη, αυτή αποκτά, όπως λέει, στρατηγική αξία.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Γκαλ θεωρεί ότι οι ΗΠΑ πρέπει να παραμείνουν κοντά στο σχήμα συνεργασίας, χωρίς όμως να αποτελούν το μοναδικό του θεμέλιο. Στην εποχή Τραμπ, τονίζει, κανένα σοβαρό κράτος δεν μπορεί να εκχωρεί την κυριαρχική του κρίση στις διαθέσεις της Ουάσινγκτον, στους υπολογισμούς της Άγκυρας ή σε πολιτικά παζάρια.

Η Κύπρος, η Τουρκία και το ισραηλινό δόγμα ασφαλείας

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι αναφορές του στην Κύπρο. Ο Σάι Γκαλ υποστηρίζει ότι η τουρκική κατοχή στο βόρειο τμήμα του νησιού δεν αποτελεί πλέον μόνο κυπριακό ή ελληνικό ζήτημα. Κατά την ανάλυσή του, έχει μετατραπεί σε ζήτημα άμεσης ισραηλινής ασφάλειας.

Ο λόγος, όπως εξηγεί, είναι ότι η Άγκυρα έχει εντάξει την κατεχόμενη βόρεια Κύπρο σε μια ευρύτερη περίμετρο στρατηγικής προβολής. Στην περιοχή, σύμφωνα με την ισραηλινή οπτική που περιγράφει, μπορεί να αναπτυχθούν υποδομές drones, δίκτυα πληροφοριών, ναυτική επιρροή, σκιώδεις χρηματοοικονομικοί μηχανισμοί και δίαυλοι που συνδέονται με τη Χαμάς.

Για τον Γκαλ, η παλαιότερη ισραηλινή ανάγνωση που αντιμετώπιζε τη βόρεια Κύπρο ως ζήτημα περιορισμένο στην ελληνοκυπριακή και ελληνοτουρκική αντιπαράθεση έχει πλέον τελειώσει. Η Κύπρος, όπως υποστηρίζει, ανήκει στον ευρύτερο χάρτη ασφαλείας του Ισραήλ, ακριβώς επειδή η Τουρκία τη συνδέει με τη Συρία, τη Γάζα, τη ναυτική ισχύ και τους ενεργειακούς διαδρόμους.

Ο ίδιος φέρνει ως παράδειγμα την ισραηλινή συμπεριφορά απέναντι στο Ιράν, υποστηρίζοντας ότι το Ισραήλ δεν συνηθίζει να διακηρύσσει δημοσίως όλες τις κόκκινες γραμμές του πριν αυτές ωριμάσουν επιχειρησιακά. Προετοιμάζεται σιωπηλά και δρα όταν θεωρεί ότι ένα εχθρικό σύστημα έχει υπερβεί το όριο.

Η αναφορά του στα ισραηλινά πλήγματα κατά του Ιράν τον Ιούνιο του 2025 και τον Φεβρουάριο του 2026 εντάσσεται ακριβώς σε αυτή τη λογική. Πολλοί, λέει, πίστευαν τότε ότι το κόστος, η απόσταση και ο συστημικός κίνδυνος θα απέτρεπαν το Ισραήλ από την ανάληψη δράσης. Κατά την εκτίμησή του, διαψεύστηκαν.

Ο Γκαλ αποδομεί και την παλαιότερη προσέγγιση του Ισραήλ απέναντι στην Τουρκία. Αναφέρεται στο σχέδιο A Clean Break, που είχε συνταχθεί για τον Μπενιαμίν Νετανιάχου και αντιμετώπιζε την Τουρκία της δεκαετίας του 1990 ως χρήσιμο κοσμικό σύμμαχο του ΝΑΤΟ. Κατά τον ίδιο, εκείνη η ανάγνωση αποδείχθηκε λανθασμένη.

Το βασικό σφάλμα, όπως λέει, ήταν ότι το τουρκικό πρόβλημα θεωρήθηκε αποκλειστικά ισλαμιστικό. Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι ο τουρκικός αναθεωρητισμός δεν περιορίζεται στον Ερντογάν ή στο ισλαμιστικό ρεύμα. Στην Κύπρο, στο Αιγαίο, στους Κούρδους, στη Συρία και στο ζήτημα της περιφερειακής πρωτοκαθεδρίας, ισλαμιστές και κεμαλιστές διαφέρουν περισσότερο στη γλώσσα παρά στον τελικό στρατηγικό ορίζοντα.

Κατά την ανάλυσή του, ο Ερντογάν δεν δημιούργησε εκ του μηδενός την τουρκική επεκτατική λογική. Απλώς την απογύμνωσε από την παλαιότερη διπλωματική της ευπρέπεια. Η σημερινή Τουρκία, όπως την περιγράφει, φιλοξενεί τη Χαμάς, εργαλειοποιεί τη Γάζα, πιέζει Ελλάδα και Κύπρο, παρεμβαίνει στη Συρία και τη Λιβύη, διαπραγματεύεται με τη Ρωσία και αξιοποιεί τη συμμετοχή της στο ΝΑΤΟ ως κάλυμμα αναθεωρητικής πολιτικής.

