Μισθοί στην Ελλάδα: 31% κάτω από το 2009 η πραγματική αγοραστική δύναμη
Δεκαεπτά χρόνια μετά την έναρξη της οικονομικής κρίσης, οι μισθοί στην Ελλάδα παραμένουν καθηλωμένοι πολύ κάτω από τα επίπεδα που είχαν πριν από τη δημοσιονομική κατάρρευση. Η οικονομία εμφανίζει ανάπτυξη, η ανεργία έχει μειωθεί και ο κατώτατος μισθός αυξάνεται σταδιακά, όμως η πραγματική αγοραστική δύναμη των εργαζομένων δεν έχει αποκατασταθεί.
Η ετήσια έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ αποτυπώνει με σαφήνεια το βάθος του προβλήματος. Ο μέσος πραγματικός ετήσιος μισθός εξακολουθεί να βρίσκεται περίπου 31% χαμηλότερα από το επίπεδο του 2009, ενώ ακόμη και σε ονομαστικούς όρους οι αποδοχές παραμένουν περίπου 12% κάτω από την τελευταία χρονιά πριν από τη μεγάλη κρίση.
Το συμπέρασμα είναι βαρύ για την αγορά εργασίας. Οι μισθοί αυξάνονται, όμως οι αυξήσεις δεν επαρκούν για να καλύψουν τις απώλειες της μνημονιακής δεκαετίας και το νέο χτύπημα που προκάλεσε η έκρηξη του πληθωρισμού. Για τους εργαζόμενους, η ανάκαμψη παραμένει περισσότερο λογιστική εικόνα παρά πραγματική αλλαγή στην καθημερινότητα.
Το 2025 ο μέσος ετήσιος ονομαστικός μισθός διαμορφώθηκε στα 18.134 ευρώ, σημειώνοντας αύξηση 3,9% σε σχέση με το 2024 και σχεδόν 20% σε σύγκριση με το 2019. Η εικόνα αυτή, όμως, αλλάζει όταν ληφθεί υπόψη η ακρίβεια. Ο πραγματικός μέσος ετήσιος μισθός διαμορφώθηκε στις 14.998 ευρώ, με ελάχιστη βελτίωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος και ουσιαστική στασιμότητα σε σύγκριση με το 2019.
Η ακρίβεια έφαγε τις αυξήσεις
Η άνοδος των τιμών απορρόφησε μεγάλο μέρος των ονομαστικών αυξήσεων, περιορίζοντας το πραγματικό όφελος για τους εργαζόμενους. Αυτό σημαίνει ότι οι αποδοχές μπορεί να εμφανίζονται υψηλότερες στα χαρτιά, όμως στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στους λογαριασμούς και στις βασικές δαπάνες η βελτίωση είναι μικρή ή ανύπαρκτη.
Η σύγκριση με το 2021, όταν άρχισε η μεγάλη άνοδος των τιμών, είναι ακόμη πιο αποκαλυπτική. Παρά τις αυξήσεις που δόθηκαν τα επόμενα χρόνια, η πραγματική αξία των μισθών παραμένει 1,3% χαμηλότερη. Η ακρίβεια δεν λειτούργησε απλώς ως προσωρινή πίεση. Ακύρωσε μέρος της μισθολογικής ανάκαμψης.
Ανάλογη είναι η εικόνα και στις ωριαίες αποδοχές. Το μέσο ονομαστικό ωρομίσθιο έφτασε τα 9,6 ευρώ, όμως σε πραγματικές τιμές αντιστοιχεί μόλις στο 73,5% του επιπέδου του 2009. Με απλά λόγια, μία ώρα εργασίας σήμερα αγοράζει πολύ λιγότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα αγόραζε πριν από δεκαεπτά χρόνια.
Η πραγματικότητα αυτή αποκαλύπτει το κενό ανάμεσα στους οικονομικούς δείκτες και στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η χώρα μπορεί να εμφανίζει καλύτερη εικόνα σε ανάπτυξη και απασχόληση, όμως η εργασία εξακολουθεί να μην αποδίδει την αγοραστική δύναμη που είχε πριν από την κρίση.
Μεγάλες απώλειες σε κρίσιμους κλάδους
Η υποχώρηση της αγοραστικής δύναμης δεν περιορίζεται σε έναν συγκεκριμένο τομέα της οικονομίας. Η έκθεση δείχνει ότι οι απώλειες διαπερνούν σχεδόν όλο το φάσμα της αγοράς εργασίας, από κλάδους υψηλής εξειδίκευσης έως υπηρεσίες όπου απασχολείται μεγάλο μέρος των νέων εργαζομένων.
