Καύσωνας και φάρμακα: Ποια σκευάσματα αυξάνουν τον κίνδυνο αφυδάτωσης
Ορισμένα από τα πιο συχνά συνταγογραφούμενα φάρμακα μπορεί να αυξήσουν την ευαλωτότητα του οργανισμού στη ζέστη, ενισχύοντας τον κίνδυνο αφυδάτωσης, θερμικής εξάντλησης και άλλων επιπλοκών που συνδέονται με τις υψηλές θερμοκρασίες. Ανάμεσά τους βρίσκονται φάρμακα για την κατάθλιψη, τη ΔΕΠΥ, την υπέρταση και τις καρδιακές παθήσεις.
Καθώς οι καύσωνες γίνονται συχνότεροι και πιο έντονοι λόγω της κλιματικής αλλαγής, οι ειδικοί προειδοποιούν ότι η φαρμακευτική αγωγή μπορεί να επηρεάζει τους μηχανισμούς με τους οποίους το σώμα ρυθμίζει τη θερμοκρασία του. Αυτό σημαίνει ότι άνθρωποι που λαμβάνουν συγκεκριμένα σκευάσματα μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να ανταποκριθούν σε συνθήκες υπερβολικής ζέστης.
Η περίπτωση της 28χρονης Ileana Okumus ανέδειξε το πρόβλημα στη διάρκεια του καύσωνα του Ιουνίου στην Ευρώπη. Ζώντας σε διαμέρισμα τελευταίου ορόφου στις Βρυξέλλες, χωρίς κλιματισμό, αισθάνθηκε ότι η ζέστη την κατέβαλε σε βαθμό πολύ μεγαλύτερο από άλλους ανθρώπους γύρω της.
Μια ημέρα, όταν η θερμοκρασία μέσα στο σπίτι της έφτασε τους 34 βαθμούς Κελσίου, ένιωσε ακραία εξάντληση και κοιμήθηκε σχεδόν 18 ώρες. Αργότερα, διαβάζοντας εμπειρίες άλλων ανθρώπων στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, συνέδεσε τα συμπτώματά της με τα φάρμακα που λάμβανε για κατάθλιψη και άγχος.
Πώς επηρεάζουν τα ψυχιατρικά φάρμακα τη θερμοκρασία του σώματος
Πολλά ψυχιατρικά φάρμακα επηρεάζουν τον υποθάλαμο, την περιοχή του εγκεφάλου που συμμετέχει στη ρύθμιση της θερμοκρασίας του σώματος. Όταν αυτός ο μηχανισμός διαταράσσεται, ο οργανισμός μπορεί να δυσκολευτεί να διαχειριστεί τη θερμότητα, ειδικά σε περιόδους καύσωνα.
Τα αντικαταθλιπτικά τύπου SSRI και SNRI, όπως η σερτραλίνη, η φλουοξετίνη, η εσιταλοπράμη και η βενλαφαξίνη, μπορούν να προκαλέσουν αυξημένη εφίδρωση. Η έντονη εφίδρωση οδηγεί σε απώλεια υγρών και ηλεκτρολυτών, ενώ σε συνθήκες υψηλής θερμοκρασίας μπορεί να επιδεινώσει γρήγορα την αφυδάτωση.
Διαφορετικό πρόβλημα μπορεί να εμφανιστεί με παλαιότερα τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά. Ορισμένα από αυτά μπορεί να αυξήσουν την εφίδρωση, ενώ άλλα μπορεί να την περιορίσουν. Όταν η εφίδρωση μειώνεται, το σώμα χάνει έναν βασικό τρόπο αποβολής θερμότητας, με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο κίνδυνος υπερθέρμανσης.
Ανάλογη επίδραση μπορούν να έχουν και άλλα αντιχολινεργικά φάρμακα, τα οποία χρησιμοποιούνται για παθήσεις όπως η νόσος Πάρκινσον, η υπερδραστήρια ουροδόχος κύστη, ορισμένες αναπνευστικές παθήσεις και αλλεργίες. Αυτά τα σκευάσματα μπορεί να επηρεάσουν την ικανότητα του σώματος να ιδρώνει επαρκώς.
Τα αντιψυχωσικά φάρμακα, που χορηγούνται μεταξύ άλλων για τη σχιζοφρένεια και τη διπολική διαταραχή, μπορούν επίσης να διαταράξουν τους φυσικούς μηχανισμούς ψύξης του οργανισμού. Σε συνθήκες έντονης ζέστης, αυτή η επίδραση αποκτά ιδιαίτερη σημασία, ειδικά για ανθρώπους που ήδη ανήκουν σε ευάλωτες ομάδες.
