Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΛΕΤΙΟΣ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ

11 Φεβρουαρίου 2026

Ο Έπσταϊν, η Ελλάδα και το νήμα της παγκόσμιας διαφθοράς

Οι πρόσφατες αποκαλύψεις από τα λεγόμενα «αρχεία Έπσταϊν» φέρνουν στο φως έναν απροσδόκητο ελληνικό μίτο μέσα στο διεθνές σκάνδαλο. Στα δεκάδες χιλιάδες έγγραφα που αποχαρακτηρίστηκαν από το υπουργείο Δικαιοσύνης των ΗΠΑ, η Ελλάδα αναφέρεται περισσότερο από 1.500 φορές — από email και σημειώσεις μέχρι ταξιδιωτικά αρχεία και οικονομικές αναλύσεις. Οι περισσότερες από αυτές τις αναφορές σχετίζονται με την ελληνική κρίση χρέους και τα μνημόνια, τις τράπεζες, τα ομόλογα και τον μηχανισμό των προγραμμάτων διάσωσης 2010–2015. Το γεγονός ότι ένας διαβόητος χρηματιστής όπως ο Τζέφρι Έπσταϊν παρακολουθούσε τόσο στενά τις εξελίξεις στην Ελλάδα εγείρει σοβαρά ερωτήματα — όχι μόνο για το ποιοι Έλληνες εμφανίζονται στο δίκτυό του, αλλά και για το πώς τέμνονται οι ιστορίες της οικονομικής μας κρίσης και ενός παγκόσμιου κυκλώματος διαφθοράς.

Ελληνικά ίχνη στα αρχεία του Έπσταϊν
Τα μνημόνια υπό το βλέμμα του Έπσταϊν: Ανάμεσα στα έγγραφα ξεχωρίζει ένα email της 31ης Ιουλίου 2015, όπου ο Έπσταϊν έγραψε στον διανοούμενο Νόαμ Τσόμσκι σχετικά με τις ελληνικές διασώσεις. Ο Έπσταϊν αναλύει με καυστικό τρόπο τον μηχανισμό των μνημονίων, επικαλούμενος άρθρο του οικονομολόγου Μαρκ Μπλάιθ (Mark Blyth), και υποστηρίζει ότι οι διασώσεις μέσω του EFSF στήθηκαν πρωτίστως για να σωθούν οι ιδιώτες πιστωτές — κυρίως οι γαλλικές και γερμανικές τράπεζες — και όχι για να βοηθηθεί ουσιαστικά το ελληνικό κράτος. Περιγράφει μάλιστα «περίεργες λογιστικές πρακτικές», όπου τα δάνεια προς την Ελλάδα λειτουργούσαν ως αγωγός για να αποπληρωθούν οι πιστωτές, χωρίς να ωφελούν άμεσα τον ελληνικό δημόσιο τομέα ή την κοινωνία. Στην ίδια αλληλογραφία, ο Τσόμσκι συμφωνεί, σημειώνοντας ότι η Ελλάδα λειτούργησε ως «απλός αγωγός» για τη διάσωση των ξένων τραπεζών και ότι μόνο ένα μικρό μέρος των εκταμιευθέντων ποσών — της τάξης μόλις του 5-11% — κατέληξε πραγματικά σε ανάγκες του ελληνικού κράτους. Με άλλα λόγια, παρά το αφήγημα περί «διάσωσης της Ελλάδας», η συντριπτική πλειοψηφία των χρημάτων πήγε πίσω στους πιστωτές. Πράγματι, ανεξάρτητες μελέτες επιβεβαιώνουν ότι από τα πρώτα δύο προγράμματα ύψους περίπου €230 δισ., λιγότερο από το 10% χρησιμοποιήθηκε για τις ανάγκες του ελληνικού δημοσίου, ενώ το υπόλοιπο διοχετεύθηκε πίσω σε πιστωτές και τράπεζες.

