Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΑΡΚΕΛΟΣ

ΝΙΚΗΦΟΡΟΣ

ΠΑΓΚΡΑΤΙΟΣ

9 Φεβρουαρίου 2026

Μαζικές απολύσεις στη Washington Post και ρήγματα στον πυρήνα της αμερικανικής δημοσιογραφίας

Το μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που ενημέρωνε για απολύσεις στη Washington Post έφτασε στα εισερχόμενα της Λίζι Τζόνσον στην Ουκρανία λίγο πριν από τις τέσσερις το απόγευμα, τοπική ώρα, την Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου. Η χρονική συγκυρία ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Η Ρωσία είχε πλήξει επανειλημμένα το δίκτυο ηλεκτροδότησης της χώρας και η ανταποκρίτρια είχε εργαστεί λίγες ημέρες νωρίτερα μέσα από το αυτοκίνητό της, χωρίς θέρμανση, ηλεκτρικό ρεύμα και νερό, καταγράφοντας σημειώσεις με μολύβι λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών.

Το θέμα του μηνύματος ανέφερε «Δύσκολα νέα». Στο περιεχόμενό του γινόταν γνωστό ότι η θέση της καταργείται στο πλαίσιο οργανωτικών αλλαγών, με επίκληση των εξελισσόμενων επιχειρησιακών αναγκών της εφημερίδας.

Η ίδια αντέδρασε δημόσια μέσω της πλατφόρμας X, γράφοντας ότι απολύθηκε ενώ βρισκόταν σε εμπόλεμη ζώνη, προσθέτοντας ότι αδυνατεί να περιγράψει με λόγια την κατάσταση. Η ανάρτηση αυτή καταγράφηκε ως μία από τις πιο χαρακτηριστικές αντιδράσεις στον χώρο των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης.

Η περίπτωση της Λίζι Τζόνσον εντάσσεται σε ένα ευρύτερο κύμα περικοπών που αποφάσισε ο ιδιοκτήτης της Washington Post, Τζεφ Μπέζος, με την κατάργηση περισσότερων από 300 θέσεων εργασίας στη σύνταξη. Οι απολύσεις επηρέασαν ολόκληρο το αθλητικό τμήμα, μεγάλο μέρος του πολιτιστικού και τοπικού ρεπορτάζ, καθώς και ανταποκριτές σε κρίσιμες γεωγραφικές ζώνες, όπως η Ουκρανία και η Μέση Ανατολή.

Η απόφαση προκάλεσε έντονες αντιδράσεις από ιστορικά πρόσωπα που συνδέθηκαν με την εφημερίδα. Ο Ντον Γκράχαμ, γιος της Κάθριν Γκράχαμ και πρώην ιδιοκτήτης της Washington Post, έκανε λόγο για μια εξαιρετικά κακή ημέρα, σπάζοντας τη δημόσια σιωπή που τηρούσε μετά την πώληση της εφημερίδας το 2013. Ο Μπομπ Γούντγουορντ δήλωσε συντετριμμένος, ενώ ο πρώην διευθυντής σύνταξης Μάρτι Μπάρον χαρακτήρισε τη συγκυρία μία από τις πιο σκοτεινές στην ιστορία του οργανισμού, ασκώντας σκληρή κριτική στον Τζεφ Μπέζος για τον τρόπο με τον οποίο χειρίστηκε την υπόθεση.

Την Πέμπτη 5 Φεβρουαρίου, εκατοντάδες εργαζόμενοι και υποστηρικτές συγκεντρώθηκαν έξω από τα γραφεία της εφημερίδας, εκφράζοντας τη στήριξή τους στους απολυμένους. Εργαζόμενοι μίλησαν για βαθιά απογοήτευση και αίσθηση εγκατάλειψης ενός ιστορικού θεσμού. Παρόμοιες τοποθετήσεις καταγράφηκαν και από παλαίμαχους δημοσιογράφους της Washington Post, οι οποίοι περιέγραψαν τις εξελίξεις ως πλήγμα για την αξιοπιστία και την αποστολή της εφημερίδας.

Πρώην στελέχη εξέφρασαν έκπληξη για τη μεταβολή της στάσης του Τζεφ Μπέζος σε σχέση με την πρώτη προεδρική θητεία του Ντόναλντ Τραμπ, όταν η εφημερίδα διατηρούσε επιθετική δημοσιογραφική γραμμή και ο ιδιοκτήτης της εμφανιζόταν αποστασιοποιημένος από τη συντακτική λειτουργία. Σήμερα, η εικόνα αυτή περιγράφεται ως ριζικά διαφοροποιημένη.

