«Όχι», η πιο σύντομη λέξη-σύμβολο αντίστασης και αγώνα. Τρία μόλις γράμματα, δύο συλλαβές, ένα πολλαπλό νόημα: αυτό της άρνησης, της αυταπάρνησης, της εθελοθυσίας, του υπέρ πατρίδος θανάτου! Το ίδιο νόημα στο διάβα της Ιστορίας έχει εκφρασθεί ποικιλότροπα από ανθρώπους, ανεξαρτήτως καταγωγής, φύλου και ηλικίας, που διακρίνονταν από γενναιότητα, αυτοεκτίμηση και περηφάνια.

Πόσο σύντομα ακούγεται ένα «όχι», μα και πόσο σπανιότερα ξεστομίζεται και πολύ δυσκολότερα πραγματώνεται, ιδιαιτέρως όταν αυτός ενώπιον του οποίου αρνούμεθα υπακοή, υποτέλεια ή υποταγή και σκλαβιά δεν είναι κάποιος ασήμαντος ή ισοδύναμός μας, αλλά ο κραταιότατος ολετήρας λαών – εθνών – κρατών: Ο Άξων, ο φασισμός και ο ναζισμός! Ποιος ο τρόμος που προκαλούσε ο ναζισμός, όταν ήδη τον Οκτώβριο του 1940 μέσα σ’ έναν χρόνο πολεμικών αναμετρήσεων είχε επιτύχει πανευρωπαϊκή κυριαρχία με τελευταίο θύμα τον Απρίλη του ’40 τη Ρουμανία; Ποιο το δέος που γεννούσε ο αιμοσταγής φασισμός, που ήδη είχε γευθεί τις σάρκες Λιβύων, Αιθιόπων, Αβυσσηνίων, δημοκρατικών Ισπανών και Γάλλων; Ορεγόταν ήδη τη μικρή πατρίδα μας και, επιδιώκοντας να καταρρακώσει κάθε διάθεσή της για αντίσταση, την εξευτέλιζε με τα προπαγανδιστικά του μέσα, την απομείωνε πατώντας εθνικά της εδάφη, την απειλούσε πολυβολώντας επιβατηγά της πλοία ή και τορπιλίζοντας την «Έλλη». Αποζητούσε ο ανυπόμονος Ντούτσε τη σπίθα για να υλοποιήσει από κοινού με τη Βουλγαρία τον διαμελισμό και την υποταγή μας, ώστε να κυριαρχήσει στην Ανατολική Μεσόγειο.
Θα κατόρθωνε, άραγε, μια τόσο υλικά ανίσχυρη χώρα να υψώσει το ανάστημά της και να πει το «Όχι»; Από πού θα αντλούσε το κουράγιο της; Αρκούσε μόνο η μακραίωνη ιστορική παρακαταθήκη αρνητών του θανάτου: ενός Λεωνίδα, ενός Παλαιολόγου, ενός Αθανασίου Διάκου; Η απάντηση βρίσκεται στη σφυρηλάτηση σε μια αδιάσπαστη ενότητα του λαού, του στρατού και της ηγεσίας! Μέσα σε φρικτές συνθήκες απομόνωσης και απειλών πανταχόθεν η Ελλάδα χαλυβδώνεται, υπομένει και επιμένει στην προετοιμασία για την «υπέρ των όλων» αναμέτρηση με προαιώνιους εχθρούς. Το δόγμα του μελετητή του φαινομένου του πολέμου Καρόλου Κλαούζεβιτς, που ορίζει τη στρατιωτική νίκη ως αποτέλεσμα της σύμπραξης λαού, στρατού και ηγεσίας, επιβεβαιώνεται απολύτως στις περιπτώσεις του ελληνοϊταλικού και ελληνογερμανικού πολέμου.

Η ηγεσία μπορεί μεν να είναι αυταρχική, να θαυμάζει τη Γερμανία και να προσομοιάζει καθεστωτικά με την Ιταλία, αλλά τηρεί «αυστηρή ουδετερότητα». Δεν είναι προδοτική και δεν διανοείται την καθ’ οιονδήποτε τρόπο παράδοση της χώρας στον εχθρό, γιατί η ίδια βιώνει και ενσαρκώνει την «Εθνική Αξιοπρέπεια», έχοντας γαλουχηθεί και ανδρωθεί στους εθνικοαπελευθερωτικούς αγώνες 1904-1908, 1912-1913 αλλά και 1917-1922. Ο ρεαλισμός εξάλλου την ωθεί, εκφράζοντας και τη συντριπτική πλειοψηφία του ελληνικού λαού, να σταθεί στο πλευρό της θαλασσοκράτειρας Αγγλίας, της μοναδικής δύναμης που μπορούσε να εγγυηθεί την ελληνική ανεξαρτησία, μετά την πτώση της Γαλλίας και την προηγηθείσα συμμαχία της Σοβιετικής Ένωσης με τον Χίτλερ. Έτσι, από της καταλήψεως της Αλβανίας από τη φασιστική Ιταλία την 6η Απριλίου 1939 και την άμεση πλέον συνοριακή αντιπαράθεση, ο Ιωάννης Μεταξάς έλαβε την «Τρομεράν απόφασιν η Ελλάς διά των όπλων να υπερασπισθεί την τιμήν και την ελευθερίαν της». Μια απόφαση που υλοποίησε άμεσα και αταλάντευτα ο ίδιος στις 2.45 ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940, όταν ο Ιταλός πρέσβης του ενεχείρισε το ιταμό τελεσίγραφο στη γαλλική, που απαιτούσε «Την είσοδο ιταλικών στρατευμάτων για την κατάληψη στρατηγικών σημείων της χώρας, χωρίς να κατονομάζονται… τυχόν δε αντίσταση θα συντριβόταν με τη δύναμη των όπλων». Για να δυνηθεί ένας ηγέτης -ο οποιοσδήποτε ηγέτης-να αρθρώσει έστω και στην εκλεπτυσμένη γαλλική τις 4 λέξεις: «Λοιπόν, είναι ο πόλεμος», εξουδετερώνοντας κάθε πλεονέκτημα αιφνιδιασμού του αντιπάλου, πρέπει να διαθέτει θάρρος και εγκαρτέρηση, αλλά και να πιστεύει στις τιτάνιες δυνάμεις του λαού και του έθνους του: «Η ελπίδα μου στους Έλληνες», λέγεται ότι ήταν οι στερνές λέξεις του Μεταξά, λίγο πριν ξεψυχήσει!