«Λογιστική-φάντασμα» και ονομαστικές διασώσεις: Ο Έπσταϊν, στο email προς τον Τσόμσκι, παρομοιάζει τα τραπεζικά «ενεργητικά» (τα δάνεια) με φανταστικούς μηχανισμούς ανάπτυξης — έναν τρόπο για να καταδείξει πώς οι τράπεζες εμφάνιζαν κέρδη μέσω εισπράξεων τόκων και αναχρηματοδοτήσεων, χωρίς να αναγνωρίζουν τους πραγματικούς κινδύνους. Χαρακτηρίζει ευθέως αυτή τη διευθέτηση μια «μυθοπλασία», υπονοώντας ότι μέσω των μνημονίων οι ιδιωτικές τραπεζικές ζημίες μεταφέρθηκαν στους δημόσιους φορείς. Είναι αποκαλυπτικό ότι τέτοιες παρατηρήσεις προέρχονται από τον ίδιο τον Έπσταϊν, ο οποίος — παρά τη φήμη του ως εγκληματία σεξουαλικής εκμετάλλευσης — διέθετε εντυπωσιακή δικτύωση και συμφέροντα στον χώρο της διεθνούς οικονομικής πολιτικής. Δεν είχε μεν άμεση επιχειρηματική ανάμιξη στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα αρχεία, όμως παρακολουθούσε στενά τις εξελίξεις. Τα αρχεία δείχνουν ότι είχε τακτικές επαφές με σημαίνοντα πρόσωπα όπως ο Τσόμσκι και η τραπεζίτισσα Αριάν ντε Ρότσιλντ, συζητώντας για το ελληνικό δημοψήφισμα του 2015, την παραίτηση Βαρουφάκη και τις πολιτικές ‘πιρουέτες’ του Αλέξη Τσίπρα. Ο ίδιος ο Έπσταϊν προσφέρθηκε μάλιστα να διευκολύνει ταξίδια του Τσόμσκι στην Ελλάδα με τα ιδιωτικά του μέσα, ένδειξη του πόσο ‘ομαλοποιημένες’ ήταν οι συναναστροφές του στους κύκλους της διανόησης ακόμη και μετά την καταδίκη του το 2008.

Επενδυτικές ευκαιρίες εν μέσω κρίσης: Πέρα από τις θεωρητικές αναλύσεις, ο Έπσταϊν έβλεπε στην ελληνική κρίση και ευκαιρίες κέρδους. Σε αλληλογραφίες του 2012–2014, τα αρχεία δείχνουν ότι ενημερωνόταν διαρκώς για την πορεία των ελληνικών αγορών και εξέταζε επενδύσεις σε υποτιμημένα ελληνικά asset. Χαρακτηριστικά, σε email του 2014 συνεργάτες του τον ενημέρωσαν για αγορές warrant ελληνικών τραπεζών — χρηματοοικονομικών παραγώγων που εκδόθηκαν μετά την ανακεφαλαιοποίηση, όταν οι τράπεζες είχαν περάσει σε μεγάλο βαθμό στο κράτος αλλά αναμένονταν να επιστρέψουν σε κερδοφορία. Ο Έπσταϊν ζήτησε μάλιστα άνοιγμα λογαριασμών στην Ελλάδα για να μπορεί να ‘τοποθετηθεί’ σε τέτοιους τίτλους. Παράλληλα, σε αλληλογραφία του με την Αριάν ντε Ρότσιλντ στις αρχές Ιουλίου 2015 — την κρίσιμη στιγμή του δημοψηφίσματος — συζητούσε τόσο τις πολιτικές εξελίξεις (με αναφορές στον τότε πρωθυπουργό Τσίπρα και τον υπουργό Οικονομικών Βαρουφάκη) όσο και πιθανές επενδυτικές κινήσεις. Αυτό αποκαλύπτει ότι ο κύκλος του Έπσταϊν έβλεπε την ελληνική κρίση διττά: αφ’ ενός ως θέμα γεωπολιτικού ενδιαφέροντος αφ’ ετέρου ως ευκαιρία κερδοσκοπίας.

