Κόκκινα δάνεια: Τέλος στις υπέρογκες απαιτήσεις – Τι αλλάζει για οφειλέτες
Νέο πλαίσιο για τα κόκκινα δάνεια, τις ρυθμίσεις οφειλών και τη λειτουργία των servicers προωθεί το υπουργείο Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, επιχειρώντας να βάλει όρια σε πρακτικές που επί χρόνια άφηναν χιλιάδες δανειολήπτες αντιμέτωπους με διογκωμένα χρέη, υψηλές απαιτήσεις για προκαταβολές και την απειλή πλειστηριασμών.
Το σχέδιο νόμου βρίσκεται ακόμη σε δημόσια διαβούλευση έως τις 22 Οκτωβρίου και επομένως οι νέες ρυθμίσεις δεν έχουν ακόμη τεθεί σε ισχύ. Η τελική τους μορφή θα προκύψει μετά την ολοκλήρωση της νομοθετικής διαδικασίας και την ψήφιση από τη Βουλή.
Η κυβέρνηση παρουσιάζει το νέο πλαίσιο ως ουσιαστική ενίσχυση της προστασίας των οφειλετών. Ταυτόχρονα, όμως, οι ίδιες οι προβλέψεις του νομοσχεδίου αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος που είχε δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια: απαιτήσεις για προκαταβολές που μπορούσαν να φτάσουν ακόμη και στο 50% της οφειλής, μακρές καθυστερήσεις στις διαπραγματεύσεις και χρέη που διογκώνονταν από τόκους, τόκους υπερημερίας και κεφαλαιοποιήσεις.
Κεντρική αλλαγή αποτελεί η επαναφορά σαφών ορίων στο συνολικό ύψος των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις. Με βάση τις προβλέψεις του σχεδίου, η συνολική απαίτηση δεν θα μπορεί να ξεπερνά το τριπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου, ανεξάρτητα από το εάν το δάνειο βρίσκεται ακόμη στην αρχική τράπεζα, έχει μεταβιβαστεί, τιτλοποιηθεί ή έχει περάσει σε fund και εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων.
Για τις παλαιές οφειλές αγροτών προβλέπεται αυστηρότερο όριο, καθώς το συνολικό χρέος δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το διπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου. Πρόκειται για ρύθμιση που μπορεί να επηρεάσει σημαντικά περιπτώσεις δανείων τα οποία παραμένουν σε καθυστέρηση επί πολλά χρόνια και έχουν επιβαρυνθεί από διαδοχικούς τόκους και χρεώσεις.
Επανυπολογισμός των χρεών και περιορισμός των απαιτήσεων
Το νέο καθεστώς προβλέπει ότι, μετά την έναρξη ισχύος του νόμου, η ανεξόφλητη απαίτηση κάθε δανείου ή πίστωσης δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το τριπλάσιο του ποσού που είχε λάβει ο δανειολήπτης. Όταν υπάρχουν περισσότερες πιστώσεις, το πλαφόν θα υπολογίζεται με βάση το σύνολο των κεφαλαίων που είχαν χορηγηθεί.
Στους αλληλόχρεους λογαριασμούς, βάση υπολογισμού θα αποτελεί το ποσό της οφειλής όπως είχε διαμορφωθεί κατά την τελευταία εκταμίευση. Για παλαιά αγροτικά δάνεια ισχύει το διπλάσιο όριο, ενώ για δάνεια πριν από το 1990, στις περιπτώσεις όπου δεν είναι δυνατό να προσδιοριστεί με ασφάλεια το αρχικό κεφάλαιο, προβλέπεται ειδικός τρόπος υπολογισμού.
Η αλλαγή μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική μείωση των απαιτήσεων που εμφανίζονται σήμερα στα χαρτοφυλάκια τραπεζών, funds και servicers. Ενδεικτικά, εάν αρχικό δάνειο ύψους 100.000 ευρώ έχει διογκωθεί στα 500.000 ευρώ, το ανώτατο απαιτητό ποσό θα περιορίζεται στις 300.000 ευρώ. Τα επιπλέον 200.000 ευρώ δεν θα μπορούν να απαιτηθούν βάσει του νέου ορίου.