Ένα «Όχι» δεν αξίζει να το πεις, αν δεν μπορείς να το υλοποιήσεις! Και η Ελλάδα έδωσε «σάρκα και οστά» στο «Όχι» με τον ηρωικό της στρατό σε στεριά, θάλασσα και αέρα. Αιχμή του δόρατός του η τιμημένη 8η Μεραρχία Ηπείρου, αποτελούμενη από το 15ο σύνταγμα Ιωαννίνων, το 40ό της Άρτας, το 24ο της Πρέβεζας με επικουρία το 42ο των Ρουμελιωτών και πιο πίσω το 39ο ευζώνων του Μεσολογγίου. Την πιθανότητα να χαθούν προσωρινά έστω η Μακεδονία και η Ήπειρος εξαφάνισε ο επί μία οκταετία άοκνα εργαζόμενος ηγήτοράς της, μαζί με το άξιο επιτελείο του, ο Ευρυτάνας στρατηγός Χαράλαμπος Κατσιμήτρος, ο πρόμαχος της Ηπείρου!
Ως άλλος Μιλτιάδης και με μια αξιοζήλευτη σταδιοδρομία -από 18ετής εθελοντής το 1904 έως και υποστράτηγος τον Ιανουάριο του 1937, έχοντας διακριθεί κατ’ επανάληψη στο πεδίο της μάχης και τιμηθεί τρις με το χρυσό αριστείο ανδρείας- θα πει το δικό του «Όχι»: «…καθόσον η Κυβέρνησις δεν ανέμενε βεβαίως παρά της μεραρχίας νίκας, παρά μόνον να σώσει την τιμήν των ελληνικών όπλων». Το προσωπικό, όμως, αίσθημα καθήκοντος και τιμής του Κατσιμήτρου δεν τού επέτρεπε να παραχωρήσει αμαχητί εθνικό έδαφος, γι’ αυτό οργάνωσε την κύρια αμυντική τοποθεσία Ελαίας – Καλαμά, αποκλείοντας τον δρόμο προς Ιωάννινα. Το σχέδιο επιστρατεύσεως άριστο! Οι επιστρατευμένοι τοποθετούνταν μπροστά στα χωριά τους να πολεμήσουν! Πλήρης αξιοποίηση των μόλις 100.000 δραχμών που του δόθηκαν για την αμυντική οργάνωση, σε συνδυασμό με τη συγκινητική εθελοντική εργασία των κατοίκων στα προχώματα «για τα παιδιά τους, τους στρατιώτας που θα πολεμήσουν διά την ελευθερία της Πατρίδος». Έτσι, πανέτοιμη η 8η Μεραρχία το ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου αντιμετώπισε την εχθρική λαίλαπα, την επιβράδυνε και τελικά τη συνέτριψε στο Καλπάκι, χαρίζοντας στα ελληνικά όπλα την πρώτη νίκη παγκοσμίως κατά των δυνάμεων του Άξονα. Σαν τους Τριακόσιους του Λεωνίδα πολέμησε λυσσασμένα το «Απόσπασμα Πίνδου» υπό τον συνταγματάρχη Δαβάκη τους αλπινιστές της ιταλικής Μεραρχίας «Τζούλια». Κι όταν οι λιγοστοί αυτοί ήρωες ανατράπηκαν, έσπευσε, ως άλλος Παυσανίας Λακεδαιμόνιος, ο στρατηγός Βραχνός με την 1η Μεραρχία, τη Μεραρχία Ιππικού και την Ταξιαρχία Ιππικού να αποκόψει άπαξ διαπαντός την προέλαση των Ιταλών.
Υποστράτηγος Βασ. Βραχνός
Τέτοιος ισχυρός στρατιωτικός βραχίονας μεταβάλλει το «Όχι» από πρόθεση και επιθυμία σε πράξη και γεγονός, μάλιστα κοσμοϊστορικών διαστάσεων! Αυτή υπήρξε η πρώτη πραγμάτωση του «Όχι», που αδιαλείπτως συνέχισε να επαναλαμβάνεται από τον Λαό, τον στρατό και την ηγεσία στη χιονοσκεπή Αλβανία, τα μακεδονικά και θρακιώτικα οχυρά, τη λεβεντογέννα Κρήτη, την αφρικανική έρημο, στις θάλασσες, στα βουνά, στα χωριά και στις πόλεις της μαρτυρικής πατρίδας στα τέσσερα αιματοβαμμένα χρόνια της γερμανικής, ιταλικής και βουλγαρικής Κατοχής.
Το «Όχι», μια τόσο μικρή λέξη δεν είναι δύσκολο να την ξεστομίσει κανείς, το δύσκολο είναι να την εννοεί και ακόμη δυσκολότερο να είναι έτοιμος από καιρό να την υλοποιήσει, υφιστάμενος σκληρούς αγώνες και θυσίες για την τιμή και ελευθερία της πατρίδας.
Του Αναστάσιου Κούζη – Κούζαρου
Η ιστορική άρνηση ως κατάφαση
Το Σάββατο 26η Οκτωβρίου 2024 η «πατρίδα» μου η «φτωχομάνα» Θεσσαλονίκη θα
γιορτάσει τον πολιούχο της Άγιο Δημήτριο και την ιστορική ημέρα της απελευθέρωσής της από τον Οθωμανικό ζυγό (σημειώνω ότι η «γενέτειρά» μου Κατερίνη γιόρτασε την απελευθέρωση της στις 16 Οκτωβρίου) και σήμερα Δευτέρα 28η Οκτωβρίου 2024, οι Έλληνες γιορτάζουμε και πάλι το βροντερό ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 του Μεταξά και των Ελλήνων στην επέλαση του Φασιστικού άξονα.
Εκείνο το ιστορικό ΟΧΙ, ήταν έμπρακτη απόδειξη ότι η συγκεκριμένη άρνηση συνιστούσε
κατάφαση για επιβεβαίωση εθνικού καθήκοντος αποδεικνύοντας ότι οι Λαοί πρόθυμα πάντοτε ακολουθούν τον Ηγέτη που θα χαράξει με χρυσά γράμματα την σελίδα του μεγαλείου τους στο διαχρονικό βιβλίο της ιστορίας!…
«Τι είναι ένας επαναστάτης;» αναρωτιέται σε μια μεστή νοημάτων παράγραφο ο Albert Camus
και συνεχίζει «εκείνος που λέει ΟΧΙ αλλά με την άρνησή του ΔΕΝ εννοεί αποποίηση. Γιατί είναι
ταυτόχρονα το ίδιο άτομο που λέει ΝΑΙ στη συνέχιση του αγώνα του έχοντας ήδη κάνει συνειδητά την πρώτη κίνηση, αυτήν της άρνησης…»
Στους δικούς μου κύκλους, των επιστημόνων της συμπεριφοράς αλλά προφανώς και σε κύκλους όπου ασκείται η σύγχρονη πολιτική, υπάρχουν οι συνάδελφοι που διατείνονται ότι ένα άτομο δεν μπορεί, δεν είναι σωστό να προσπαθήσει να είναι ταυτόχρονα και λογικό και συναισθηματικό. Αν όμως σταθούμε για λίγο επικεντρώνοντας σε υποκειμενικό ο καθένας και η καθεμιά μας επίπεδο αξιολόγησης αυτή τη θέση μπορούμε να διαπιστώσουμε καλόπιστα ότι εμείς οι άνθρωποι διαθέτουμε την ικανότητα να αισθανθούμε αυτό που σκεφτόμαστε και να επεξεργασθούμε γνωστικά αυτό που αισθανόμαστε.