Έλληνες ελίτ, επαφές και διασυνδέσεις

Τα αρχεία του Έπσταϊν δεν περιλαμβάνουν μόνο αναφορές στην ελληνική οικονομία, αλλά και ονόματα συγκεκριμένων Ελλήνων — κυρίως εκπροσώπων της οικονομικής ελίτ και της υψηλής κοινωνίας. Το  περιβόητο ‘μικρό μαύρο βιβλίο’ επαφών του Έπσταϊν, που διέρρευσε το 2020, περιείχε και ελληνικά ονόματα. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο πρίγκιπας Παύλος, γιος του τέως βασιλιά Κωνσταντίνου, και η σύζυγός του Μαρί Σαντάλ, αλλά και μέλη γνωστών εφοπλιστικών δυναστειών: Κωνσταντίνος Νιάρχος (της οικογένειας Σταύρου Νιάρχου), Δημήτρης Γουλανδρής, η Δήμητρα Λαλαούνη (της γνωστής οικογένειας κοσμηματοποιών) καθώς και μέλη της οικογένειας Μαυρολέων. Η παρουσία αυτών των ονομάτων στο σημειωματάριο διευθύνσεων του Έπσταϊν υποδηλώνει ότι διέθετε πρόσβαση και γνωριμίες στους κύκλους της ελληνικής και ελληνογενούς υψηλής κοινωνίας. Πράγματι, ο Παύλος και η Μαρί Σαντάλ είναι εγκατεστημένοι στο Λονδίνο και στη Νέα Υόρκη αντίστοιχα και συγχρωτίζονται με τη διεθνή ελίτ — δεν εκπλήσσει λοιπόν που τα στοιχεία επικοινωνίας τους βρέθηκαν στο δίκτυο ενός κοσμικού χρηματιστή.

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι η καταγραφή κάποιου στο βιβλιάριο επαφών του Έπσταϊν δεν αποδεικνύει συνεύρεση ή συνενοχή. Όπως επισημαίνουν αναλυτές, πολλά από τα ονόματα ήταν «ευσεβείς πόθοι» επαφών — άνθρωποι με τους οποίους ο Έπσταϊν θα ήθελε να σχετιστεί ή να είχε μακρινή κοινωνική γνωριμία. Πράγματι, μετά τη διαρροή του καταλόγου, η Μαρί Σαντάλ διέψευσε κατηγορηματικά οποιαδήποτε σχέση της ίδιας ή του συζύγου της με τον Έπσταϊν, διευκρινίζοντας ότι απλώς περιλαμβάνονταν στον κοινωνικό κατάλογο της Γκισλέιν Μάξγουελ (της συνεργού του Έπσταϊν). Η αντίδραση αυτή, που προβλήθηκε έντονα στα ελληνικά ΜΜΕ, δείχνει πώς αντιμετωπίστηκε εντός Ελλάδας το θέμα: ως μια αμήχανη είδηση lifestyle, στην οποία δόθηκε έμφαση στις διαψεύσεις των επωνύμων και όχι σε περαιτέρω έρευνα.

Πέραν των κοινωνικών γνωριμιών, δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι Έλληνες πολιτικοί ή κρατικοί αξιωματούχοι είχαν άμεση εμπλοκή με τον Έπσταϊν. Ωστόσο, είναι αξιοσημείωτο ότι στην αλληλογραφία του Έπσταϊν με την Αριάν ντε Ρότσιλντ το 2015, εμφανίζονται αξιολογικές κρίσεις για κορυφαίες πολιτικές κινήσεις στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα αρχεία, η ίδια η επικεφαλής του ελβετικού τραπεζικού ομίλου Edmond de Rothschild έγραψε σε email ότι «ο Τσίπρας ζητούσε το κεφάλι του Βαρουφάκη εδώ και καιρό». Ο Έπσταϊν φέρεται να απάντησε — σε αντίθεση με όσα έλεγαν τότε τα κατεστημένα media — ότι με την απομάκρυνση του Γιάνη Βαρουφάκη οι Έλληνες «την είχαν πραγματικά πατήσει». Η ωμή αυτή διατύπωση από έναν Αμερικανό χρηματιστή προς μια Γαλλίδα τραπεζίτισσα, αναφορικά με Έλληνες ηγέτες, φανερώνει τον κυνισμό με τον οποίο οι διεθνείς ελίτ σχολίαζαν τις ελληνικές εξελίξεις πίσω από κλειστές πόρτες. Εν τέλει, οι φόβοι του Έπσταϊν επιβεβαιώθηκαν: η απομάκρυνση Βαρουφάκη άνοιξε τον δρόμο για το τρίτο μνημόνιο και μια άνευ όρων παράδοση της Αθήνας στις απαιτήσεις των δανειστών — κάτι που ο Έπσταϊν φαίνεται πως έβλεπε ως ολέθριο λάθος από ελληνικής πλευράς.

