Κράτος δικαίου: Τα εύσημα Μακγκράθ, η Κοβέσι και η κοινωνική δυσπιστία στην Ελλάδα

Η κυβέρνηση αναζητά τρόπο να απεγκλωβιστεί από το παρατεταμένο πολιτικό βάρος που προκαλούν οι υποθέσεις του κράτους δικαίου, η έντονη κοινωνική δυσπιστία και η σταθερά αυστηρή στάση της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, Λάουρας Κοβέσι. Η εικόνα που διαμορφώθηκε το τελευταίο εικοσιτετράωρο ήταν διπλή: από τη μία πλευρά, ο αρμόδιος Ευρωπαίος Επίτροπος για τη Δημοκρατία, τη Δικαιοσύνη και το Κράτος Δικαίου, Μάικλ Μακγκράθ, απηύθυνε θετικά σχόλια προς την κυβέρνηση μετά τη συνάντησή του με τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο Μέγαρο Μαξίμου. Από την άλλη, οι δημοσκοπήσεις καταγράφουν ισχυρή εμπιστοσύνη των πολιτών προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και βαθύ έλλειμμα εμπιστοσύνης στους εγχώριους θεσμούς.

Το πολιτικό κλίμα γίνεται ακόμη πιο σύνθετο, καθώς η Λάουρα Κοβέσι φέρεται να εκφράζει ενόχληση για την απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου να ανανεώσει μόνο για δύο έτη τη θητεία των Ελλήνων δικαστικών λειτουργών που υπηρετούν στο ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αντί της πενταετούς διάρκειας που είχε αποφασίσει το Κολέγιο των Ευρωπαίων Εισαγγελέων.

Η δημοσκοπική εικόνα και η κοινωνική δυσπιστία

Η αντιπαράθεση αναζωπυρώθηκε μετά τη δημοσκόπηση της Alco για τον Alpha, η οποία κατέγραψε τις απόψεις των πολιτών για την Ευρωπαία Εισαγγελέα και για την κατάσταση του κράτους δικαίου στην Ελλάδα.

Στο ερώτημα αν οι παρεμβάσεις της Λάουρας Κοβέσι συνιστούν πολιτική παρέμβαση, το 64% των πολιτών απάντησε αρνητικά. Ακόμη πιο βαρύ πολιτικά είναι το εύρημα σύμφωνα με το οποίο το 72% των ερωτηθέντων θεωρεί ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει κράτος δικαίου.

Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν σοβαρό πρόβλημα για την κυβέρνηση, καθώς αποτυπώνουν μια αντίληψη που υπερβαίνει τη συγκυριακή πολιτική αντιπαράθεση. Η υπόθεση των υποκλοπών, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και σειρά ζητημάτων που σχετίζονται με την ισονομία, τη διαφάνεια και την απονομή δικαιοσύνης έχουν διαμορφώσει ένα βαθύ ρήγμα εμπιστοσύνης ανάμεσα στους πολίτες και στους θεσμούς.

Λίγες ώρες μετά τη δημοσιοποίηση των ευρημάτων, ο Μάικλ Μακγκράθ εξήρε τη συνεργασία της ελληνικής κυβέρνησης με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πεδίο του κράτους δικαίου. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος έκανε λόγο για σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια και συνέδεσε τις θεσμικές μεταρρυθμίσεις με την ανάπτυξη της ελληνικής οικονομίας.

Στις δηλώσεις του σημείωσε ότι η βεβαιότητα γύρω από το κράτος δικαίου ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών, διαμορφώνει ευνοϊκό περιβάλλον για τις επιχειρήσεις, προσελκύει επενδύσεις και δημιουργεί θέσεις εργασίας. Η παρέμβασή του προσέφερε στην κυβέρνηση ένα ισχυρό επιχείρημα έναντι της αντιπολίτευσης, όμως δεν αναιρεί το δημοσκοπικό φορτίο της κοινωνικής δυσπιστίας.