Με λόγια απλά το συναίσθημα ποτέ ΔΕΝ απέκλειε αναγκαστικά τη συνύπαρξη του με τη λογική και αντίστροφα θα δυσκολευθεί πολύ κανείς να εντοπίσει αξιόπιστη επιστημολογική μαρτυρία που να επιβεβαιώνει ότι λογική αποκλείει το συναίσθημα. Ο κίνδυνος που υπάρχει για τον καθένα μας είναι συνυφασμένος με μια ανθρώπινη υποσυνείδητη τάση να παρουσιάσουμε κάποιες συναισθηματικές μας αντιδράσεις ως παράγωγα λογικής σκέψης γιατί τότε το αποτέλεσμα που θα προκύψει αποτελεί προπαγάνδα και ο αποδέκτης του μηνύματος που εκπέμπουμε οδηγείται να δεχθεί ως λογικό παράγωγο μια καθαρά συναισθηματική μας θέση.
Στην περίπτωση του Ιωάννη Μεταξά το ΟΧΙ που βροντοφώναξε στον Ιταλό Πρέσβη και κατέθεσε με ειλικρίνεια, σαφήνεια και λογικά επιχειρήματα ήταν διανθισμένο και με εμφανή στοιχεία συναισθηματικής φόρτισης (και, χωρίς να παρεξηγηθεί η θέση μου, και φυσικά, χωρίς να θεωρώ τα δύο ΟΧΙ ισότιμα, το ίδιο συνέβη και στην περίπτωση του Τάσσου Παπαδόπουλου Προέδρου τότε της Κυπριακής Δημοκρατίας με το ΟΧΙ του 2004) οπότε περίτεχνα έγιναν αντικείμενα από πρόσωπα και ΜΜΕ, μιας ανίερης εκμετάλλευσης προπαγανδιστικού επιπέδου όπου οι επιτήδειοι αδυνατώντας να κατανοήσουν τη δύναμη της ιερής, θεραπευτικής, ελπιδοφόρας ΑΡΝΗΣΗΣ (δηλαδή του ΟΧΙ) τείνουν να παρουσιάσουν τις όποιες συναισθηματικές αντιδράσεις των δύο ανδρών ως στοιχεία αναίρεσης της εντυπωσιακά παραγωγικής, ελληνοπρεπέστατης αναλυτικό-συνθετικής τους σκέψης!…
Ακριβώς επειδή είμαστε, όχι μόνο οι εντός Ελλάδος αλλά οι απανταχού της γης Έλληνες και μαζί μας οι αμέτρητοι φιλέλληνες άνθρωποι που μας χαρακτηρίζουν (όπως συμβαίνει και με άλλους 2 λαούς για να μην χαρακτηρισθούμε ως αυτάρεσκα εθνοκεντρικοί) κάποια σημαντικά
συναισθηματικά δεδομένα και τρόποι λογικής ανάλυσης και αξιολόγησης των ιστορικών μας
καταβολών θα είναι χρήσιμο ο καθένας και η καθεμιά μας χωρίς την περίτεχνη, έστω και αν όχι πάντοτε ενδοτική η εκμεταλλευτική επίδραση των Κομματικών μας ταγών, να δούμε με
νηφαλιότητα το ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά (και γιατί όχι και του εκλιπόντος Ελληνοκύπριου Προέδρου Τάσσου Παπαδόπουλου που κατατέθηκε το βράδυ της Μεγάλης Τετάρτης 7ης Απριλίου του 2004).

Την ώρα που ο Ιωάννης Μεταξάς (και επιμένω να συνδέω το δικό του ΟΧΙ προς τον ΕΧΘΡΟ που εκπροσωπούσε ο Άξονας με το ΜΟΝΑΔΙΚΟ άλλο ΟΧΙ στους «δήθεν» φίλους στην πρόσφατη ιστορία του Ελληνισμού που είπε και ο Τάσσος Παπαδόπουλος) μιλώντας στον δικό του Λαό, αλλά φρονώ κατά επέκταση στους απανταχού της γης Έλληνες και φιλέλληνες αιτιολογούσε με δάκρυα την αδιάσειστα λογική θέση της ΑΡΝΗΣΗΣ, του ΟΧΙ, την ίδια ώρα αυτή η εντυπωσιακή πράξη της «άρνησης» γεννούσε, δημιουργούσε τη θέση της «κατάφασης» δίνοντας ζωντανό παράδειγμα ελπίδας σε ΟΛΟΥΣ τους λαούς της γης, σε οργανικά ανθρώπινα σύνολα και μεμονωμένους άνδρες, γυναίκες και παιδιά που δεν μπορούν να δεχθούν το άλογο και παράλογο ως λογικό, το κατάφωρα άδικο και ανήθικο ως ευλογία της Θέμιδας, την εισβολή και κατοχή μιας ελεύθερης χώρας ως πράξη ειρηνικών και φιλικών διαθέσεων!..
Η άρνηση που εκφράζει το ΟΧΙ του Ιωάννη Μεταξά (όπως και το ΟΧΙ του Ελληνοκύπριου ηγέτη που το ζήτησε από τους Κυπρίους και ΕΠΙΚΥΡΩΣΕ με ΠΛΕΙΟΨΗΦΙΑ επιπέδου 76% στις 24 Απριλίου 2004 ο Κυπριακός Λαός παρά τις «α-φιλότιμες» συστηματικές προσπάθειες πολλών) θα μείνουν στην ιστορία του Έθνους των Ελλήνων αντάξια κάποιων εμφανώς μεθοδευμένα οδηγημένων στην υποβάθμιση παρόμοιων ΟΧΙ σε Πέρσες και Ιταλούς και τον «μπροστάρη» παγκόσμιων κέντρων εξουσίας τότε Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ Kofi Annan.

Ως Έλληνας Ποντιακής και συνάμα Μικρασιατικής καταγωγής (αχ, εκείνες οι αλησμόνητες
πατρίδες των γονιών μας) εκφράζω ένα βουβό αλλά γιγάντιο κύμα αγανάκτησης των απανταχού της γης Ελλήνων που λένε ΟΧΙ και θυμίζουν εις εαυτούς και αλλήλους ότι εμείς δεν συνηθίζουμε να κηρύσσουμε άδικους πολέμους, αλλά ούτε και να επιβουλευόμαστε τη γη άλλων…
Όμως εμείς οι Έλληνες, αδιάφοροι στα κελεύσματα των εκάστοτε πολιτικών ηγετών μυωπικής
θεώρησης της ιστορίας του χθες και του επερχόμενου αύριο ΔΕΝ θα διστάσουμε όποιοι και αν
συμβεί να είναι εκείνοι που θα μας ζητήσουν να τους παραδώσουμε έστω και μια σπιθαμή
ελληνικής γης να βροντοφωνάξουμε ένα κοφτό, συναισθηματικά φορτισμένο, λογικά εδραιωμένο Ελληνοπρεπέστατο «ΟΧΙ!…»

