Την περασμένη Παρασκευή ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος βρέθηκε στη Θεσσαλονίκη και από τον καθεδρικό ναό της του Θεού Σοφίας, κατά την Ακολουθία των Χαιρετισμών, έστειλε ηχηρό μήνυμα προς την πολιτική ηγεσία της χώρας να εγκαταλείψει κάθε σκέψη για βεβιασμένες παρεμβάσεις που αλλοιώνουν τον εθνικό και θρησκευτικό χαρακτήρα της πατρίδας. Μπροστά στον μητροπολίτη Θεσσαλονίκης Φιλόθεο, στον μητροπολίτη Νέας Ιωνίας Γαβριήλ και ενώ χίλιοι μαθητές από σχολεία της πόλης έψαλαν τον Ακάθιστο Ύμνο, ο Προκαθήμενος της Εκκλησίας της Ελλάδος επέλεξε να μιλήσει με ασυνήθιστη αυστηρότητα για όσα προωθούνται στο παρασκήνιο.
Ο Αρχιεπίσκοπος εξέφρασε ευθέως την ανησυχία του για τις συζητήσεις που αναζωπυρώνονται γύρω από την απομάκρυνση των ιερών εικόνων από δημόσια κτίρια και δικαστήρια, θέτοντας ταυτόχρονα το ερώτημα αν στους σχεδιασμούς ορισμένων εντάσσεται ακόμη και η αμφισβήτηση του τρόπου με τον οποίο κυματίζει σήμερα η ελληνική σημαία. Στο ίδιο πλαίσιο στάθηκε και στην επιχείρηση υποκατάστασης του μαθήματος των Θρησκευτικών από ένα ουδέτερο μάθημα Ηθικής, προειδοποιώντας ότι όσοι επεξεργάζονται τέτοιες επιλογές θα βρεθούν αντιμέτωποι με σκληρή μεταμέλεια. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στη σταδιακή εξαφάνιση των εθνικών μορφών από τη σχολική ζωή, επισημαίνοντας ότι ήρωες όπως ο Κολοκοτρώνης απουσιάζουν πλέον από τις σχολικές αίθουσες, ακόμη και από τις αποθήκες των σχολείων. Η δημόσια αυτή παρέμβαση του Ιερωνύμου κάθε άλλο παρά τυχαία υπήρξε. Προηγήθηκε συγκεκριμένο υπόβαθρο.
Όπως αποκαλύπτει η «Εστία», στο παρασκήνιο αναπτύσσεται, με αφορμή την προσφυγή της Ένωσης Αθέων στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, έντονη κινητικότητα με στόχο να προσαρμοστεί η χώρα στο γαλλικό μοντέλο ουδετεροθρησκείας και να ανοίξει ο δρόμος για την αποκαθήλωση των θρησκευτικών συμβόλων από τον δημόσιο χώρο. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται και με την πρωτοβουλία που αναλαμβάνει το υπουργείο Μετανάστευσης και ο υπουργός Θάνος Πλεύρης γύρω από το ανύπαρκτο ζήτημα της κατάργησης της μπούρκας στην Ελλάδα, ένα θέμα που τίθεται ως επικοινωνιακό αντιστάθμισμα απέναντι στον σχεδιασμό για τις εικόνες, καθώς και απέναντι στη συζήτηση για την κατάργηση του θρησκευτικού όρκου του Προέδρου της Δημοκρατίας.
Σύμφωνα με τις ίδιες αποκαλύψεις, η Γενική Γραμματεία Θρησκευμάτων διαπίστωσε ότι, για αδιευκρίνιστο λόγο, το υπουργείο Παιδείας δεν είχε ενημερωθεί για τις προπαρασκευαστικές ενέργειες που συντελούνται στο Νομικό Συμβούλιο του Κράτους ενόψει της διαμόρφωσης των θέσεων της Ελληνικής Δημοκρατίας στη δίκη που πρόκειται να διεξαχθεί στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αντικείμενο το ζήτημα των εικόνων στα δικαστήρια και, κατ’ επέκταση, σε όλα τα δημόσια κτίρια.
Μέσα από δωδεκασέλιδο κείμενο, με το οποίο αποδομούνται τα επιχειρήματα της Ένωσης Αθέων περί δήθεν παραβίασης της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και της αρχής της δίκαιης δίκης εξαιτίας της ύπαρξης της εικόνας του Ιησού Χριστού πάνω από την έδρα στα ελληνικά δικαστήρια, αναπτύσσεται μια πλήρης υπεράσπιση της διατήρησης των εικόνων, όχι μόνο ως εκφράσεων της θρησκευτικής πίστης του ελληνικού λαού, αλλά και ως στοιχείων άρρηκτα δεμένων με την εθνική παράδοση. Στο ίδιο κείμενο συνδέεται ευθέως η ενδεχόμενη αποκαθήλωση των εικόνων με την επόμενη απαίτηση που θα μπορούσε να τεθεί, δηλαδή με την αμφισβήτηση του σταυρού στην ελληνική σημαία.
Όπως επισημαίνεται χαρακτηριστικά στο έγγραφο, η καθαίρεση των εικόνων θα προκαλέσει κλίμα διχασμού στον ελληνικό λαό και θα τροφοδοτήσει ευρύτερες συγκρούσεις, καθώς από τη στιγμή που θα θεωρηθεί ότι η εικόνα του Χριστού συνιστά παραβίαση της θρησκευτικής ελευθερίας ή της δίκαιης δίκης, θα ανοίξει αναπόφευκτα η συζήτηση και για την παρουσία του σταυρού στην ελληνική σημαία, εφόσον και αυτή βρίσκεται, όπως οι εικόνες, σε κάθε δημόσιο κτίριο.
