Νόμος Κατσέλη: Πώς στήνεται ένα κλίμα φόβου πάνω από 350.000 δανειολήπτες
Η πρόσφατη απόφαση του Αρείου Πάγου για ζητήματα που αφορούν τον νόμο Κατσέλη δεν αποτέλεσε απλώς μια ακόμη νομική εξέλιξη. Μετατράπηκε ταχύτατα σε εργαλείο πολιτικής πίεσης και επικοινωνιακής σύγχυσης, με επίκεντρο περίπου 350.000 δανειολήπτες, οι οποίοι εδώ και χρόνια προσπαθούν να διασώσουν την πρώτη κατοικία τους και να σταθούν όρθιοι μέσα σε ένα περιβάλλον διαρκούς οικονομικής ασφυξίας.
Από τις πρώτες κιόλας ώρες μετά τη δημοσιοποίηση της απόφασης, άρχισε να διαμορφώνεται ένα αφήγημα που αφήνει να εννοηθεί ότι χιλιάδες πολίτες ενδέχεται να κληθούν να επιστρέψουν χρήματα, να χάσουν ρυθμίσεις ή να βρεθούν αντιμέτωποι με νέες απαιτήσεις από τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Το αφήγημα αυτό, ωστόσο, δεν στηρίζεται σε μια καθαρή και ενιαία νομική ερμηνεία, αλλά σε αποσπασματικές διαρροές, υπερβολικές αναγνώσεις και γενικεύσεις που θολώνουν το πραγματικό περιεχόμενο της δικαστικής κρίσης.
Στην πράξη, η απόφαση δεν αναιρεί αυτομάτως τις τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις που έχουν εκδοθεί υπέρ δανειοληπτών, ούτε προβλέπει συλλήβδην επιστροφές χρημάτων. Παρ’ όλα αυτά, το κλίμα που καλλιεργείται δημιουργεί ένα ισχυρό ψυχολογικό βάρος στους πολίτες, λειτουργώντας ως μοχλός πίεσης για «εθελοντικές» ρυθμίσεις, συμβιβασμούς ή αποδοχή δυσμενέστερων όρων.
Ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση αυτού του κλίματος διαδραματίζει η ευρύτερη αρχιτεκτονική του τραπεζικού συστήματος μετά τη μεταφορά των μη εξυπηρετούμενων δανείων σε funds. Οι εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων δεν λειτουργούν με τους ίδιους όρους κοινωνικής και θεσμικής ευθύνης που –έστω θεωρητικά– δεσμεύουν τις τράπεζες. Αντιθέτως, η στρατηγική τους βασίζεται στην ταχεία είσπραξη, στην αξιοποίηση της αβεβαιότητας και στην εξάντληση των περιθωρίων πίεσης προς τον οφειλέτη.
Σε αυτό το πλαίσιο, η νομική ασάφεια μετατρέπεται σε εργαλείο. Όχι για την απονομή δικαιοσύνης, αλλά για την επιτάχυνση εισπρακτικών στόχων. Οι δανειολήπτες, ακόμη και όσοι έχουν τηρήσει πιστά τις ρυθμίσεις τους, καλούνται να αποδείξουν εκ νέου την «αθωότητά» τους, υπό την απειλή μακρόχρονων δικαστικών περιπετειών και οικονομικής εξόντωσης.
Το ζήτημα, ωστόσο, δεν είναι μόνο νομικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Ο νόμος Κατσέλη, παρά τις αδυναμίες και τις καταχρήσεις που πράγματι υπήρξαν, αποτέλεσε για χρόνια τη μοναδική θεσμική ασπίδα απέναντι στη μαζική απώλεια πρώτης κατοικίας. Η σταδιακή αποδόμησή του δεν συνοδεύτηκε από ένα ισοδύναμο και δίκαιο σύστημα προστασίας, αλλά από μια πολιτική επιλογή μετακύλισης του ρίσκου αποκλειστικά στον πολίτη.
Η ευθύνη της Πολιτείας είναι εμφανής. Αντί για σαφή νομοθετική παρέμβαση που θα ξεκαθαρίζει το τοπίο, θα διασφαλίζει τις τελεσίδικες δικαστικές κρίσεις και θα προστατεύει τους συνεπείς δανειολήπτες, επιλέγεται η σιωπή ή η διοχέτευση αντιφατικών μηνυμάτων. Το αποτέλεσμα είναι η εμπέδωση της ανασφάλειας και η αποδυνάμωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς.
Σε μια κοινωνία ήδη επιβαρυμένη από πληθωρισμό, ενεργειακό κόστος και χαμηλά εισοδήματα, η καλλιέργεια φόβου γύρω από τα χρέη δεν είναι ουδέτερη πολιτική επιλογή. Είναι στρατηγική. Και κάθε στρατηγική έχει αποδέκτες και ωφελημένους.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν ο νόμος Κατσέλη είχε προβλήματα. Είναι αν το κράτος δικαίου μπορεί να λειτουργεί με όρους εκφοβισμού και ασάφειας ή αν οφείλει να προσφέρει σαφείς κανόνες, νομική ασφάλεια και πραγματική προστασία στους πολίτες που βρέθηκαν παγιδευμένοι σε μια κρίση που δεν δημιούργησαν οι ίδιοι.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Η αόρατη φυλακή του φόβου και η μηχανική της υποταγής