Ο Ιωάννης Μεταξάς είπε το μεγάλο ΟΧΙ της Ελλάδος το 1940, ο Τάσσος Παπαδόπουλος της
Κύπρου 64 χρόνια αργότερα, το 2004… Παραμένω ρομαντικά αθεράπευτος στην πίστη και την βεβαιότητά μου ότι κάποιος άλλος Έλληνας Ηγέτης εφόσον και όταν χρειαστεί, θα γράψει ιστορία, με το δικό του σύγχρονο ΟΧΙ και με την συναίνεση του ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΛΑΟΥ διαβεβαιώνοντας ξανά την οικουμένη ότι όσο συνεχίζουν να υπάρχουν ΕΛΛΗΝΕΣ θα μπορεί η ανθρωπότητα να ελπίζει σε ένα ακόμη ΟΧΙ, από εκείνα που έχουν την επαναστατική ιδιομορφία να μετουσιώνουν την άρνηση σε κατάφαση προσήλωσης σε αναλλοίωτες διαχρονικά ανθρώπινες απόλυτα Δημοκρατικές αξίες!…
Ζήτω η 28η Οκτωβρίου του 1940!.. Ζήτω το ΟΧΙ ενός αριθμητικά μικρού, αλλά αδιαμφισβήτητα ιστορικά μεγάλου Λαού!.. Ζήτω το απανταχού της γης Έθνος των Ελλήνων!..
Η γεωπολιτική διάσταση του «Όχι»
Σε αντίθεση με την Αλβανία, η Ελλάδα ήταν ένα από τα παλαιότερα ανεξάρτητα ευρωπαϊκά κράτη, με εντυπωσιακή πρόσφατη πολεμική ιστορία, οπότε μία ελληνική συνθηκολόγηση θα αύξανε το διεθνές κύρος της Ιταλίας. Αυτό πέραν του γεγονότος ότι θα καθιστούσε την τελευταία την μόνη κυρίαρχη δύναμη στη χώρα, θα της επέτρεπε επιπλέον να κυριαρχήσει στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο, περιοχές μειωμένου γεωπολιτικού ενδιαφέροντος για τη Γερμανία.
Η Γιουγκοσλαβία θα απομονώνονταν πολιτικά και γεωγραφικά και θα υπέκυπτε σε κάθε αξίωση των δυνάμεων του Άξονα. Ο διαμελισμός της θα συνέβαινε κάποια στιγμή, λόγω των φυγόκεντρων δυνάμεων που είχαν αναπτυχθεί στο εσωτερικό της χώρας και των εδαφικών αξιώσεων των γειτονικών χωρών. Η Βουλγαρία θα συντάσσονταν ούτως ή άλλως με τις αναθεωρητικές δυνάμεις, αλλά δεν θα συμμετείχε σε πρώτη φάση ως μία από τις δυνάμεις κατοχής της Ελλάδας. Εάν επενέβαινε σε μεταγενέστερο χρόνο, θα ήταν υπό άλλους όρους και αναλόγως των εξελίξεων στα υπόλοιπα μέτωπα, προκειμένου να απελευθερωθούν ιταλικές ή γερμανικές δυνάμεις. Η Τουρκία θα παρέμενε ουδέτερη ασκώντας τη γνωστή καιροσκοπική πολιτική.

Στον στρατιωτικό τομέα, η ελληνική μη-αντίσταση θα εξασφάλιζε ότι το υπάρχον ιταλικό υλικό δεν θα καταπονούνταν. Επίσης οι επιπρόσθετες δυνάμεις που τελικά αναπτύχθηκαν στο Ελληνοϊταλικό μέτωπο θα μπορούσαν να διατεθούν στη Βόρεια Αφρική εναντίον των Βρετανών. Στη λαϊκή μνήμη έχει καθιερωθεί η λανθασμένη εντύπωση ότι ο Ελληνικός Στρατός της περιόδου ήταν περίπου άοπλος. Η πραγματικότητα είναι ότι ναι μεν δεν διέθετε σύγχρονα μέσα, όπως άρματα μάχης ή μεγάλες ποσότητες από αντιαρματικά και αντιαεροπορικά πυροβόλα, αλλά ήταν αρκετά καλά εξοπλισμένος για τα δεδομένα μιας βαλκανικής χώρας.
Σύμφωνα με το ΓΕΣ, με την έναρξη του πολέμου ο Ελληνικός Στρατός διέθετε 459.650 τυφέκια, 4.832 πολυβόλα, 12.200 οπλοπολυβόλα, 315 όλμους 81 χιλιοστών, 905 πυροβόλα μάχης διαφόρων διαμετρημάτων, 190 αντιαεροπορικά πυροβόλα και 24 αντιαρματικά πυροβόλα. Από άποψη αποθεμάτων ο στρατός διέθετε τρόφιμα για 50, καύσιμα για 45 και νομή για 30 ημέρες. Είναι αλήθεια ότι μεγάλο μέρος των υλικών ήταν πεπαλαιωμένο και καταπονημένο, αλλά αυτό δεν αναιρούσε το γεγονός ότι ολόκληρο ή μεγάλο μέρος του θα περιέρχονταν άθικτο στα χέρια των κατακτητών, επιτρέποντάς του να ενισχύσει άμεσα το οπλοστάσιό του.
Αναφορικά με την κατάσταση στα άλλα μέτωπα θα δημιουργούνταν μια σειρά θετικών και αρνητικών συνεπειών για τους Συμμάχους. Οι ιταλικές κτήσεις στην Ανατολική Αφρική (Ιταλική Σομαλία, Ιταλική Ερυθραία και Αιθιοπία) ήταν καταδικασμένες, μιας και τα στρατεύματά τους ήταν αποκομμένα από οποιαδήποτε εξωτερική βοήθεια, άρα οποιαδήποτε στάση της Ελλάδας δεν θα άλλαζε το τελικό αποτέλεσμα. Η βρετανική νίκη εξασφάλιζε τον απρόσκοπτο ανεφοδιασμό και αποστολή ενισχύσεων στις δυνάμεις της Μέσης Ανατολής, έστω και εάν απαιτούνταν περισσότερος χρόνος λόγω του περίπλου της Αφρικής.

Από την άλλη πλευρά η μη-ανάπτυξη βρετανικών στρατευμάτων στη χώρα, θα είχε ως αποτέλεσμα να παραμείνουν στη Διοίκηση της Μέσης Ανατολής τα στρατεύματα της “Δύναμης W” (Βρετανική 1η Τεθωρακισμένη Ταξιαρχία, 2η Νεοζηλανδική Μεραρχία και 6η Αυστραλιανή Μεραρχία, μαζί με μονάδες υποστήριξης ΔΜ). Είναι πολύ πιθανόν τα στρατεύματα αυτά να εκπλήρωναν τους αντικειμενικούς σκοπούς της “Επιχείρησης Πυξίδα” (Compass), που ήταν η εκδίωξη των Ιταλών από τη Λιβύη, πριν την άφιξη ενισχύσεων από την μητρόπολη και την πλήρη ανάπτυξη του Deutches AfrikaKorps (DAK) υπό τον Ρόμελ και αεροσκαφών της Luftwaffe. Μία ιταλική κατάρρευση στη Βόρεια Αφρική θα προκαλούσε μεγάλα πολιτικά προβλήματα στον Μουσολίνι, όπου ήδη το καθεστώς αντιμετώπιζε λαϊκή δυσαρέσκεια λόγω του πολέμου.