«Η Τουρκία είναι το νέο Ιράν»

Η πιο αιχμηρή θέση του Σάι Γκαλ αφορά τον χαρακτηρισμό της Τουρκίας ως «νέου Ιράν». Ο ίδιος διευκρινίζει ότι δεν εννοεί μια απόλυτη αντιγραφή του ιρανικού μοντέλου, αλλά μια παρόμοια μέθοδο άσκησης επιρροής: πίεση, πληρεξούσιους, drones, πυραύλους, ιδεολογικό πόλεμο, στρατηγικό βάθος και αξιοποίηση παρακρατικών ή παραστρατιωτικών δικτύων.

Η διαφορά, κατά τον ίδιο, είναι ότι το Ιράν οικοδόμησε τον άξονά του έξω από το δυτικό σύστημα, ενώ η Τουρκία χτίζει τη δική της περιφερειακή ισχύ από μέσα, ως μέλος του ΝΑΤΟ, με πρόσβαση στην Ευρώπη και ισχυρότερη βιομηχανική βάση.

Ο Γκαλ υποστηρίζει ότι μια δομή διοίκησης της Χαμάς στην Κωνσταντινούπολη δεν μπορεί να θεωρείται συμβατή με τη λογική της Ατλαντικής Συμμαχίας. Το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ, όπως λέει, δεν θεσπίστηκε για να προσφέρει προστασία σε δίκτυα τρομοκρατίας.

Στο ερώτημα αν μπορεί να υπάρξει άμεση στρατιωτική σύγκρουση Ισραήλ - Τουρκίας, ο Γκαλ απαντά ότι κάτι τέτοιο δεν είναι πλέον αδιανόητο. Αν η Άγκυρα περάσει από το επίπεδο της εχθρικής ρητορικής στην επιχειρησιακή απειλή κατά του Ισραήλ, τότε, όπως προειδοποιεί, η Ιερουσαλήμ θα αναλάβει δράση.

Για την Ελλάδα, πάντως, ο Ισραηλινός αναλυτής ξεκαθαρίζει ότι αυτό δεν πρέπει να αντιμετωπιστεί ως ευκαιρία πολέμου. Αντίθετα, το παρουσιάζει ως ευκαιρία στρατηγικής ηγεσίας. Η Ελλάδα, κατά τη δική του θεώρηση, μπορεί να γίνει ο πυλώνας μιας νότιας δημοκρατικής γραμμής, το κράτος που θα αναγνωρίσει εγκαίρως την τουρκική περίμετρο πίεσης προτού οι υπόλοιποι τολμήσουν να την κατονομάσουν.

Στις αιτιάσεις περί αντιφατικών σημάτων από το Ισραήλ, ιδίως λόγω της στάσης του στη Συρία και της συνεργασίας του με το Αζερμπαϊτζάν, ο Γκαλ απορρίπτει την κριτική. Υποστηρίζει ότι το Ισραήλ δεν οφείλει να απολογηθεί για την αποδυνάμωση του Άσαντ, του Ιράν και της Χεζμπολάχ στη Συρία. Για τον ίδιο, η εξέλιξη αυτή δεν ήταν λάθος, αλλά στρατηγική διόρθωση.

Όσον αφορά τον Τζολάνι, τον χαρακτηρίζει τζιχαντιστή ανεξαρτήτως της δημόσιας εικόνας που επιχειρεί να εμφανίσει. Αν η Συρία μετατραπεί σε τουρκικό, ιρανικό ή τζιχαντιστικό προπύργιο, υποστηρίζει ότι το Ισραήλ θα κινηθεί αναλόγως.

Για το Αζερμπαϊτζάν, ο Γκαλ επιμένει ότι το Μπακού δεν ταυτίζεται με την Άγκυρα και ότι αποτελεί στρατηγικό εταίρο του Ισραήλ. Κατά την άποψή του, σοβαρά κράτη δεν εγκαταλείπουν τους εταίρους τους επειδή μεταβάλλονται οι περιφερειακές ισορροπίες, ούτε επιτρέπουν σε τρίτες δυνάμεις να υπαγορεύουν τις συμμαχίες τους.

Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται από τη συνέντευξη είναι εκείνη μιας σκληρής ισραηλινής ανάγνωσης της Τουρκίας ως συστημικής απειλής για την Ανατολική Μεσόγειο. Ο Σάι Γκαλ ζητά από Ελλάδα, Κύπρο και Ισραήλ να εγκαταλείψουν τη λογική των αποσπασματικών αντιδράσεων και να οικοδομήσουν μια ενιαία στρατηγική αρχιτεκτονική αποτροπής.

Το ερώτημα για την Αθήνα παραμένει δύσκολο και κρίσιμο: αν η τριμερής συνεργασία μπορεί να μετατραπεί σε πραγματικό αποτρεπτικό σχήμα χωρίς να εγκλωβίσει την Ελλάδα σε ξένες πολεμικές περιπέτειες. Η απάντηση του Γκαλ είναι ότι η αποτροπή δεν καταργεί την εθνική κρίση, αλλά τη θωρακίζει. Το αν η ελληνική πολιτική τάξη διαθέτει την αποφασιστικότητα να κινηθεί σε αυτή την κατεύθυνση είναι το πραγματικό διακύβευμα.