Στην περίπτωση αγροτικού δανείου αντίστοιχου αρχικού ύψους, το πλαφόν περιορίζεται στις 200.000 ευρώ. Στον επανυπολογισμό θα συνυπολογίζονται και όσα ποσά έχουν ήδη καταβληθεί από τον οφειλέτη, τον εγγυητή ή τρίτους.
Δεν προβλέπεται, ωστόσο, επιστροφή χρημάτων που έχουν ήδη καταβληθεί. Αυτό σημαίνει ότι το μέτρο λειτουργεί ως περιορισμός του σημερινού υπολοίπου και των μελλοντικών απαιτήσεων και όχι ως μηχανισμός αναδρομικής επιστροφής καταβολών.
Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι ο επανυπολογισμός θα πρέπει να γίνει από τους ίδιους τους πιστωτές, χωρίς προηγούμενη αίτηση του δανειολήπτη. Τράπεζες, funds και servicers θα έχουν υποχρέωση να επανεξετάσουν τις απαιτήσεις που υπάγονται στο νέο καθεστώς και να προσαρμόσουν τα στοιχεία τους εντός έξι μηνών από την έναρξη ισχύος του νόμου.
Οι αλλαγές επηρεάζουν άμεσα και τις διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης. Κατάσχεση ή πλειστηριασμός θα μπορεί να συνεχιστεί μόνο με βάση το ποσό της οφειλής που θα προκύπτει μετά τον νέο υπολογισμό. Δεν θα επιτρέπεται δηλαδή η συνέχιση διαδικασίας με απαίτηση που υπερβαίνει τα θεσπισμένα όρια.
Σε ήδη προγραμματισμένους πλειστηριασμούς ο πιστωτής ή ο servicer θα οφείλει να γνωστοποιεί το αναπροσαρμοσμένο ποσό και να περιορίζει ανάλογα την απαίτησή του. Εφόσον από το τίμημα της εκποίησης προκύπτει ποσό μεγαλύτερο από τη μειωμένη συνολική απαίτηση των πιστωτών, η διαφορά θα αποδίδεται στον οφειλέτη.
Πλαφόν 15% στην προκαταβολή και προθεσμίες για τους servicers
Σημαντικές παρεμβάσεις προβλέπονται και στις απευθείας διαπραγματεύσεις δανειοληπτών με εταιρείες διαχείρισης. Το υπουργείο καθιερώνει συγκεκριμένες προθεσμίες, επιχειρώντας να περιορίσει πολύμηνες ή ακόμη και μεγαλύτερες καθυστερήσεις στις απαντήσεις προς τους πολίτες.
Με πλήρη φάκελο ρύθμισης, ο πιστωτής θα πρέπει να απαντά μέσα σε τρεις μήνες, παρουσιάζοντας βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ή αιτιολογώντας εγγράφως την απόρριψη. Ο δανειολήπτης θα διαθέτει έναν μήνα για να τοποθετηθεί και η συνολική διαδικασία θα πρέπει να ολοκληρώνεται μέσα σε έξι μήνες.
Παράλληλα θεσπίζεται ανώτατη προκαταβολή 15% της οφειλής για την επίτευξη απευθείας διμερούς ρύθμισης. Η ίδια η κυβέρνηση αναγνωρίζει ότι μέχρι σήμερα οι απαιτήσεις μπορούσαν σε ορισμένες περιπτώσεις να φτάνουν στο 30%, στο 40% ή ακόμη και στο 50%, ποσά που πρακτικά καθιστούσαν απαγορευτική οποιαδήποτε συμφωνία για έναν ήδη οικονομικά πιεσμένο δανειολήπτη.
Το ποσοστό θα μπορεί να μειώνεται ακόμη περισσότερο όταν αποδεικνύονται οικονομική αδυναμία, κοινωνικά κριτήρια ή σοβαρά προβλήματα υγείας.
Ισχυρότερη προστασία προβλέπεται και για όσους έχουν ήδη συμφωνήσει ρύθμιση και την εξυπηρετούν κανονικά. Όσο ο δανειολήπτης παραμένει συνεπής, ο servicer δεν θα μπορεί να καταγγείλει τη σύμβαση, να προχωρήσει σε αναγκαστική εκτέλεση ή να κινήσει πλειστηριασμό.