Βέβαια μία κατοχή της Ελλάδας από τον Οκτώβριο – Νοέμβριο 1940 είναι πολύ πιθανό να ανέτρεπε τις εύθραυστες ισορροπίες στη Μεσόγειο. Εάν γίνει δεκτό ένα σενάριο ευνοϊκό για τους Βρετανούς, δηλαδή επιτυχία της Compass, τότε πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι οι Γερμανοί θα επενέβαιναν στην Τυνησία, προκειμένου να αποτρέψουν πιθανή αποσκίρτηση στους Ελεύθερους Γάλλους του Ντε Γκολ των δυνάμεων του Βισύ που στάθμευαν στη χώρα και για να διατηρήσουν ένα προγεφύρωμα στη Βόρεια Αφρική. Από εκεί και μετά είναι παρακινδυνευμένο να υποθέσει κανείς εάν οι Γερμανοί θα καταλάμβαναν και τις υπόλοιπες γαλλικές κτήσεις στο Μαγκρέμπ και ποια στάση θα τηρούσαν τα εκεί στρατεύματα.
Η μετατροπή αυτών σε γερμανικές κατακτήσεις θα έθετε το δίλημμα στους Αμερικανούς τον επόμενο χρόνο, εάν θα διενεργούσαν απευθείας αποβάσεις σε κάποιες ακτές, όπως έκαναν με την «Επιχείρηση Πυρσός» (Torch), ή εάν θα έστελναν τα στρατεύματά τους γύρω από την Αφρική προκειμένου να δημιουργήσουν κοινό μέτωπο με τους Βρετανούς. Βέβαια εάν είχε κάτι αποδειχθεί από την καταστροφική “Επιχείρηση Ιωβηλαίο” (Jubilee), την επιδρομή στη Διέπη τον Αύγουστο 1942, ήταν ότι μια απευθείας αποβατική ενέργεια εναντίον οχυρωμένων παράκτιων θέσεων ισοδυναμούσε με αυτοκτονία. Οπότε εάν τα άπειρα, ελλιπώς εκπαιδευμένα και κακά διοικούμενα Αμερικανικά στρατεύματα δοκίμαζαν να αποβιβαστούν σε ακτές του Μαρόκου και της Αλγερίας που τις υπεράσπιζαν Γερμανοί, τότε δεν μπορούσε να θεωρηθεί εξασφαλισμένη η επιτυχία τους.

Στο δυσμενές για τους Βρετανούς σενάριο, όπου αποτύγχανε η Compass (όπως και έγινε), ακόμη και επιπλέον ιταλικές και γερμανικές δυνάμεις δεν θα κατάφερναν να αλλάξουν τη στρατηγική κατάσταση στην περιοχή. Οι Βρετανοί συγκέντρωναν ικανές δυνάμεις στην περιοχή, ενώ οι αεροπορικές και ναυτικές δυνάμεις τους δεν θα είχαν φθαρεί από την εκστρατεία στην Ελλάδα και τη Μάχη της Κρήτης. Επιπρόσθετα, με τους Ιάπωνες να μην έχουν εισέλθει ακόμη στον πόλεμο, είχαν την “πολυτέλεια” να αποστείλουν Ινδικές Μεραρχίες. Αυτές, αν και θα ήταν ελλιπώς εξοπλισμένες και εκπαιδευμένες εν τούτοις θα αναλάμβαναν καθήκοντα εσωτερικής ασφάλειας σε Ιράκ, Παλαιστίνη, Συρία, Αίγυπτο, κλπ, αποδεσμεύοντας αντίστοιχους σχηματισμούς.
Οι Ιταλοί ενώ θα είχαν τη δυνατότητα να αποστείλουν νέες μεραρχίες εξοπλισμένες με τον οπλισμό του Ελληνικού Στρατού, αυτοί θα ήταν σχηματισμοί απλού πεζικού, δηλαδή τελείως ακατάλληλοι για πόλεμο στην έρημο. Άλλωστε το μείζον πρόβλημα κατά την προέλαση της ιταλικής 10ης Στρατιάς στην Αίγυπτο δεν ήταν η έλλειψη μάχιμων τμημάτων, αλλά η αδυναμία υποστήριξής τους, κυρίως σε νερό. Οι Γερμανοί εφόσον θα είχαν ξεκινήσει την “Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”, δεν θα μπορούσαν να διαθέσουν επαρκείς μηχανοκίνητες και τεθωρακισμένες μεραρχίες και επιπλέον αεροσκάφη για να “ξηλώσουν” τη βρετανική παρουσία στη Μέση Ανατολή.

Ερώτημα είναι εάν μετά από μία αναίμακτη κατάληψη της Ελλάδας, ο Άξονας θα επιχειρούσε την κατάληψη της Μάλτας, προκειμένου να εξασφαλίσει την απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ Ιταλίας – Βόρειας Αφρικής και να καταστήσει απαγορευτικό για τους Βρετανούς το διάπλου της Μεσογείου. Το νησί ήταν ένα μόνιμο αγκάθι στα πλευρά τους και το “Σχέδιο Ηρακλής” (Unternehmen Herkules και Operazione C3) προέβλεπε μια αεροναυτική επιχείρηση κατάληψης της Μάλτας, το οποίο δεν εφαρμόστηκε. Με δεδομένο όμως το μικρό μέγεθος του νησιού, το ανώμαλο και πετρώδες έδαφος, τις ακατάλληλες ακτές απόβασης, τον αριθμό και καλή οργάνωση των βρετανικών δυνάμεων και την επάρκεια των αμυντικών έργων, τότε δεν ήταν καθόλου σίγουρη η επιτυχής κατάληψή του.
Στην πραγματικότητα η στάση της Ελλάδας επηρέαζε άμεσα την “Επιχείρηση Μπαρμπαρόσα”. Όσοι υποστηρίζουν ότι οι ασυνήθιστες βροχές της άνοιξης 1941 επέβαλαν την αναβολή της επιχείρησης και ότι η εκστρατεία στα Βαλκάνια έλαβε τόσο γρήγορα τέλος που δεν ανέτρεψε τα γερμανικά χρονοδιαγράμματα, έχουν εν μέρει δίκιο. Παραβλέπουν ότι οι μονάδες και τα μέσα που χρησιμοποιήθηκαν έπρεπε να αναπροσανατολίσουν το μέτωπό τους και να μετακινηθούν οδικώς σε νέους χώρους συγκέντρωσης – εξόρμησης. Ακολούθησε η άμεση εμπλοκή τους στην εισβολή σε Ελλάδα και Γιουγκοσλαβία.

