18 Ιουλίου 2026

ΝΑΤΟ–Ρωσία: Η νέα ψυχροπολεμική ισορροπία και ο ρόλος του Τραμπ

Σε μια περίοδο παρατεταμένης στρατηγικής αντιπαράθεσης έχουν εισέλθει οι σχέσεις του ΝΑΤΟ με τη Ρωσία, καθώς ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι κυβερνοεπιθέσεις, οι δολιοφθορές και η στρατιωτική ενίσχυση της ανατολικής πτέρυγας έχουν καταργήσει στην πράξη τα περιθώρια επιστροφής στο προηγούμενο καθεστώς συνεργασίας.

Η Σύνοδος Κορυφής της Άγκυρας επιβεβαίωσε ότι η Συμμαχία αντιμετωπίζει πλέον τη Ρωσία ως μακροπρόθεσμη απειλή για την ευρωατλαντική ασφάλεια. Η συγκεκριμένη διατύπωση δεν αποτέλεσε απλώς μια πολιτική καταδίκη της Μόσχας. Συνοδεύτηκε από αποφάσεις για νέες στρατιωτικές προμήθειες, ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, επενδύσεις σε drones και συνέχιση της υποστήριξης προς την Ουκρανία.

Οι αποφάσεις της Άγκυρας αποτύπωσαν τη μετάβαση του ΝΑΤΟ από τη διαχείριση μιας προσωρινής κρίσης σε μια πολυετή προετοιμασία αντιπαράθεσης. Η Ρωσία κατηγορείται ότι συνδυάζει τις συμβατικές στρατιωτικές επιχειρήσεις με κυβερνοεπιθέσεις, επιχειρήσεις παραπληροφόρησης, παρεμβάσεις σε εκλογικές διαδικασίες και επιθέσεις ή δολιοφθορές σε κρίσιμες ευρωπαϊκές υποδομές.

Από την πλευρά της, η Μόσχα παρουσιάζει τη στρατιωτική ενίσχυση της Ουκρανίας ως απόδειξη ότι η Ευρώπη συμμετέχει άμεσα στη σύγκρουση. Με αυτό το επιχείρημα επιχειρεί να δικαιολογήσει τη διατήρηση μιας πολεμικής οικονομίας και τη συγκέντρωση στρατιωτικών δυνάμεων κοντά στα σύνορα των χωρών του ΝΑΤΟ.

Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και στρατιωτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι η Ρωσία θα μπορούσε μέσα στα επόμενα χρόνια να ανασυγκροτήσει επαρκώς τις δυνάμεις της ώστε να απειλήσει έδαφος της Συμμαχίας. Το 2029 αναφέρεται συχνά ως πιθανό χρονικό σημείο κατά το οποίο η Μόσχα θα μπορούσε να έχει αποκτήσει την αναγκαία επιχειρησιακή ικανότητα, χωρίς αυτό να αποτελεί βεβαιότητα ή επίσημη πρόβλεψη πολέμου.

Εκτιμήσεις ευρωπαϊκών υπηρεσιών πληροφοριών αναφέρουν επίσης ότι μετά το τέλος ή το πάγωμα του πολέμου στην Ουκρανία η Ρωσία θα μπορούσε να συγκεντρώσει έως και 115.000 στρατιώτες κοντά στις σκανδιναβικές και βαλτικές χώρες του ΝΑΤΟ. Πρόκειται για σενάριο στρατιωτικού σχεδιασμού και όχι για επιβεβαιωμένη σημερινή ανάπτυξη δυνάμεων στις χώρες της Βαλτικής.

Οι αποφάσεις της Άγκυρας και η στρατιωτική προετοιμασία

Στην Άγκυρα, οι ηγέτες των 32 κρατών-μελών επανέλαβαν τη δέσμευσή τους στο άρθρο 5 της Βορειοατλαντικής Συνθήκης, σύμφωνα με το οποίο επίθεση σε ένα μέλος θεωρείται επίθεση εναντίον ολόκληρης της Συμμαχίας.

Παράλληλα, ανακοινώθηκαν νέες αμυντικές προμήθειες αξίας άνω των 50 δισ. δολαρίων. Οι συμφωνίες αφορούν συστήματα αεράμυνας, δυνατότητες πληγμάτων μεγάλου βεληνεκούς, μη επανδρωμένα μέσα, αεροσκάφη επιτήρησης, προηγμένα τεχνολογικά συστήματα και υποδομές πληροφοριών.