Σε περίπτωση παραβίασης, οι σχετικές ενέργειες θα θεωρούνται άκυρες, ενώ στον οφειλέτη θα πιστώνεται ποσό ίσο με πέντε μηνιαίες δόσεις και η ρύθμιση θα παρατείνεται για αντίστοιχο χρονικό διάστημα. Οι κυρώσεις για τους διαχειριστές απαιτήσεων μπορούν να φτάσουν έως και τις 500.000 ευρώ ανά δανειολήπτη.
Πριν από οποιονδήποτε πλειστηριασμό προβλέπεται επίσης μία ακόμη υποχρέωση: τουλάχιστον τρεις μήνες νωρίτερα ο πιστωτής θα πρέπει να έχει υποβάλει στον οφειλέτη πραγματική, βιώσιμη και τεκμηριωμένη πρόταση ρύθμισης, προσαρμοσμένη στα εισοδήματα και στην περιουσιακή του κατάσταση.
Οι προτάσεις των servicers θα πρέπει να αναφέρουν αναλυτικά τα οικονομικά δεδομένα πάνω στα οποία βασίζονται και, όπου είναι δυνατό, να προσφέρουν δύο εναλλακτικές λύσεις. Εάν ο πιστωτής δεν απαντήσει μέσα στην προβλεπόμενη τρίμηνη προθεσμία, η παράβαση θα καταγράφεται αυτομάτως, θα ενημερώνεται η Τράπεζα της Ελλάδος και θα σταματά ο εκτοκισμός και η κεφαλαιοποίηση τόκων μέχρι να δοθεί απάντηση.
Ο δανειολήπτης αποκτά παράλληλα δικαίωμα να ζητά χωρίς κόστος πλήρη ανάλυση της οφειλής του: αρχικές συμβάσεις, τροποποιήσεις, ιστορικό καταβολών, επιτόκια, κεφάλαιο, τόκους, προμήθειες και κάθε άλλη επιβάρυνση. Τα στοιχεία θα πρέπει να παραδίδονται μέσα σε 45 ημέρες. Εάν η προθεσμία παραβιαστεί, προβλέπεται αναστολή της τοκοφορίας μέχρι την πλήρη ενημέρωση του πολίτη.
Για τους servicers θεσπίζονται επιπλέον υποχρεώσεις δημοσιοποίησης οικονομικών δεδομένων, στοιχείων χαρτοφυλακίων, αποτελεσμάτων διαχείρισης και παραπόνων, καθώς και κατάθεσης στρατηγικών σχεδίων με στόχους και δείκτες απόδοσης.
Οι παρεμβάσεις είναι σημαντικές, όμως το κρίσιμο σημείο βρίσκεται στην εφαρμογή τους. Μετά από χρόνια κατά τα οποία η διαχείριση των κόκκινων δανείων προκάλεσε έντονες αντιδράσεις για το ύψος των απαιτήσεων, τις προκαταβολές και την πίεση των πλειστηριασμών, η κυβέρνηση επιχειρεί πλέον να επιβάλει αυστηρότερους κανόνες. Το κατά πόσο αυτοί οι κανόνες θα μετατραπούν σε πραγματική προστασία για τον οφειλέτη θα κριθεί από την τελική μορφή του νόμου, τον έλεγχο των servicers και κυρίως την εφαρμογή των κυρώσεων όταν οι προβλεπόμενες υποχρεώσεις παραβιάζονται.
Μέχρι την ψήφιση του νομοσχεδίου, πάντως, απαιτείται προσοχή: τα νέα πλαφόν, οι προθεσμίες και οι πρόσθετες εγγυήσεις που περιγράφονται στο σχέδιο δεν αποτελούν ακόμη ισχύον δίκαιο.
Πιο Δημοφιλή
Μαφιόζικη εκτέλεση στη Γλυφάδα; Νεκρός άνδρας με σφαίρα στο κεφάλι
Πιο Πρόσφατα
Ναρκωτικά-δηλητήριο στην Ελλάδα: Η Δίωξη προειδοποιεί για MDMA και tusi