Αμέσως μετά τη λήξη της εκστρατείας ανέστρεψαν το μέτωπο και επιτέθηκαν εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης. Επειδή η πραγματική ζωή δεν είναι βιντεοπαιχνίδι, όλα τα παραπάνω προκάλεσαν μεγάλη φθορά στα μηχανήματα και κόπωση στους συμμετέχοντες. Βασικότερο όλων είναι ότι κατανάλωσαν μέρος των διαθέσιμων αποθεμάτων σε πυρομαχικά, ανταλλακτικά και κυρίως πετρελαιολιπαντικά, τα οποία δεν είχαν προλάβει να αναπληρωθούν μέχρι την έλευση του χειμώνα. Στα προβλήματα των Γερμανών πρέπει να προστεθούν και οι μεγάλες απώλειες λόγω Κρήτης, σε μεταφορικά αεροσκάφη, ανεμόπτερα και πάνω απ’ όλα εκπαιδευμένους πιλότους. Θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι στην βαλκανική εκστρατεία χρησιμοποιήθηκε δυσανάλογα μεγάλος αριθμός τεθωρακισμένων και μηχανοκίνητων δυνάμεων, οι οποίες αποτελούσαν πολύ μικρό μέρος της Βέρμαχτ άσχετα πώς τις παρουσίαζε η προπαγάνδα.

Ο ρυθμός προέλασης του συντριπτικού όγκου των δυνάμεων εισβολής ήταν ο ίδιος με της Μεγάλης Στρατιάς του Ναπολέοντα. Άρα αυτές οι επιπλέον εβδομάδες που σπαταλήθηκαν στην Ελλάδα, οι κουρασμένοι μαχητές με τα φθαρμένα άρβυλα και τα πρησμένα πόδια, τα ακινητοποιημένα φορτηγά, τα χαλασμένα άρματα μάχης λόγω ελλιπούς συντήρησης και τα βαρέλια με καύσιμα που είχαν καταναλωθεί στην προέλαση μέχρι το Ταίναρο, έκαναν όλη τη διαφορά και αντί να καθίσει ο Στρατάρχης Φέντορ φον Μποκ στην καρέκλα του Στάλιν στο Κρεμλίνο, κατέληξε να βλέπουν οι Γερμανοί με τα κιάλια κάποια ψηλά κτίρια της Μόσχας.
Τι θα άλλαζε όμως εάν οι Γερμανοί είχαν καταφέρει να κερδίσουν τη Μάχη της Μόσχας; Όλα και τίποτα. Με δεδομένη τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Ιαπωνία, την ξεκάθαρη ήττα των τελευταίων στη Μάχη του Χαλχίν Γκολ το 1939, τις τεράστιες άμεσες ανάγκες τους σε πρώτες ύλες και κυρίως πετρέλαιο, τότε είναι σίγουρο ότι θα είχε υπάρξει το χτύπημα στο Περλ Χάρμπορ και η είσοδος των ΗΠΑ στον πόλεμο, όπως και η κήρυξη του πολέμου στις ΗΠΑ από τον Χίτλερ. Είναι απίθανη μία κατάρρευση της θέλησης των Σοβιετικών για αντίσταση, διότι είχαν ήδη μετακινήσει κρατικές υπηρεσίες και πληθυσμό στο Κουιμπίσεφ, πολύ μακριά από τους προελαύνοντες Γερμανούς.

Ο χειμώνας 1941 – 1942 ήταν εξαιρετικά βαρύς και οι Γερμανοί ήταν ανέτοιμοι να τον αντιμετωπίσουν. Ακόμα και με τη Μόσχα στην κατοχή τους, θα αναγκάζονταν κάποια στιγμή στις αρχές του 1942 να την εγκαταλείψουν και να ακολουθήσουν μια γενικότερη σύμπτυξη, ευθυγραμμίζοντας το μέτωπό τους λόγω αδυναμίας υποστήριξης. Από την άλλη πλευρά, εκτιμάται ότι μεγάλο μέρος των εφεδρικών Σιβηρικών μεραρχιών θα είχαν ήδη δεσμευθεί για την άμυνα της Μόσχας, με αποτέλεσμα η σοβιετική αντεπίθεση να μην έχει το εύρος και αποτελεσματικότητα που είχε στην πραγματικότητα. Το 1942 οι Γερμανοί θα ξεκίναγαν την θερινή επίθεσή τους από ευνοϊκότερες θέσεις, αλλά ακόμη και εάν έπεφτε το Στάλινγκραντ και είχαν περισσότερες διαθέσιμες δυνάμεις στον Καύκασο, στρατηγικά δεν θα μπορούσαν να κρατηθούν στη Σοβιετική Ένωση.
Το κρίσιμο έτος του πολέμου ήταν το 1943 και το σημαντικότερο γεγονός δεν ήταν στρατιωτικό. Ο πόλεμος κρίθηκε από την απόφαση των Ρούσβελτ και Τσόρτσιλ στην Καζαμπλάνκα να μην δεχθούν τίποτε λιγότερο από την άνευ όρων παράδοση της Γερμανίας. Μπορεί το τελικό αποτέλεσμα της τιτάνιας σύγκρουσης να ήταν προδιαγεγραμμένο, αλλά όπως εξηγήθηκε, οι δυνάμεις του Άξονα θα ήταν σε πολύ καλύτερη θέση εάν η Ελλάδα είχε παραδοθεί αμαχητί, ή καταρρεύσει μετά από σύντομο χρονικό διάστημα. Έχοντας πει τα παραπάνω είναι βέβαιο ότι οι μάχες σε όλα τα μέτωπα θα εξελίσσονταν με άλλο τρόπο και σε διαφορετικό χρόνο. Αυτό σήμαινε ότι μέχρι να λήξει ο πόλεμος θα σκοτώνονταν πολλοί περισσότεροι Σύμμαχοι και αντίπαλοί τους.

Ειδικά οι Αμερικανοί θα έπρεπε να επιστρατεύσουν μεγαλύτερο μέρος του ανθρώπινου δυναμικού τους, με αποτέλεσμα εντονότερη δυσφορία της κοινής γνώμης και θυμό απέναντι στον εχθρό. Όμως ένας πόλεμος που θα μαίνονταν στην Ευρώπη το καλοκαίρι του 1945 με μια Γερμανία να αψηφά τους πάντες, σημαίνει ότι με βάση την στρατηγική επιλογή για νίκη πρώτα επί της Γερμανίας («Germany first») στις 6 και 9 Αυγούστου τα πυρηνικά μανιτάρια θα εμφανίζονταν πάνω από το Βερολίνο και τη Νυρεμβέργη και όχι τη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι.
Είναι κάτι που θα πρέπει να σκεφτούν όσοι ελαφρά τη καρδία απορρίπτουν τις θυσίες της Ελλάδας στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο…
Το έπος του ’40: Η σημασία, οι διδαχές και τα ερωτήματα
Η συμπλήρωση των ογδόντα τεσσάρων ετών από το μεγαλειώδες Έπος του ’40 βρίσκει την Ελλάδα μπροστά σε μεγάλα προβλήματα και κινδύνους ενόψει της τεράστιας γεωπολιτικής ρευστότητας σε όλο τον πλανήτη από την ανάφλεξη της Μέσης Ανατολής, του συνεχιζόμενου ρωσο-ουκρανικού πολέμου και της μετακίνησης των τεκτονικών γεωπολιτικών πλακών.
Τα σοβαρά προβλήματα της οικονομίας με τη γιγάντωση του παρασιτισμού και την αύξηση των κοινωνικών ανισοτήτων, που υπονομεύουν την κοινωνική ισορροπία, συνέχονται με τα μείζονα εθνικά θέματα, που οξύνονται λόγω του αναθεωρητισμού της νεο-οθωμανικής Τουρκίας. Η δομική τουρκική απειλή (παρά τη σκόπιμη βραχυπρόθεσμη νηνεμία) σε συνδυασμό με τα διογκούμενα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα εξαιτίας του στρεβλού συστήματος παρακμής και της νοσηρής κομματοκρατίας που λυμαίνεται τη χώρα, αλλά και το τεράστιο δημογραφικό πρόβλημα, συνθέτουν ένα ιδιαίτερα σκοτεινό ψηφιδωτό για το μέλλον του Ελληνισμού.