Τα κράτη-μέλη δεσμεύτηκαν ακόμη να επενδύσουν περισσότερα από 40 δισ. δολάρια μέσα στην επόμενη πενταετία σε συστήματα αντιμετώπισης drones. Η εμπειρία από την Ουκρανία και τη Μέση Ανατολή έχει δείξει ότι τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη χαμηλού κόστους μπορούν να προκαλέσουν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες σε στρατιωτικές μονάδες και κρίσιμες εγκαταστάσεις.

Επιπλέον, αποφασίστηκε επένδυση 27 δισ. ευρώ για τον εκσυγχρονισμό των υποδομών αποθήκευσης και διανομής καυσίμων, με έμφαση στην ανατολική πτέρυγα. Η δυνατότητα γρήγορου ανεφοδιασμού στρατιωτικών δυνάμεων θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για οποιαδήποτε πραγματική αποτροπή απέναντι στη Ρωσία.

Για την Ουκρανία, οι σύμμαχοι δεσμεύτηκαν να διαθέσουν 70 δισ. ευρώ σε στρατιωτικό εξοπλισμό, εκπαίδευση και υποστήριξη μέσα στο 2026, διατυπώνοντας παράλληλα την πρόθεση να διατηρήσουν τουλάχιστον αντίστοιχο επίπεδο βοήθειας το 2027.

Ο στόχος για συνολικές αμυντικές και σχετικές με την ασφάλεια δαπάνες στο 5% του ΑΕΠ έως το 2035 είχε συμφωνηθεί στη Σύνοδο της Χάγης το 2025. Από αυτό το ποσοστό, τουλάχιστον 3,5% πρέπει να κατευθύνεται στις βασικές στρατιωτικές ανάγκες και έως 1,5% σε υποδομές, κυβερνοασφάλεια, πολιτική προστασία και βιομηχανική προετοιμασία.

Η απόσταση ανάμεσα στις δεσμεύσεις και στην πραγματική εφαρμογή παραμένει μεγάλη. Μόνο πέντε από τα 32 μέλη προβλέπεται να φτάσουν ήδη το 2026 στο 3,5% του ΑΕΠ για τις κύριες αμυντικές δαπάνες, ενώ αρκετές χώρες εξακολουθούν να κινούνται κοντά στο προηγούμενο όριο του 2%.

Η Ρωσία, την ίδια ώρα, διαθέτει πολύ μεγαλύτερο ποσοστό της οικονομικής της παραγωγής για στρατιωτικούς σκοπούς. Οι εκτιμήσεις διαφέρουν ανάλογα με το αν συνυπολογίζονται απόρρητες δαπάνες και έκτακτες πιστώσεις. Ο επίσημος σχεδιασμός τοποθετούσε τις βασικές αμυντικές δαπάνες λίγο πάνω από το 6% του ΑΕΠ για το 2026, ενώ η πραγματική πολεμική επιβάρυνση ενδέχεται να είναι σημαντικά υψηλότερη.

Ο παράγοντας Τραμπ και οι δίαυλοι με τον Πούτιν

Η μεγαλύτερη αβεβαιότητα για τη συνοχή της Συμμαχίας δεν προέρχεται από τις επίσημες αποφάσεις της Άγκυρας. Προέρχεται από τις συνεχείς μεταβολές της αμερικανικής πολιτικής υπό τον Ντόναλντ Τραμπ και από την προσωπική διπλωματία που επιδιώκει να ασκεί απέναντι στον Βλαντιμίρ Πούτιν.

Η κυβέρνηση Τραμπ έχει απαιτήσει από τους Ευρωπαίους να αναλάβουν το κύριο βάρος της συμβατικής άμυνας της ηπείρου. Παράλληλα, οι Ηνωμένες Πολιτείες μείωσαν ορισμένες από τις δυνάμεις και τα μέσα που είχαν δεσμευτεί να διαθέσουν στο ΝΑΤΟ σε περίπτωση κρίσης.

Στα σχέδια περιλαμβάνονται μείωση κατά περίπου ένα τρίτο των αμερικανικών μαχητικών που διατίθενται στη Συμμαχία, περιορισμός των αναγνωριστικών και επιθετικών drones και μικρότερη διάθεση στρατηγικών βομβαρδιστικών και πολεμικών πλοίων. Οι Ευρωπαίοι κάλυψαν μεγάλο μέρος των κενών, όμως εξακολουθούν να εξαρτώνται από τις ΗΠΑ σε κρίσιμες δυνατότητες.

