22 Απριλίου 2026

Καταγγελία-φωτιά για οφειλή με δύο διαφορετικές αποτυπώσεις – Ζητούνται εξηγήσεις

Σοβαρά ερωτήματα για τη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού και για την αξιοπιστία των στοιχείων που διαβιβάζονται προς τις εποπτικές αρχές εγείρει νέα καταγγελία κατά της Intrum Hellas, με αφορμή υπόθεση δανειολήπτη ο οποίος υπέβαλε αίτηση ρύθμισης και, σύμφωνα με όσα υποστηρίζονται, εμφανίζεται με δύο διαφορετικά ύψη οφειλής.

Σύμφωνα με την καταγγελία, ο συγκεκριμένος δανειολήπτης φέρεται να εμφανίζεται να οφείλει περίπου 148.000 ευρώ, την ίδια στιγμή που πιστωτική έκθεση που, κατά τους ίδιους ισχυρισμούς, προσκομίστηκε προς την Τράπεζα της Ελλάδος καταγράφει υποχρέωση που δεν ξεπερνά τις 64.000 ευρώ. Η απόκλιση αυτή, που φτάνει τις 84.000 ευρώ, προκαλεί έντονο προβληματισμό για το ποιο είναι το πραγματικό ύψος της οφειλής και με ποια δεδομένα κινούνται οι εμπλεκόμενοι φορείς.

Ερωτήματα για τα στοιχεία που δηλώνονται

Η υπόθεση αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς, εφόσον επιβεβαιωθούν οι σχετικοί ισχυρισμοί, ανακύπτει μείζον ζήτημα διαφάνειας ως προς τα οικονομικά δεδομένα που δηλώνονται σε διαφορετικά στάδια της διαδικασίας. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για διαφορετική αποτύπωση της ίδιας οφειλής, για λογιστική ασυμφωνία ή για στοιχείο που θα πρέπει να διερευνηθεί από τις αρμόδιες εποπτικές και δικαστικές αρχές.

Η συγκεκριμένη καταγγελία επαναφέρει στο προσκήνιο τη συζήτηση για το πώς λειτουργούν στην πράξη οι servicers, για το κατά πόσον ο δανειολήπτης έχει πλήρη και καθαρή εικόνα των υποχρεώσεών του και για το αν οι εποπτικοί μηχανισμοί διαθέτουν όλα τα απαραίτητα εργαλεία ώστε να εντοπίζουν έγκαιρα πιθανές αποκλίσεις ή ασυμφωνίες.

Στο μικροσκόπιο ο εξωδικαστικός μηχανισμός

Η υπόθεση συνδέεται άμεσα και με τη λειτουργία του εξωδικαστικού μηχανισμού, ο οποίος υποτίθεται ότι αποτελεί εργαλείο διευθέτησης οφειλών με κανόνες διαφάνειας και ενιαία εικόνα των οικονομικών δεδομένων του οφειλέτη. Όταν όμως εμφανίζονται τόσο μεγάλες αποκλίσεις στα ποσά που αποδίδονται στην ίδια υπόθεση, η αξιοπιστία του συστήματος τίθεται αναπόφευκτα υπό αμφισβήτηση.

Δεν πρόκειται μόνο για μια ιδιωτική διαφορά ανάμεσα σε έναν δανειολήπτη και έναν servicer. Πρόκειται για υπόθεση που αγγίζει τον πυρήνα της εποπτείας του τραπεζικού και παρατραπεζικού συστήματος, ειδικά σε μια περίοδο κατά την οποία χιλιάδες πολίτες επιχειρούν να ρυθμίσουν δάνεια και ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις μέσα από θεσμοθετημένες διαδικασίες.

Πίεση για θεσμικές απαντήσεις

Η καταγγελία συνοδεύεται από ευθείες αιχμές για αδράνεια ή ανοχή του πολιτικού και εποπτικού συστήματος, με αιτήματα να δοθούν σαφείς εξηγήσεις για τον τρόπο με τον οποίο ελέγχονται οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων και για το αν γίνονται ουσιαστικοί έλεγχοι στα στοιχεία που δηλώνονται προς τις αρμόδιες αρχές.

Το επόμενο βήμα ανήκει πλέον στους ελεγκτικούς μηχανισμούς και στις αρμόδιες υπηρεσίες, που καλούνται να ξεκαθαρίσουν αν πρόκειται για λογιστική ασυμφωνία, για διοικητικό σφάλμα ή για κάτι πολύ σοβαρότερο. Μέχρι να υπάρξει επίσημη απάντηση, η υπόθεση αυτή ενισχύει την αίσθηση ότι στο πεδίο της διαχείρισης ιδιωτικού χρέους εξακολουθούν να υπάρχουν γκρίζες ζώνες, οι οποίες τροφοδοτούν την ανασφάλεια των δανειοληπτών και δοκιμάζουν την εμπιστοσύνη προς τους θεσμούς.