Πέραν όμως αυτών σημαντικό παράγοντα αποτελεί και η υποδόρια κάμψη του αντιστασιακού φρονήματος του λαού μας εξαιτίας της κάλπικης «ψευδοευημερίας» κατά την περίοδο της ύστερης Μεταπολίτευσης και της επικράτησης ενός άκρατου παρασιτισμού στον παραγωγικό τομέα, με τον αντίστοιχο υπερκαταναλωτισμό ως κυρίαρχο αφήγημα των Νεοελλήνων. Η κάμψη αυτών των «αντιστασιακών αντανακλαστικών» που χαρακτηρίζει την ιστορική μας διαδρομή ως μικρού ιστορικού λαού , σύμφωνα με τον Νίκο Σβορώνο, αποτελεί κρίσιμη παράμετρο για το παρόν και το μέλλον του Ελληνισμού.
Το έπος του ’40 διδάσκει την αντίσταση
Αυτός ο αντιστασιακός χαρακτήρας, που χαρακτηρίζει ως διαχρονικός ιστός την Νεοελληνική Ιστορία, άρχισε να εμφανίζει ρωγμές κατά την περίοδο της «ύστερης Μεταπολίτευσης», όπου στο πλαίσιο του παρασιτικού καταναλωτικού μοντέλου και της «κίβδηλης» ευημερίας, ενδυναμώθηκε και ο λεγόμενος «εθνομηδενισμός», ως δήθεν αντίποδας στην ακραία εκμετάλλευση της έννοιας του πατριωτισμού από τη Χούντα των Συνταγματαρχών και τα πάσης φύσεως ακροδεξιά και ναζιστικά εξαπτέρυγα μορφώματα.
Παράλληλα, ενώ θα περίμενε κανείς, εξαιτίας του μνημονιακού «οδοστρωτήρα» της προηγούμενης δεκαετίας και της συνεχόμενης μεταμνημονιακής κηδεμονίας, που διέλυσε τον κοινωνικό ιστό και δημιούργησε συνθήκες απώλειας της εθνικής κυριαρχίας, να ενισχυθεί ο αντιστασιακός χαρακτήρας του λαού μας, είχαμε τα αντίθετα αποτελέσματα: Την παραπέρα, δηλαδή, υπονόμευσή του, συμβάλλοντας σημαντικά σ’ αυτό, μεταξύ άλλων, και η αίσθηση που έχουν τα πενόμενα κοινωνικά στρώματα (εργαζόμενοι, αγρότες, μικρομεσαίοι επαγγελματίες) για το ότι το ανεπαρκές, εξαρτημένο και πελατειακό ελληνικό κράτος, το πολιτικό σύστημα και η ολιγαρχική κομματοκρατία αίρουν καθημερινά τα κοινωνικά, πολιτικά, δημοκρατικά και οικονομικά τους δικαιώματα.
Αυτό, όπως είναι φυσικό, έχει σοβαρές αρνητικές συνέπειες καθώς δημιουργεί συνθήκες αποστέρησης της μνήμης και του ιστορικού παρελθόντος, που αν παγιωθεί θα είναι καταστροφικό για τη χώρα. Και αυτό γιατί μόνο με την ιστορική μνήμη και την αξιολόγηση της ιστορικής εμπειρίας μπορεί να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για την εθνική επιβίωση στους σημερινούς θρυμματισμένους καιρούς.

Πρόκειται για σοβαρότατη μετάλλαξη με απροσδιόριστες συνέπειες, διότι ο παρασιτισμός, που αποτελεί «μολυντικό παράγοντα» στο «σώμα» του Ελληνισμού από τα πρώτα στάδια της νεώτερης συγκρότησής του, αφορούσε, μέχρι τις τελευταίες δεκαετίες, κυρίως τις «άρχουσες» τάξεις. Οι ασθενέστερες οικονομικά κοινωνικές τάξεις, που αποτελούν και τη κρίσιμη μάζα του αυθόρμητου πατριωτισμού στη χώρα ήταν ακόμα δεμένες με τη γη και την παραγωγή και αυτό τροφοδοτούσε τον αντιστασιακό τους χαρακτήρα, όπως φάνηκε περίτρανα στο Έπος του ’40.
Ως εκ τούτου, η σημασία και οι αξίες αυτού συνιστούν βασικές παράμετρους για την επανανοηματοδότηση του αντιστασιακού ήθους, μετά τις διαλυτικές συνθήκες που επικράτησαν κατά την ύστερη Μεταπολίτευση, του μνημονιακού οδοστρωτήρα και της υφιστάμενης μεταμνημονιακής κηδεμονίας για τη διαφύλαξη και ενδυνάμωση των δημοκρατικών και κοινωνικών δικαιωμάτων του λαού και την προάσπιση των εθνικών συμφερόντων του Ελληνισμού στην ευρύτερη περιοχή της Λεκάνης της Μεσογείου εν μέσω της παγκόσμιας ρευστότητας και του πολυπολικού και ασταθούς γεωπολιτικού περιβάλλοντος.