Το ζήτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας

Στο ήδη επιβαρυμένο περιβάλλον προστέθηκε η απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου για διετή ανανέωση της θητείας των Ελλήνων εισαγγελέων στο ελληνικό κλιμάκιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας. Η επιλογή αυτή σκίασε τα θετικά σχόλια του Ευρωπαίου Επιτρόπου και πρόσθεσε νέα ένταση στη συζήτηση γύρω από τη θεσμική ανεξαρτησία και τη σχέση Αθήνας – Βρυξελλών.

Στην ουσία, η εικόνα μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερες από μία αλήθειες. Ο Ευρωπαίος Επίτροπος μπορεί να αναγνωρίζει συγκεκριμένες θεσμικές παρεμβάσεις που έγιναν. Οι πολίτες, την ίδια ώρα, εμφανίζονται έντονα προβληματισμένοι από όσα παρακολουθούν στις υποθέσεις των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ. Η Λάουρα Κοβέσι, από την πλευρά της, φαίνεται να είδε τις εισηγήσεις του ευρωπαϊκού θεσμού να μην υιοθετούνται πλήρως από το ελληνικό Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο.

Κυβερνητικές πηγές υπενθυμίζουν ότι η συγκεκριμένη απόφαση δεν ελήφθη από την κυβέρνηση, αλλά από τους αρεοπαγίτες. Σύμφωνα με πληροφορίες, το σκεπτικό που αναπτύχθηκε ήταν ότι και άλλοι δικαστικοί λειτουργοί πρέπει να έχουν δυνατότητα ανάληψης αυτών των θέσεων, ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία καθεστώτος μακράς παραμονής που θα μπορούσε να φτάνει συνολικά τα δέκα χρόνια.

Παρά τα επιχειρήματα αυτά, το πολιτικό αποτέλεσμα παραμένει βαρύ. Το γεγονός ότι η πλειονότητα των πολιτών δηλώνει πως δεν αισθάνεται ότι λειτουργεί επαρκώς το κράτος δικαίου στην Ελλάδα αποτελεί καταγεγραμμένη πραγματικότητα στη σημερινή δημοσκοπική εικόνα.

Η κυβερνητική αντεπίθεση και οι μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη

Μετά τις δηλώσεις Μακγκράθ, η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατοπίσει τη συζήτηση και να περάσει στην αντεπίθεση απέναντι στην αντιπολίτευση. Κυβερνητικά στελέχη υποστηρίζουν ότι την ώρα που τα κόμματα της αντιπολίτευσης παρουσιάζουν μια ζοφερή εικόνα για το κράτος δικαίου στην Ελλάδα, ο καθ’ ύλην αρμόδιος Επίτροπος της Ευρωπαϊκής Ένωσης αναγνωρίζει την πρόοδο που έχει σημειωθεί επί κυβέρνησης Μητσοτάκη.

Στο κυβερνητικό επιτελείο επισημαίνουν επίσης ότι ο τελικός θεσμικός αξιολογητής της ποιότητας του κράτους δικαίου στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Υπενθυμίζουν ακόμη ότι ο Μάικλ Μακγκράθ ανήκει πολιτικά στην ευρωομάδα Renew Europe και όχι στο Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, όπου ανήκει η Νέα Δημοκρατία.

Στα ίδια επιχειρήματα προστίθεται η αναφορά στην τελευταία έκθεση της Κομισιόν, σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα έχει λιγότερες συστάσεις από 15 άλλα κράτη-μέλη. Κυβερνητικές πηγές επικαλούνται επίσης αξιολογήσεις διεθνών οργανισμών, όπως η Διεθνής Διαφάνεια, ο ΟΟΣΑ και ο Economist, υποστηρίζοντας ότι δεν μπορεί όλοι αυτοί οι φορείς να κινούνται συντονισμένα υπέρ ενός δήθεν κυβερνητικού αφηγήματος.