Η ένταση με την οποία αντέδρασε ο Αρχιεπίσκοπος στην ύπαρξη αυτού του εγγράφου μαρτυρεί ότι εντός της κυβερνητικής παράταξης δρουν κύκλοι που επεξεργάζονται επιλογές ικανές να οδηγήσουν την Ελληνική Δημοκρατία σε ήττα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο και τελικώς στην απομάκρυνση των εικόνων από τον δημόσιο βίο.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο αποκτά νέα βαρύτητα η στάση του αείμνηστου Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου, ο οποίος ήδη από την περίοδο της διακυβέρνησης Σημίτη είχε αναδείξει το ζήτημα της σημαίας, έχοντας διακρίνει εγκαίρως τις προθέσεις των ίδιων ιδεολογικών ρευμάτων. Τρεις δεκαετίες αργότερα, εκείνο που αλλάζει είναι η πολιτική τους στέγη, καθώς οι ίδιοι κύκλοι που άλλοτε εντοπίζονταν στο ΠΑΣΟΚ του Σημίτη εμφανίζονται πλέον εγκατεστημένοι στη Νέα Δημοκρατία του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Το επίμαχο απόσπασμα από το δωδεκασέλιδο έγγραφο της Γενικής Γραμματείας Θρησκευμάτων, το οποίο απέστειλε ο επικεφαλής της Γιώργος Καλαντζής στις 12 Φεβρουαρίου προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους με την ένδειξη του εξαιρετικά επείγοντος, φωτίζει με σαφήνεια το βάθος της επιχειρηματολογίας. Σε αυτό υπογραμμίζεται ότι κανείς δεν δικαιούται να λησμονεί πως οι Έλληνες Χριστιανοί Ορθόδοξοι υπήρξαν θύματα της γενοκτονίας της περιόδου 1914-1922 ακριβώς λόγω της ιδιότητάς τους αυτής και πως οι πρόσφυγες που σώθηκαν και έφθασαν στην Ελλάδα έφεραν μαζί τους τις εικόνες από τις εκκλησίες τους ως πολύτιμο στοιχείο συνέχειας και ταυτότητας. Παράλληλα γίνεται αναφορά στις μαρτυρίες από την περίοδο της τουρκικής εισβολής και κατοχής στην Κύπρο, σύμφωνα με τις οποίες προσφερόταν σωτηρία σε Έλληνες υπό τον όρο της αποκήρυξης των εικόνων και της μεταστροφής τους στο Ισλάμ. Υπό αυτή την έννοια, οι εικόνες περιγράφονται ως σύμβολα βαθύτατα δεμένα με τη διατήρηση της ελληνικής ταυτότητας, του πολιτισμού και των εθίμων, ιδίως επειδή υπήρξαν ιστορικά από τους πρώτους στόχους καταστροφής σε περιόδους δουλείας και διωγμών.
Το ίδιο κείμενο αναδεικνύει και τη βαρύνουσα σημασία του ζητήματος των εικόνων για τον ελληνικό και ορθόδοξο κόσμο, παραπέμποντας στην Εικονομαχία, τη μεγάλη εκείνη σύγκρουση που σημάδεψε για έναν αιώνα τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Υπενθυμίζει ότι από το έτος 843 η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά κάθε πρώτη Κυριακή της Μεγάλης Τεσσαροκοστής την αναστήλωση των εικόνων, μια εορτή που το 2026 συμπληρώνει 1.183 χρόνια αδιάλειπτης παρουσίας. Η αναστήλωση των εικόνων παρουσιάζεται έτσι ως ταυτοτικό γεγονός του ελληνικού πολιτισμού, συνδεδεμένο με την επικράτηση της ελληνικής κοσμοαντίληψης, μιας κοσμοαντίληψης που προσδιορίζεται και ως κρίσιμη συνιστώσα της ευρωπαϊκής συνείδησης και ταυτότητας.
Με βάση αυτή τη συλλογιστική, η ενδεχόμενη καθαίρεση των εικόνων περιγράφεται ως πράξη στραμμένη κατά της ιστορίας και της ταυτότητας του Ελληνισμού και του ελληνικού πολιτισμού, ως επιλογή που περιφρονεί την πολιτισμική σημασία των εικόνων και προσβάλλει τη μνήμη των θυμάτων της γενοκτονίας της περιόδου 1915-1922. Παράλληλα επισημαίνεται ότι μια τέτοια εξέλιξη θα όξυνε τον διχασμό στην ελληνική κοινωνία και θα άνοιγε τον δρόμο για νέες συγκρούσεις, αφού η αποδοχή της θέσης ότι η παρουσία της εικόνας του Χριστού στα δικαστήρια παραβιάζει τη θρησκευτική ελευθερία ή την αρχή της δίκαιης δίκης θα καθιστούσε αναπόφευκτη, με την ίδια ακριβώς λογική, την αμφισβήτηση του σταυρού στην ελληνική σημαία και στο εθνόσημο, τη στιγμή μάλιστα που η σημαία βρίσκεται σε κάθε δημόσιο κτίριο και το εθνόσημο δεσπόζει στο σύνολο των κρατικών σφραγίδων.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Νέα απόρριψη από τη Μαδρίτη