Πέραν των ανωτέρω, τίθεται το τελευταίο καιρό, έστω και υποδορίως, το ερώτημα γιατί η Ελλάδα είναι η μοναδική ευρωπαϊκή χώρα που εορτάζει την έναρξη του πολέμου και όχι την απελευθέρωση της από το ναζιστικό ζυγό στις 12 Οκτωβρίου 1944, όταν οι Ναζί κατέβασαν τη σβάστικα από τον ιερό βράχο της Ακροπόλεως και άρχισαν την αποχώρηση τους από την Αθήνα και την υπόλοιπη Ελλάδα. Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις, όπως Παρίσι, Βρυξέλλες κλπ εορτάζουν με μεγάλη λαμπρότητα την ημέρα της απελευθέρωσης τους σε αντίθεση με την Αθήνα, που ενώ είχε τεράστιο ανθρώπινο κόστος κατά τη ναζιστική κατοχή, η ημέρα της Απελευθέρωσης της είναι ακόμα στα αζήτητα. Η απάντηση στο θέμα αυτό δεν έχει μόνο φιλολογικό χαρακτήρα, αλλά υποκρύπτει βαθύτερες αιτίες, που έχουν αιτιώδη συνάφεια και με τα σημερινά προβλήματα της χώρας.
Κατ’ αρχήν είναι αναμφισβήτητο και από παντού αναγνωρισμένο ότι ο Λαός μας στις 28 Οκτωβρίου του 1940 ήρθη στο ύψος των μεγάλων ιστορικών περιστάσεων, ξεπερνώντας κάθε ιδεολογικό και πολιτικό φανατισμό, εμφύλιο διχασμό, προσωπικές φοβίες και ατομικά συμφέροντα, προτάσσοντας αποκλειστικά και μόνο την προστασία της ελευθερίας και αξιοπρέπειάς του ως έθνος ενάντια στο φασισμό. Πρόκειται για ιστορική καταγραφή γιγαντιαίων διαστάσεων, αφού το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου απέναντι στον ισχυρότατο φασιστικό και ναζιστικό άξονα αποτελούσε την εξαίρεση στον ευρωπαϊκό κανόνα της τότε περιόδου, καθώς ελάχιστες ευρωπαϊκές κοινωνίες αντιστάθηκαν και πολέμησαν, ενώ οι περισσότερες πολέμησαν, είτε τυπικά είτε συνθηκολόγησαν. Γι’ αυτό και ο ελληνικός λαός είχε βαρύτατο τίμημα για την αντίσταση του αυτή, αφού κατά την περίοδο της Κατοχής, οι Ναζί προχώρησαν σε τοπικές γενοκτονίες και σε διάλυση της παραγωγικής βάσης της χώρας.

Είναι όμως αλήθεια, που δεν φωτίζεται επαρκώς, ότι αυτό το τεράστιο έπος του ελληνικού λαού υπονομεύτηκε και αμαυρώθηκε από τις τρεις κατοχικές, προδοτικές κυβερνήσεις Τσολάκογλου, Λογοθετόπουλου και Ράλλη που λειτούργησαν ως μηχανισμός νομιμοποίησης των εγκλημάτων των Ναζί στη χώρα μας. Ιδιαίτερα η τελευταία κατοχική κυβέρνηση Ράλλη, αφενός ανέλαβε για λογαριασμό των Ναζί να αντιμετωπίσει το ανερχόμενο αντιστασιακό κίνημα (ΕΑΜ) και αφετέρου δημιούργησε τους μηχανισμούς και τις συνθήκες προπαρασκευής της εμφύλιας σύρραξης που ακολούθησε με τις φασιστικές, τρομοκρατικές οργανώσεις που δημιούργησε σε βάρος του αντιστασιακού κινήματος επί του οποίου επιδόθηκαν σε πρωτοφανή άσκηση τρομοκρατίας υπό τη σημαία δήθεν αντιμετώπισης του αντικομουνιστικού «κινδύνου», που οι Ναζί υποτίθεται θα ξερίζωναν για λογαριασμό της Ευρώπης!
Στη παγίδα αυτής της «λευκής» τρομοκρατίας διολίσθηκε η τότε ηγεσία του ΚΚΕ με συνέπεια την επέλευση του καταστρεπτικού εμφυλίου (1946-1949) οι συνέπειες του οποίου υπήρξαν οδυνηρότατες και πολύπλευρες για τη χώρα μας. Πέραν της απώλειας μεγάλου τμήματος του ανθού της τότε ελληνικής νεολαίας, σε συνδυασμό και με την έξοδο χιλιάδων στις ανατολικές χώρες, υπήρξε η εφιαλτική κοινωνική διαίρεση των νικητών και ηττημένων από το μεταπολεμικό κράτος της Δεξιάς που οδήγησε στη άφρονα Δικτατορία των Συνταγματαρχών, με επιστέγασμα την προδοσία της Κύπρου. Μεταπολεμική διαίρεση που ήρθη με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης από την πρώτη κυβέρνηση του Ανδρέα Παπανδρέου μόλις το 1982.

Η εξέλιξη όμως αυτή είχε ως αποτέλεσμα όχι μόνο τη λήθη και την αθώωση πληθώρας μαυραγοριτών, που συνεργάστηκαν με τον κατακτητή σε βάρος των συμπατριωτών τους, με στόχο τον προσωπικό πλουτισμό τους, εξού και είχαμε η μεγαλύτερη ανακατανομή περιουσιών το έτος 1941, κατά τη διάρκεια του χειρότερου λιμού της Αθήνα με 80.000 περίπου νεκρούς, όπου υπολογίζεται ότι μεταβιβάστηκαν πάνω από 350.000 ακίνητα σε αξία που άγγιζε μόλις το 7% της πραγματική τους αξίας, αλλά το χειρότερο ήταν η μετατροπή αυτού του εσμού των δωσίλογων, που εμφανίστηκαν ως νικητές μετά τον Εμφύλιο, ως η νέα ιθύνουσα οικονομική ολιγαρχία της χώρας με τον πλούτο που είχαν υποκλέψει με τη βοήθεια των Γερμανών.
Αυτό το στρώμα των δωσίλογων και μαυραγοριτών είναι που στη συνέχεια μόλυνε τους θεσμούς και τη νοοτροπία στη χώρα. Έτσι υφίσταται αυτός ο αέναος παρασιτισμός που μαστίζει τη χώρα, το φαινόμενο των πλούσιων βιομηχάνων σε φτωχές βιομηχανίες κλπ που διατρέχει όλη τη σύγχρονη φάση της νεοελληνικής ιστορίας και που αποτελεί κατά τον γράφοντα τη κύρια και βασική αιτία της υστέρησης και των διαχρονικών στρεβλώσεων της Ελλάδας. Αυτός ο εσμός των δοσίλογων ως ιθύνουσα πλέον οικονομική ολιγαρχία μετά τον εμφύλιο, είχε κάθε λόγο και το πέτυχε να επιβάλλει τη λήθη της ημέρας απελευθέρωσης της Ελλάδας από τον ναζιστικό άξονα και τη διάσπαση του κοινού εορτασμού του Μεγάλου Όχι με την ημέρα της μεγάλης απελευθέρωσης της Αθήνας και όλης της χώρας από το ναζιστικό κατοχικό άξονα, αφού κάτι τέτοιο θα επέβαλε την ουσιαστική συζήτηση για το σκοτεινό ρόλο τους στη Κατοχή.

Θα πρέπει πάντως για ιστορικούς λόγους να σημειωθεί ότι μόνο το 1944 που έγινε ο πρώτος επίσημος εορτασμός της 28ης Οκτωβρίου στην Αθήνα, που είχε απελευθερωθεί λίγες ημέρες πριν στις 12 Οκτωβρίου με πρωθυπουργό της κυβέρνησης της εθνικής ενότητας τον Γεώργιο Παπανδρέου, οι δύο επέτειοι της έναρξης και του τέλους του πολέμου ήταν ενοποιημένες, αφού το περιεχόμενο του αναφερόταν ταυτόχρονα, τόσο στο πόλεμο του αλβανικού μετώπου, όσο και στη μεγαλειώδη αντίσταση του ελληνικού λαού κατά των Ναζί που ακολούθησε έως την ημέρα της απελευθέρωσης του.
Πιο Δημοφιλή
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα


