Νέο τέλος 3 ευρώ σε φθηνές εισαγωγές από Κίνα στην ΕΕ
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Από 1η Ιουλίου 2026, η ΕΕ επιβάλλει τέλος 3 ευρώ σε εισαγωγές προϊόντων αξίας κάτω των 150 ευρώ.
- Το μέτρο στοχεύει κυρίως φθηνές εισαγωγές από την Κίνα μέσω πλατφορμών όπως Shein και Temu.
- Καταργείται η εξαίρεση de minimis, με το κόστος να μετακυλίεται στους καταναλωτές.
- Νέες γραφειοκρατικές απαιτήσεις και πιθανές καθυστερήσεις στις παραδόσεις αναμένονται.
- Μικρές επιχειρήσεις εκτός ΕΕ, ειδικά στο Ηνωμένο Βασίλειο, πλήττονται σημαντικά.
Από την 1η Ιουλίου 2026, τίθεται σε εφαρμογή ένα νέο τέλος ύψους 3 ευρώ για όλες τις εισαγωγές προϊόντων αξίας κάτω των 150 ευρώ εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέτρο αυτό, το οποίο έχει σχεδιαστεί για να περιορίσει την εισροή φθηνών εμπορευμάτων από τρίτες χώρες, κυρίως από την Κίνα, αναμένεται να επιφέρει σημαντικές αλλαγές στην καταναλωτική συμπεριφορά και στο διεθνές εμπόριο. Οι πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως η Shein και η Temu, οι οποίες βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε αποστολές χαμηλού κόστους, θα βρεθούν στο επίκεντρο αυτής της νέας ρυθμιστικής παρέμβασης.
Η απόφαση αυτή έρχεται σε μια περίοδο όπου οι εισαγωγές ηλεκτρονικού εμπορίου στην ΕΕ έχουν εκτοξευθεί, φτάνοντας σχεδόν τα 6 δισεκατομμύρια τεμάχια το προηγούμενο έτος. Από αυτά, περίπου το 90% αφορούσε προϊόντα αξίας κάτω των 150 ευρώ, με την Κίνα να κατέχει κυρίαρχη θέση. Είδη γρήγορης μόδας, προϊόντα ομορφιάς και ηλεκτρονικές συσκευές αποτελούν τη συντριπτική πλειοψηφία αυτών των εισαγωγών, δημιουργώντας ανησυχίες για τον αθέμιτο ανταγωνισμό που υφίστανται οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις.
Κατάργηση της εξαίρεσης de minimis
Το νέο τέλος ουσιαστικά καταργεί την αποκαλούμενη εξαίρεση de minimis, ένα καθεστώς ατέλειας που ίσχυε για δεκαετίες και επέτρεπε την αδασμολόγητη είσοδο προϊόντων πολύ μικρής αξίας. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποστηρίζει ότι το μέτρο δεν αποτελεί πράξη προστατευτισμού, αλλά μια αναγκαία κίνηση για την αποκατάσταση ίσων όρων ανταγωνισμού. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε η Κομισιόν, τα παραδοσιακά καταστήματα λιανικής αδυνατούν να ανταγωνιστούν τις μαζικές εισαγωγές φθηνών προϊόντων, οι οποίες συχνά δεν πληρούν τα ίδια πρότυπα ασφάλειας και ποιότητας.
Η επιβάρυνση αυτή δεν θα επιβληθεί άμεσα στον καταναλωτή, αλλά θα καταβάλλεται από τους πωλητές, τις μεταφορικές εταιρείες ή τους εκτελωνιστές. Στη συνέχεια, το κόστος θα μετακυλίεται στον τελικό αγοραστή. Η FedEx, για παράδειγμα, έχει ήδη ενημερώσει ότι θα ανακτά το ποσό από τον πελάτη, γεγονός που ενδέχεται να οδηγήσει σε ακυρώσεις παραγγελιών. Ο Mike Parra, επικεφαλής της DHL Express Europe, προειδοποίησε ότι πολλοί καταναλωτές ενδέχεται να αποσύρουν την αγορά τους τη στιγμή της ολοκλήρωσης, βλέποντας το επιπλέον κόστος των 3, 6 ή και 9 ευρώ.