Στις χρηματοπιστωτικές και ασφαλιστικές υπηρεσίες, οι πραγματικές ωριαίες αποδοχές εξακολουθούν να υπολείπονται των επιπέδων του 2009. Στις επαγγελματικές και επιστημονικές δραστηριότητες καταγράφεται στασιμότητα, την ώρα που σε πολλές ευρωπαϊκές οικονομίες οι πραγματικοί μισθοί κινούνται ανοδικά.
Ακόμη πιο δύσκολη είναι η κατάσταση στο εμπόριο, στις μεταφορές, στην αποθήκευση, στον τουρισμό και στην εστίαση. Σε αυτούς τους κλάδους, όπου εργάζεται σημαντικό ποσοστό νέων ανθρώπων, το πραγματικό ωρομίσθιο περιορίζεται στα 6,4 ευρώ και παραμένει χαμηλότερο από τα προ κρίσης επίπεδα.
Οι μεγαλύτερες απώλειες καταγράφονται στις υπηρεσίες έντασης γνώσης, όπου οι πραγματικές αποδοχές είναι μειωμένες κατά περισσότερο από 42% σε σχέση με το 2009. Το στοιχείο αυτό είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό, καθώς αφορά τομείς που θα έπρεπε να στηρίζουν την παραγωγική αναβάθμιση της οικονομίας και τη συγκράτηση εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού στη χώρα.
Σημαντική υποχώρηση εμφανίζουν και δύο κρίσιμοι κοινωνικοί τομείς. Στην εκπαίδευση, το πραγματικό ωρομίσθιο μειώθηκε από τα 17,2 ευρώ το 2009 στα 10,8 ευρώ, ενώ στην υγεία και την κοινωνική φροντίδα από τα 12,5 ευρώ περιορίστηκε στα 8 ευρώ. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι η πίεση δεν αφορά μόνο την ιδιωτική αγορά, αλλά και πεδία με άμεση κοινωνική σημασία.
Η διεθνής σύγκριση επιβαρύνει ακόμη περισσότερο την εικόνα. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, το ελληνικό ωρομίσθιο αντιστοιχεί πλέον μόλις στο 63% με 64% του ευρωπαϊκού μέσου επιπέδου. Η Ελλάδα χάνει έδαφος όχι μόνο έναντι των ισχυρών οικονομιών της Δυτικής Ευρώπης, αλλά και απέναντι σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης, καθώς και των Βαλκανίων, που καταγράφουν ταχύτερη αύξηση πραγματικών αποδοχών.
Το μήνυμα της έκθεσης είναι καθαρό. Η αύξηση της απασχόλησης και η άνοδος των ονομαστικών μισθών δεν αρκούν για να αποκαταστήσουν το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η ελληνική αγορά εργασίας εξακολουθεί να κουβαλά τις βαριές απώλειες της κρίσης, ενώ η ακρίβεια των τελευταίων ετών άνοιξε νέο μέτωπο πίεσης.
Η πολιτική συζήτηση για τους μισθούς δεν μπορεί να περιορίζεται σε αριθμούς που φαίνονται θετικοί μόνο σε ονομαστικό επίπεδο. Το κρίσιμο μέγεθος είναι τι μπορεί να αγοράσει ο εργαζόμενος με τον μισθό του. Και σε αυτό το πεδίο, η Ελλάδα παραμένει πολύ πίσω από το σημείο όπου βρισκόταν πριν από την κρίση.
Η πραγματική ανάκαμψη της οικονομίας θα κριθεί από την αποκατάσταση της αγοραστικής δύναμης, την ενίσχυση των συλλογικών συμβάσεων, την αύξηση των πραγματικών μισθών και τη δυνατότητα των εργαζομένων να ζουν με αξιοπρέπεια από την εργασία τους. Χωρίς αυτά, η ανάπτυξη θα παραμένει μισή αλήθεια για την κοινωνική πλειοψηφία.
Πιο Δημοφιλή
Λαγοκέφαλοι καταστρέφουν δίχτυα και αλιεία
Άρθρο Δ. Νατσιού: “Σπουδές φύλου” ή γκρέμισμα της οικογένειας;
Πιο Πρόσφατα
Πακιστάν: Επείγουσα αγορά LNG λόγω Ορμούζ
Στήριξη Κίνας στη Λευκορωσία για κυριαρχία