Μυστικές υπηρεσίες και συγκάλυψη: Η προστασία ενός κυκλώματος

Το σκάνδαλο Έπσταϊν δεν αφορά απλώς έναν «μεμονωμένο διεστραμμένο». Για πάνω από δύο δεκαετίες, ο Έπσταϊν λειτουργούσε εντός ενός πλαισίου ελίτ προστασίας και συγκάλυψης. Παρά την πληθώρα αποδείξεων για τους βιασμούς και τη διακίνηση ανηλίκων που οργάνωνε, έτυχε πρωτοφανούς ευνοϊκής μεταχείρισης από το σύστημα. Το 2008 του επιβλήθηκε μια σκανδαλωδώς επιεικής ποινική συμφωνία, το περιβόητο «μηνύσιμο σύμφωνο» (non-prosecution agreement), που ουσιαστικά του εξασφάλισε μικρή ποινή φυλάκισης και — το κυριότερο — προστάτευσε από διώξεις και τυχόν συνεργούς του. Με άλλα λόγια, η επίσημη αντιμετώπιση της υπόθεσης τότε φρόντισε να περιορίσει την ευθύνη στον ίδιο τον Έπσταϊν, απομονώνοντάς τον ως ένα ασυνήθιστο «αρπακτικό», ενώ το ευρύτερο δίκτυο πελατών και συνεργατών του έμεινε στο απυρόβλητο. Η λογική αυτή — «η ευθύνη σταματά όπου αρχίζει η εξουσία» — θυμίζει έντονα την περίπτωση της Ελλάδας: η λογοδοσία σταμάτησε ακριβώς στο σημείο που θα απειλούνταν οι ισχυροί (οι μεγάλες τράπεζες και οι Ευρωπαίοι ιθύνοντες).

Καθώς ξετυλίγονται οι αποκαλύψεις, πολλοί αναρωτιούνται αν ο Έπσταϊν δρούσε υπό κάποια ομπρέλα μυστικών υπηρεσιών. Δεν πρόκειται πλέον απλώς για συνωμοσιολογία: σε έγγραφο του FBI που μόλις δόθηκε στη δημοσιότητα, ένας μυστικός πληροφοριοδότης δήλωσε πεπεισμένος ότι ο Έπσταϊν λειτουργούσε ως κατασκοπευτικό ‘πιόνι’ ξένων και αμερικανικών υπηρεσιών. Σύμφωνα με την κατάθεση αυτή, ο επί χρόνια δικηγόρος του Έπσταϊν, Άλαν Ντέρσοβιτς, είχε πει στον ομοσπονδιακό εισαγγελέα Αλεξάντερ Ακόστα πως ο Έπσταϊν «ανήκε σε μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και συμμαχικών χωρών». Μετά από τηλεφωνικές συνεννοήσεις Ντέρσοβιτς–Έπσταϊν, ακολουθούσαν — λέει ο πληροφοριοδότης — κλήσεις της ισραηλινής Μοσάντ προς τον Ντέρσοβιτς για ενημέρωση. Ο Έπσταϊν, φέρεται να είχε στενές σχέσεις με τον πρώην πρωθυπουργό του Ισραήλ Εχούντ Μπαράκ, υπό τον οποίο «εκπαιδεύτηκε ως κατάσκοπος». Οι νύξεις αυτές συνάδουν με ό,τι είχε ακουστεί παλαιότερα — ότι ο αξιωματούχος που του εξασφάλισε το «deal» το 2008 (ο Ακόστα) είπε αργότερα πως του είχαν πει να «τον αφήσει ήσυχο, ανήκει σε υπηρεσίες». Αν ισχύει, εξηγείται γιατί για χρόνια ο Έπσταϊν είχε ασυλία, περιφερόμενος ελεύθερος στους κύκλους δισεκατομμυριούχων και πολιτικών παρά τη βαριά του καταδίκη.