Πολυπλοκότητα και νέες γραφειοκρατικές απαιτήσεις
Η εφαρμογή του νέου τέλους εισάγει ένα επιπλέον επίπεδο πολυπλοκότητας στις τελωνειακές διαδικασίες. Το τέλος υπολογίζεται ανά προϊόν με βάση τον τελωνειακό κωδικό του. Αυτό σημαίνει ότι ένα δέμα με τρία μπλουζάκια του ίδιου κωδικού θα επιβαρυνθεί με 3 ευρώ, ενώ αν περιέχει ένα μπλουζάκι και ένα βιβλίο, το συνολικό τέλος θα ανέλθει στα 6 ευρώ. Ακόμη πιο περίπλοκη είναι η περίπτωση αποστολής με τρία προϊόντα ίδιου κωδικού αλλά από διαφορετικές χώρες, όπου το τέλος θα φτάσει τα 9 ευρώ.
Παράλληλα, από τον Νοέμβριο του 2026 αναμένεται να τεθεί σε ισχύ ένα επιπλέον τέλος διαχείρισης, το οποίο η DHL εκτιμά ότι θα ανέρχεται περίπου στα 2 ευρώ ανά αποστολή. Οι νέες απαιτήσεις τελωνειακής δήλωσης αναμένεται να επιβραδύνουν τις παραδόσεις, καθώς μέρος των φορτίων θα μεταφερθεί από ταχείες υπηρεσίες σε μαζικές αποστολές μέσω φθηνότερων αλλά πιο χρονοβόρων μέσων μεταφοράς. Η βρετανική εταιρεία ταχυμεταφορών Parcelhero προειδοποιεί ήδη για πιθανά "μποτιλιαρίσματα" στις εφοδιαστικές αλυσίδες κατά την αρχική εφαρμογή του μέτρου.
Επιπτώσεις σε επιχειρήσεις και καταναλωτές
Οι επιχειρήσεις εκτός ΕΕ, ιδιαίτερα εκείνες που δραστηριοποιούνται στο Ηνωμένο Βασίλειο, αισθάνονται ιδιαίτερα εκτεθειμένες. Ο Marco Forgione, γενικός διευθυντής του Chartered Institute of Export & International Trade, επεσήμανε ότι, αν και οι νέοι κανόνες στοχεύουν κυρίως μεγάλες πλατφόρμες, στην πράξη επηρεάζουν όλους τους εξαγωγείς. Οι μικρές επιχειρήσεις που εξάγουν απευθείας στους καταναλωτές μέσω ταχυδρομικών υπηρεσιών θα πληγούν περισσότερο, ενώ οι κυβερνήσεις θα αποκτήσουν μια απρόσμενη πηγή εσόδων.
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του John Jones, συνεταίρου της εταιρείας Philip Morris & Son, η οποία διατηρεί πολυκατάστημα στο Χέρεφορντ της Αγγλίας. Πριν από το Brexit, το 10%-15% των πωλήσεών του προερχόταν από το εξωτερικό, ποσοστό που μετά το Brexit μειώθηκε στο 5%. Οι πωλήσεις προς τις ΗΠΑ σχεδόν εξαφανίστηκαν μετά τους δασμούς Τραμπ, και τώρα ο Jones ανησυχεί ότι θα χάσει και την πελατειακή βάση του στην ΕΕ. Ο συνδυασμός ανταγωνισμού από το εξωτερικό και νέων επιβαρύνσεων δημιουργεί, όπως λέει, "το χειρότερο δυνατό σενάριο" για την επιχείρησή του.
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η βρετανική κυβέρνηση δεν σκοπεύει να καταργήσει το αφορολόγητο όριο των 135 λιρών πριν από το 2029, γεγονός που δημιουργεί μια ασυμμετρία στην αγορά. Ο Andrew Goodacre, επικεφαλής της British Independent Retailers Association, τόνισε ότι περίπου 1 δισεκατομμύριο προϊόντα εισάγονται κάθε χρόνο στη χώρα μέσω του καθεστώτος των "χαμηλής αξίας εισαγωγών", καθιστώντας εξαιρετικά δύσκολο για τα φυσικά καταστήματα να ανταγωνιστούν, ειδικά σε μια περίοδο αυξημένων λειτουργικών εξόδων.
Πιο Δημοφιλή
Καλοί Λιμένες: Επιχείρηση διάσωσης 40 ατόμων
Ανακατατάξεις στον ΣΥΡΙΖΑ: Απομακρύνσεις και νέοι ρόλοι
Πιο Πρόσφατα
Γαλλία: Ανάκαμψη PMI τον Ιούνιο
Επίθεση στο σπίτι του Νίκου Χαρδαλιά