Μητσοτάκης και η «αυτοδυναμία των μειοψηφιών»: Η επικίνδυνη στροφή στον εκλογικό νόμο
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, αντιλαμβανόμενος ότι η άνοδος των ποσοστών της Νέας Δημοκρατίας δεν είναι πια εφικτή — ούτε με την υπόσχεση νέων πακέτων το 2026 — έχει αρχίσει να εξετάζει πιο… ριζικές λύσεις για να διασφαλίσει την παραμονή του στην εξουσία. Εκτός από τον προγραμματισμένο ανασχηματισμό, στο τραπέζι μπαίνει τώρα η αλλαγή του εκλογικού νόμου, όχι με μια γενναία αναθεώρηση, αλλά με μια «παραμετρική» τροποποίηση που ενδέχεται να αλλάξει ριζικά τα πολιτικά δεδομένα.
Η πρόταση που έχει κατατεθεί και φαίνεται να βρίσκει σύμφωνο τον Πρωθυπουργό, αφορά την εισαγωγή επιπρόσθετου μπόνους εδρών για το πρώτο κόμμα που καταφέρνει να έχει διψήφια διαφορά από το δεύτερο, δηλαδή περίπου 10-15 ποσοστιαίες μονάδες. Πρόκειται ουσιαστικά για ένα «μπόνους μέσα στο μπόνους», που αντανακλά τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα όπου η ΝΔ συνήθως προηγείται με διψήφια διαφορά, αλλά τώρα νομοθετικά θα μεταφραστεί σε επιπλέον κοινοβουλευτική υπεροχή.
Η πιο κρίσιμη συνέπεια αυτής της αλλαγής είναι η δραστική μείωση του ορίου που χρειάζεται ένα κόμμα για να εξασφαλίσει αυτοδυναμία. Με τη νέα ρύθμιση, το κατώφλι μπορεί να πέσει ακόμα και στο 32-33%, ένα επίπεδο που μέχρι σήμερα θεωρείται πολύ χαμηλό για να κυβερνήσει κανείς μόνος του, χωρίς συμμαχίες. Αν η ΝΔ καταφέρει στην πρώτη εκλογική αναμέτρηση του 2027 να συγκεντρώσει γύρω στο 30% και ταυτόχρονα εξασφαλίσει μεγάλη διαφορά από το δεύτερο κόμμα, τότε το μπόνους εδρών θα της επιτρέψει να επιτύχει αυτοδυναμία στην επαναληπτική διαδικασία.
Ωστόσο, το Μέγαρο Μαξίμου γνωρίζει καλά πως αυτή η αλλαγή δεν πρόκειται να περάσει με τη σύμφωνη γνώμη της αντιπολίτευσης, που έχει κάθε λόγο να την απορρίψει. Το απαιτούμενο όριο των 180 βουλευτικών ψήφων για να ισχύσει η τροποποίηση από την πρώτη εκλογική αναμέτρηση είναι ανέφικτο, γι’ αυτό και το σενάριο της δεύτερης αναμέτρησης, όπου η ΝΔ θα έχει «καβάτζα» την επιπλέον ενίσχυση εδρών, θεωρείται πιο ρεαλιστικό.
Παρά την προσπάθεια αυτή, όμως, η αυτοδυναμία δεν είναι καθόλου δεδομένη, ούτε με το νέο εκλογικό σύστημα. Υπάρχει μια βαθιά ηθική και πολιτική συζήτηση που προκαλείται από το ενδεχόμενο να κυβερνά μια κυβέρνηση μειοψηφίας, που θα αντιπροσωπεύει λιγότερο από το ένα τρίτο της εκλογικής βάσης. Αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για τη δημοκρατική νομιμοποίηση και την ποιότητα της αντιπροσωπευτικότητας.
Επιπλέον, η ΝΔ δεν φαίνεται να έχει βρει ακόμα τον τρόπο να διασφαλίσει αυτά τα ποσοστά, γι’ αυτό και ο Μητσοτάκης στρέφει το βλέμμα του προς το ΠΑΣΟΚ. Με συστηματική πίεση στον χώρο του κέντρου και με το βλέμμα στραμμένο στον Ανδρουλάκη, η κυβέρνηση προσπαθεί να «ψαλιδίσει» ποσοστά και στελέχη, με στόχο να «τραβήξει» βουλευτές και ψηφοφόρους προς το μέρος της, πριν τις εκλογές.
Ακόμα και η δημόσια τοποθέτηση της Άννας Διαμαντοπούλου, που υπογραμμίζει πως το ΠΑΣΟΚ δεν μπορεί να αφήσει τη χώρα ακυβέρνητη, δείχνει πως υπάρχει μια αίσθηση πολιτικής ευθύνης, αλλά και αναγκαιότητας για συναίνεση, που το Μαξίμου ελπίζει να εκμεταλλευτεί.
Η κίνηση αυτή, ωστόσο, δεν είναι απλώς μια στρατηγική για εκλογική νίκη. Είναι μια κίνηση που δοκιμάζει τα όρια της δημοκρατίας και επαναπροσδιορίζει το πώς νοείται η «κυβέρνηση» στην Ελλάδα του 2025. Όταν το εκλογικό σύστημα φτιάχνεται ώστε να διευκολύνει την παραμονή στην εξουσία με μειοψηφικά ποσοστά, η δημοκρατική νομιμοποίηση κινδυνεύει να υποβαθμιστεί σε ένα τεχνικό τρικ, απομακρύνοντας τον λαό από την πραγματική αντιπροσώπευση.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παίζει το χαρτί του με γνώμονα την πολιτική επιβίωση, αλλά το πολιτικό κόστος μιας τέτοιας στροφής μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερο από το αναμενόμενο, αφήνοντας πίσω του μια βαθιά αμφισβήτηση για το δημοκρατικό μέλλον της χώρας.
Πιο Δημοφιλή
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Κλήρωση UEFA Nations League: Η Ελλάδα σε όμιλο φωτιά
Αλλαγή πορείας στην αμερικανική κλιματική πολιτική με απόφαση Τραμπ
Η Αθήνα δεν αντέχει άλλες αιματηρές «αναμετρήσεις» Αλβανών
Πιο Πρόσφατα
Προπαγάνδα παρακμής και καθρέφτες κατάρρευσης