Παρόμοιο δίχτυ προστασίας απλωνόταν και από τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης. Για χρόνια, το θέμα Έπσταϊν είτε αγνοήθηκε είτε παρουσιάστηκε επιφανειακά. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του αμερικανικού δικτύου ABC: το 2015, δημοσιογράφος του είχε εξασφαλίσει συνέντευξη-βόμβα με θύμα του Έπσταϊν (την Βιρτζίνια Ρόμπερτς). Η συνέντευξη όμως θάφτηκε και δεν μεταδόθηκε ποτέ. Σε βίντεο που διέρρευσε αργότερα, η δημοσιογράφος Έιμι Ρόμπακ εμφανίζεται οργισμένη, λέγοντας ότι της είπαν «‘Ποιος είναι ο Έπσταϊν; Κανείς δεν τον ξέρει, δεν είναι σοβαρή ιστορία’». Η Ρόμπακ κατήγγειλε πως δέχτηκαν πιέσεις από τον δικηγόρο του Έπσταϊν, Άλαν Ντέρσοβιτς, αλλά και από το Παλάτι του Μπάκιγχαμ — που ανησυχούσε για την εμπλοκή του πρίγκιπα Άντριου — με αποτέλεσμα το κανάλι να κάνει πίσω. Επισήμως το ABC μίλησε για έλλειψη «επαρκών αποδείξεων» εκείνη την περίοδο, όμως η εικόνα μιας μεγάλης ειδησεογραφικής εταιρείας που λογοκρίνει μια τόσο σοβαρή υπόθεση υπό την πίεση ισχυρών προσώπων είναι κάτι παραπάνω από ανησυχητική. Δείχνει πως η αφήγηση ελέγχεται και πως τα ΜΜΕ μπορούν να συνεργήσουν στην προστασία του status quo. Αντίστοιχα, και στην ελληνική κρίση, μεγάλα διεθνή δίκτυα υιοθέτησαν μονοσήμαντα το αφήγημα της «άσωτης Ελλάδας» που τη διέσωσαν οι εταίροι της, αποφεύγοντας να αναδείξουν την ευθύνη των τραπεζών και των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων.

Από το κύκλωμα Έπσταϊν στο μνημονιακό παρασκήνιο: Μια κοινή ιστορία υποκρισίας

Σε πρώτο βλέμμα, η υπόθεση Έπσταϊν — μια ιστορία σεξουαλικής εκμετάλλευσης και εκβιασμών — φαίνεται άσχετη με την ελληνική περιπέτεια των μνημονίων. Κι όμως, αν αφαιρέσουμε την επιφάνεια, αναδύεται ένα κοινό νήμα: ένας μηχανισμός με τον οποίο οι ισχυροί προστατεύουν τους εαυτούς τους, μεταθέτουν το βάρος στους αδύναμους και διαμορφώνουν το αφήγημα προς όφελός τους.

Στην περίπτωση της Ελλάδας, η επίσημη ιστορία έλεγε ότι «οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι διέσωσαν μια σπάταλη Ελλάδα». Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα δεν διασώθηκε — χρησιμοποιήθηκε. Η χώρα μας έγινε όχημα για να σωθούν οι μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες, που αλλιώς θα κατέρρεαν από το ελληνικό χρέος. Όπως εύστοχα έχει ειπωθεί, «η Ελλάδα ήταν ένας απλός μεσάζων της διάσωσης, δεν ήταν ουσιαστικός αποδέκτης» των χρημάτων, «παρά τα όσα επαναλαμβάνονταν στα μέσα ενημέρωσης». Ευρωπαίοι αξιωματούχοι και οικονομολόγοι το γνώριζαν εξαρχής — σε ιδιωτικές συζητήσεις τους αναφέρονταν στο ελληνικό χρέος ως «απεχθές» που έπρεπε να διαγραφεί, αφού ζητούσαν από τον ελληνικό λαό να πληρώσει ζημίες άλλων. Ωστόσο, δημοσίως επέβαλαν σκληρή λιτότητα και κούνησαν το δάχτυλο στους Έλληνες περί ‘ευθύνης’. Οι δε ελληνικές κυβερνήσεις υποτάχθηκαν. Το 2015, όταν η Αθήνα προσπάθησε να αμφισβητήσει αυτό το πλαίσιο, η προσπάθεια υπονομεύθηκε εκ των έσω και εκ των έξω — με τον τότε πρωθυπουργό να θυσιάζει τον υπουργό που διαπραγματευόταν  για να ικανοποιήσει τους δανειστές. Όλα αυτά αργότερα παρουσιάστηκαν στα ελληνικά ΜΜΕ περίπου ως ‘σωφροσύνη’.