Παράλληλα βρίσκεται σε εξέλιξη επανεξέταση της παρουσίας περίπου 80.000 Αμερικανών στρατιωτών στην Ευρώπη. Μέχρι στιγμής δεν έχει ανακοινωθεί συνολική αποχώρηση του ενός τρίτου των αμερικανικών δυνάμεων, όπως έχει αναφερθεί σε ορισμένες αναλύσεις.

Στην Άγκυρα ο Τραμπ εμφανίστηκε αρχικά επιθετικός προς ορισμένους συμμάχους, επαναφέροντας τις διαφωνίες για την Ισπανία, το Ιράν και τη Γροιλανδία. Λίγες ώρες αργότερα άλλαξε τόνο, μίλησε για ενότητα, επανεπιβεβαίωσε τη συμμετοχή των ΗΠΑ στο ΝΑΤΟ και συνυπέγραψε τη δέσμευση για συλλογική άμυνα.

Απέναντι στην Ουκρανία υιοθέτησε επίσης πιο υποστηρικτική στάση, ανακοινώνοντας ότι η Ουάσινγκτον θα επιτρέψει στο Κίεβο να παράγει με αμερικανική άδεια πυραύλους για τα συστήματα Patriot. Η απόφαση μπορεί να ενισχύσει μακροπρόθεσμα την ουκρανική αεράμυνα, χωρίς να λύνει άμεσα το πρόβλημα της έλλειψης αναχαιτιστικών πυραύλων.

Οι προσωπικές επαφές Τραμπ και Πούτιν μπορούν να διατηρήσουν έναν δίαυλο επικοινωνίας σε μια περίοδο κατά την οποία οι θεσμικές σχέσεις ΝΑΤΟ και Ρωσίας βρίσκονται σχεδόν στο χαμηλότερο σημείο τους. Ο δίαυλος αυτός μπορεί να χρησιμοποιηθεί για διαπραγματεύσεις, εκεχειρίες ή αποκλιμάκωση.

Η προσωπική διπλωματία μετατρέπεται όμως σε παράγοντα αποσταθεροποίησης όταν συνοδεύεται από αντιφατικές δηλώσεις και απότομες αλλαγές πολιτικής. Η αποτροπή βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι δεσμεύσεις της Συμμαχίας θα εφαρμοστούν χωρίς καθυστέρηση. Κάθε δημόσια αμφισβήτηση της αμερικανικής συμμετοχής δίνει στη Μόσχα κίνητρο να δοκιμάσει τα όρια της δυτικής ενότητας.

Κρίσιμος παραμένει και ο ρόλος της Τουρκίας. Η Άγκυρα είναι μέλος του ΝΑΤΟ, φιλοξένησε τη Σύνοδο και επιδιώκει στενότερη αμυντική συνεργασία με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Διατηρεί συγχρόνως οικονομικούς και διπλωματικούς διαύλους με τη Ρωσία, ενώ η αγορά του ρωσικού συστήματος S-400 είχε προκαλέσει σοβαρή σύγκρουση με την Ουάσινγκτον.

Η διπλή αυτή σχέση προσφέρει στην Τουρκία δυνατότητα μεσολάβησης ανάμεσα στη Ρωσία και την Ουκρανία. Δημιουργεί επίσης ερωτήματα για το κατά πόσο η Άγκυρα μπορεί να ακολουθεί πλήρως μια ενιαία πολιτική πίεσης απέναντι στη Μόσχα, όταν διατηρεί παράλληλα σημαντικές οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις μαζί της.

Οι αποφάσεις της Συνόδου της Άγκυρας ήταν σημαντικές, επειδή μετέτρεψαν την πολιτική ανησυχία σε συγκεκριμένες χρηματοδοτήσεις, εξοπλισμούς και δεσμεύσεις προς την Ουκρανία. Δεν εξάλειψαν τις εσωτερικές αντιθέσεις του ΝΑΤΟ ούτε την αβεβαιότητα που προκαλεί η στάση του Αμερικανού προέδρου.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι το ΝΑΤΟ ενισχύεται στρατιωτικά απέναντι στη Ρωσία, ενώ ταυτόχρονα δοκιμάζεται πολιτικά από τις διαφορετικές προτεραιότητες των μελών του. Η προσωπική σχέση Τραμπ και Πούτιν μπορεί να επηρεάσει τον τόνο και την ταχύτητα των εξελίξεων. Δεν αναιρεί όμως τη βαθύτερη σύγκρουση συμφερόντων που έχει διαμορφωθεί ανάμεσα στη Ρωσία και τη δυτική στρατιωτική συμμαχία.