Το σύνθημα «Η Δημοκρατία πεθαίνει στο σκοτάδι», που υιοθετήθηκε το 2017 και εξακολουθεί να συνοδεύει την εφημερίδα, παραμένει τυπικά σε ισχύ. Για πολλούς, ωστόσο, η πρόσφατη εβδομάδα ανέδειξε μια βαθύτερη κρίση στον ρόλο και τη λειτουργία της.

Ο Μάρκους Μπράουκλι, πρώην διευθυντής σύνταξης της Washington Post, χαρακτήρισε τις απολύσεις εξαιρετικά ακατάλληλες για τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο, υπογραμμίζοντας ότι η ανάγκη για ισχυρή δημοσιογραφία είναι αυξημένη, ιδιαίτερα σε διεθνή μέτωπα πολέμου.

Οικονομικά δεδομένα δεν φαίνεται να εξαντλούν την ερμηνεία των αποφάσεων. Ο Τζεφ Μπέζος συγκαταλέγεται στους πλουσιότερους ανθρώπους παγκοσμίως, με περιουσία εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων. Δημοσιογράφοι έχουν επισημάνει ότι θα μπορούσε να καλύψει για χρόνια τις ζημίες της εφημερίδας με ένα μικρό μέρος των προσωπικών του εσόδων.

Ερωτήματα προκάλεσε και ο τρόπος ανακοίνωσης των απολύσεων, οι οποίες γνωστοποιήθηκαν μέσω τηλεδιάσκεψης από τον διευθυντή σύνταξης Ματ Μάρεϊ, χωρίς δημόσια παρουσία του ιδιοκτήτη. Την ίδια περίοδο, ο Τζεφ Μπέζος εμφανίστηκε σε δημόσιες εκδηλώσεις που δεν συνδέονταν με τη λειτουργία της εφημερίδας. Λίγες ημέρες αργότερα, ο εκδότης Γουίλ Λιούις υπέβαλε την παραίτησή του, κάνοντας λόγο για δύσκολες αποφάσεις και επαινώντας την ηγεσία της ιδιοκτησίας.

Οι απολύσεις ακολούθησαν την κυκλοφορία ντοκιμαντέρ για την Πρώτη Κυρία των ΗΠΑ, παραγωγής Amazon MGM Studios, το οποίο χρηματοδοτήθηκε με δεκάδες εκατομμύρια δολάρια. Η χρονική εγγύτητα των δύο γεγονότων ενίσχυσε τις επικρίσεις για τις προτεραιότητες της επιχειρηματικής στρατηγικής του Μπέζος.

Η πορεία προς τη σημερινή κρίση είχε προηγούμενα σημάδια. Τον Οκτώβριο του 2024, η Washington Post απέσυρε την προγραμματισμένη πολιτική στήριξη στη Δημοκρατική υποψήφια Κάμαλα Χάρις, γεγονός που προκάλεσε μαζικές ακυρώσεις συνδρομών. Ακολούθησαν περιορισμοί στο περιεχόμενο γνώμης, με την επιβολή συγκεκριμένων θεματικών αξόνων, εξέλιξη που οδήγησε στην αποχώρηση έμπειρων αρθρογράφων.

Οι εξελίξεις στη Washington Post εντάσσονται σε μια ευρύτερη κρίση των αμερικανικών μέσων ενημέρωσης. Από τις αρχές του αιώνα, χιλιάδες εφημερίδες έχουν κλείσει, αφήνοντας μεγάλες γεωγραφικές περιοχές χωρίς τοπική ενημέρωση. Παράλληλα, ιστορικοί τίτλοι περνούν σε χέρια εύπορων επενδυτών, οι οποίοι αντιμετωπίζουν τη δημοσιογραφία κυρίως ως επιχειρηματικό προϊόν.

Η συρρίκνωση των μέσων ενημέρωσης συνδέεται με την ενίσχυση της παραπληροφόρησης και τη διαμόρφωση ενός περιβάλλοντος μειωμένης λογοδοσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποδυνάμωση ενός ιστορικού οργανισμού όπως η Washington Post αποκτά ευρύτερη πολιτική και θεσμική σημασία.

Το ιστορικό παράδοξο παραμένει έντονο. Πολλοί από τους θεσμικούς μηχανισμούς που διαμορφώθηκαν μετά το σκάνδαλο Watergate, για την ενίσχυση της διαφάνειας και του ελέγχου της εξουσίας, αποδυναμώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία η ίδια εφημερίδα που ανέδειξε εκείνη την υπόθεση βιώνει τη βαθύτερη κρίση της σύγχρονης ιστορίας της.