Κίνδυνος υπάρχει και με τα διεγερτικά φάρμακα για τη ΔΕΠΥ, όπως η μεθυλφαινιδάτη, γνωστή και ως Ritalin. Τα φάρμακα αυτά μπορεί να αυξήσουν την παραγωγή θερμότητας στο σώμα και να περιορίσουν τη διαστολή των αγγείων, δυσκολεύοντας την αποβολή θερμότητας. Επιπλέον, μπορεί να μειώσουν την έγκαιρη αντίληψη του ατόμου ότι υπερθερμαίνεται.
Φάρμακα για πίεση, καρδιά και αυξημένος κίνδυνος αφυδάτωσης
Ιδιαίτερη προσοχή χρειάζονται και αρκετά φάρμακα για την υπέρταση και τις καρδιακές παθήσεις. Τα διουρητικά αυξάνουν την αποβολή υγρών από τον οργανισμό, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει ταχύτερα σε αφυδάτωση όταν οι θερμοκρασίες είναι υψηλές.
Οι αναστολείς ACE και οι αναστολείς των υποδοχέων αγγειοτενσίνης, γνωστοί ως ARBs, μπορεί να επηρεάσουν την ισορροπία των ηλεκτρολυτών και τον μηχανισμό που προκαλεί το αίσθημα της δίψας. Έτσι, κάποιος μπορεί να χρειάζεται υγρά χωρίς να το αντιλαμβάνεται εγκαίρως.
Ο συνδυασμός αυτών των επιδράσεων μπορεί να οδηγήσει σε σοβαρή αφυδάτωση. Σε ακραίες περιπτώσεις, η κατάσταση μπορεί να αυξήσει τον κίνδυνο νεφρικής ανεπάρκειας, εμφράγματος και άλλων βλαβών σε ζωτικά όργανα.
Οι β-αναστολείς, που χρησιμοποιούνται ευρέως για καρδιαγγειακά προβλήματα, μπορούν επίσης να περιορίσουν τη ροή αίματος προς το δέρμα. Αυτό μειώνει την ικανότητα του σώματος να αποβάλλει θερμότητα, ιδίως όταν η εξωτερική θερμοκρασία είναι υψηλή και ο οργανισμός προσπαθεί να διατηρήσει σταθερή τη θερμοκρασία του.
Ο κίνδυνος αυξάνεται όταν ένα άτομο λαμβάνει πολλά φάρμακα ταυτόχρονα, καθώς οι επιδράσεις τους μπορεί να αλληλοενισχύονται. Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι, οι οποίοι έχουν υψηλότερο κίνδυνο θερμικής εξάντλησης και συχνά ακολουθούν πολυφαρμακευτική αγωγή.
Πρόσθετοι παράγοντες, όπως η εργασία σε εξωτερικούς χώρους, η διαμονή σε περιοχές με έντονο φαινόμενο αστικής θερμικής νησίδας και η έλλειψη κλιματισμού, επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση. Σε τέτοιες συνθήκες, η παραμονή σε δροσερούς χώρους, η επαρκής πρόσληψη υγρών και η αποφυγή έκθεσης στην έντονη ζέστη είναι κρίσιμες.
Οι ειδικοί υπογραμμίζουν ότι κανείς δεν πρέπει να διακόπτει ή να αλλάζει τη φαρμακευτική του αγωγή χωρίς προηγούμενη επικοινωνία με τον γιατρό του. Η ανάγκη προστασίας από τη ζέστη πρέπει να αντιμετωπίζεται με ιατρική καθοδήγηση, ειδικά όταν πρόκειται για φάρμακα που αφορούν ψυχιατρικές, καρδιολογικές ή χρόνιες παθήσεις.
Παράλληλα, ζητούν καλύτερη ενημέρωση των ασθενών και των γιατρών για τον τρόπο με τον οποίο η ζέστη μπορεί να επηρεάσει όσους λαμβάνουν συγκεκριμένα φάρμακα. Σε περίπτωση σύγχυσης, αλλαγής της νοητικής κατάστασης ή ασυνήθιστης συμπεριφοράς κατά τη διάρκεια καύσωνα, απαιτείται άμεση ιατρική αξιολόγηση, καθώς μπορεί να πρόκειται για θερμοπληξία.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Κοινές επιχειρήσεις ΗΠΑ-Ισημερινού κατά ναρκωτικών
Κολομβία: 319 νεκροί και κατάσταση έκτακτης ανάγκης
Η Τουρκία δοκιμάζει την Αθήνα με χάρτες, πάρκα και αμφισβητήσεις