Στην περίπτωση Έπσταϊν, αντίστοιχα, το σύστημα τον απομόνωσε ως τέρας για να σωθεί η υπόλοιπη ‘οικογένεια’ των ισχυρών. Ο Έπσταϊν παρουσιάστηκε ως μια ανατριχιαστική ανωμαλία, ένας μοναχικός δράκος. Αυτό επέτρεψε στο κοινό να αγανακτήσει μαζί του, χωρίς όμως να τεθούν τα βαθύτερα ερωτήματα: Ποιοι τον στήριξαν; Πώς συσσώρευσε τόση επιρροή; Ποιοι ισχυροί συμμετείχαν στα εγκλήματά του ή τα συγκάλυψαν; Τέτοια δομικά ερωτήματα παραμερίστηκαν σκόπιμα. Ο έλεγχος της αφήγησης — από τις δικαστικές αίθουσες μέχρι τα δελτία ειδήσεων — διασφάλισε ότι η κρίση θα περιοριστεί στο άτομο Έπσταϊν, αποφεύγοντας την έκθεση του κυκλώματος. Έτσι «τα θύματα του Έπσταϊν δεν προστατεύθηκαν· απλώς διαχειρίστηκαν».

Συγκρίνοντας τις δύο υποθέσεις, αναδύεται μια δυσάρεστη αλλά αναγκαία αλήθεια: στις κρίσεις αυτές — οικονομικές, πολιτικές ή ηθικές — η παρέμβαση των θεσμών δεν έγινε για να αποδοθεί δικαιοσύνη, αλλά για να διατηρηθεί η σταθερότητα του συστήματος και η αξιοπιστία των ελίτ. Στην Ελλάδα, η σταθερότητα των ευρωπαϊκών τραπεζών και του ευρώ μπήκε πάνω από τη δημοκρατική βούληση και την ευημερία των πολιτών. Στην υπόθεση Έπσταϊν, η προστασία της ‘υπόληψης’ των διάσημων φίλων του προκρίθηκε έναντι της πλήρους δικαίωσης των θυμάτων. Και στις δύο περιπτώσεις, αντί για πραγματική λογοδοσία, είχαμε εξιλαστήρια θύματα και βολικές αφηγήσεις: η Ελλάδα δαιμονοποιήθηκε ως ο «άτακτος» της Ευρώπης, ο Έπσταϊν απομονώθηκε ως το μοναδικό «μίασμα» σε έναν κατά τ’ άλλα έντιμο κόσμο.

Αυτή η κοινή ιστορία υποκρισίας, διαφθοράς και συγκάλυψης που διαπερνά τόσο το ελληνικό μνημονιακό δράμα όσο και το διεθνές σκάνδαλο Έπσταϊν λειτουργεί ως προειδοποίηση. Όσο η πραγματικότητα αυτή δεν αντιμετωπίζεται ανοιχτά τόσο θα βλέπουμε το ίδιο έργο να επαναλαμβάνεται — με διαφορετικά ονόματα, σε διαφορετικές χώρες, με νέα θύματα. Η Ελλάδα πλήρωσε βαρύ τίμημα για μια κρίση που αξιοποιήθηκε προς όφελος των λίγων. Τα θύματα του Έπσταϊν πλήρωσαν με τις ζωές τους την ανωμαλία ενός κυκλώματος που έμεινε στο σκοτάδι. Και οι κοινωνίες μας πλήρωσαν με τη διάβρωση της εμπιστοσύνης στους θεσμούς και την αίσθηση ότι τελικά «δεν υπάρχει δικαιοσύνη για τους ισχυρούς». Αν κάτι διδάσκουν λοιπόν τα αρχεία του Έπσταϊν που αφορούν την Ελλάδα, είναι ακριβώς αυτό: ότι πίσω από τις κλειστές κουρτίνες της ισχύος, η διαφθορά δεν γνωρίζει σύνορα — και μόνο με διαρκή έρευνα, διαφάνεια και πίεση από την κοινωνία μπορούν τέτοιες σκοτεινές συμπράξεις να έρθουν στο φως.