Για τις συστάσεις της περσινής ευρωπαϊκής έκθεσης, η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η Ελλάδα έχει καταγράψει μετρήσιμη πρόοδο και στα τέσσερα πεδία που είχαν τεθεί. Ως ενδείξεις αυτής της προόδου αναφέρονται το ψηφιακό μητρώο παρακολούθησης υποθέσεων διαφθοράς, οι επιχειρήσεις της Οικονομικής Αστυνομίας και της ΑΑΔΕ κατά εγκληματικών οργανώσεων στο πεδίο του οικονομικού εγκλήματος, τα μέτρα προστασίας των δημοσιογράφων και η ενσωμάτωση της ευρωπαϊκής οδηγίας για τις καταχρηστικές αγωγές κατά του Τύπου.

Παράλληλα, η κυβέρνηση προβάλλει την απλοποίηση της εγγραφής των ΜΚΟ στο μητρώο του υπουργείου Μετανάστευσης, τον νέο δομημένο διάλογο με τις οργανώσεις και τις παρεμβάσεις στην απονομή δικαιοσύνης. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον νέο δικαστικό χάρτη, στην ψηφιοποίηση δικαστικών υπηρεσιών και μητρώων και στους νέους κώδικες, μέτρα που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, έχουν οδηγήσει σε επιτάχυνση της δικαιοσύνης κατά 50%.

Στο πεδίο της ελευθερίας του Τύπου, κυβερνητικοί παράγοντες επιμένουν ότι η Ελλάδα έχει κάνει ουσιαστικά βήματα, όπως αναγνωρίζεται και στην ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Επικαλούνται τα πρόσφατα νομοθετήματα, τη διαφάνεια στην κατανομή κρατικής διαφήμισης και ενισχύσεων, την επιλογή ηγεσίας στα δημόσια μέσα ενημέρωσης μέσω ανοιχτού διαγωνισμού, την ενσωμάτωση του EMFA στην ελληνική έννομη τάξη και τις επικείμενες ρυθμίσεις για την αδειοδότηση περιφερειακών τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών σταθμών.

Στην ίδια γραμμή εντάσσονται η λειτουργία της Task Force, η δυνατότητα ίδρυσης Ελληνικού Συμβουλίου Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης ως ανεξάρτητου μηχανισμού αυτορρύθμισης και η ανάγκη προστασίας του δημόσιου διαλόγου από την τοξικότητα και τα fake news.

Στη Δικαιοσύνη, η κυβέρνηση προβάλλει ως κεντρικές αλλαγές την εφαρμογή του νέου Δικαστικού Χάρτη, την εισαγωγή του Ηλεκτρονικού Φακέλου στις πολιτικές δίκες και τον ψηφιακό μετασχηματισμό των διαδικασιών. Ως αποτέλεσμα αυτών των παρεμβάσεων, υποστηρίζει ότι οι δίκες προσδιορίζονται πλέον σε επτά μήνες αντί για 4,5 χρόνια, οι αποφάσεις στις πολιτικές υποθέσεις εκδίδονται σε 390 ημέρες αντί για 800, ενώ η δημοσίευση διαθήκης γίνεται από συμβολαιογράφους μέσα σε έξι έως επτά ημέρες, αντί για 450 ημέρες που απαιτούνταν μέσω των δικαστηρίων.

Το πολιτικό πρόβλημα, ωστόσο, παραμένει ανοιχτό. Η κυβέρνηση επικαλείται ευρωπαϊκές αξιολογήσεις, μεταρρυθμίσεις και θεσμικά βήματα. Η κοινωνία, όπως καταγράφεται στις μετρήσεις, εξακολουθεί να εκφράζει βαθιά δυσπιστία. Ανάμεσα στα εύσημα των Βρυξελλών και στο αίσθημα των πολιτών διαμορφώνεται ένα χάσμα που η κυβέρνηση καλείται πλέον να διαχειριστεί πολιτικά και θεσμικά.