Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΠΕΜΠΤΟΣ

ΘΕΩΝΗ

Οι λανθασμένες επιλογές και η έλλειψη στρατηγικής στο Μεταναστευτικό απειλούν την ασφάλεια και τον πληθυσμό της Ελλάδας

Το Μεταναστευτικό ζήτημα, από τα πλέον κρίσιμα και σύνθετα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα σήμερα, αποκαλύπτει με τον πιο εμφατικό τρόπο την ανικανότητα και την έλλειψη ουσιαστικού σχεδιασμού από την κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη. Πρόκειται για μια πολυεπίπεδη πρόκληση, που όχι απλά δεν έχει αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, αλλά αντίθετα έχει επιδεινωθεί ραγδαία, δημιουργώντας τεράστια προβλήματα ασφαλείας, οικονομικής επιβάρυνσης και κοινωνικής συνοχής.

Η Ελλάδα, πέρα από τις συνηθισμένες δυσκολίες που βιώνουν άλλες χώρες στον τομέα της μετανάστευσης, βρίσκεται σε καθεστώς κρίσης εθνικής ασφάλειας, με το πρόβλημα να εκδηλώνεται κυρίως στα νησιά του Αιγαίου και πλέον και στην ηπειρωτική χώρα, ειδικά στην Κρήτη. Η διαχείριση της κρίσης αυτής έχει χαρακτηριστεί από ανοργανωσιά, αναποτελεσματικότητα και μια σειρά λανθασμένων χειρισμών που αποδεικνύουν πως η κυβέρνηση δεν έχει κανένα σαφές σχέδιο ή έστω τη βούληση να επιβάλει τάξη.

Το βασικό πρόβλημα πηγάζει από τη στάση που κράτησε ο ίδιος ο πρωθυπουργός όταν βρισκόταν στην αντιπολίτευση, την περίοδο 2016-2019. Τότε, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αντιμετώπιζε το Μεταναστευτικό ως εσωκομματικό παιχνίδι, ως μονοδιάστατο πρόβλημα που θα μπορούσε να «ξεφουσκώσει» εύκολα ή ως ευκαιρία να κριτικάρει την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Αυτή η επιπόλαιη προσέγγιση, όμως, είχε ως αποτέλεσμα να μην υπάρχει καμία προετοιμασία ή στρατηγική για την αντιμετώπιση των μεγάλων μεταναστευτικών ροών που θα ακολουθούσαν.

Η κυβέρνηση του 2020 επέλεξε να καταστείλει με σκληρότητα τους κατοίκους των νησιών που διαμαρτύρονταν για τις συνθήκες και τη διαχείριση της κρίσης, στέλνοντας διμοιρίες ΜΑΤ στη Λέσβο και τη Χίο, παρά την αλληλεγγύη που είχαν δείξει αυτές οι τοπικές κοινωνίες απέναντι στους πρόσφυγες. Την ίδια στιγμή, όταν η Τουρκία άνοιξε τις πύλες για χιλιάδες μετανάστες στον Έβρο, η απάντηση της κυβέρνησης ήταν αργοπορημένη και αναποτελεσματική, με καθυστέρηση κρίσιμων αποφάσεων για τρεις ολόκληρες ημέρες, και μόνο κάτω από πίεση στελεχών. Η όποια πολιτική λογική της κυβέρνησης εκείνη την κρίσιμη περίοδο βασίστηκε περισσότερο στον φόβο πολιτικής αστάθειας, παρά σε πραγματική στρατηγική ασφάλειας.

Παρά τις δημόσιες αναγνωρίσεις λαθών και την επανίδρυση του υπουργείου Μεταναστευτικής Πολιτικής, η κυβέρνηση δεν έχει καταφέρει να παρουσιάσει ούτε ένα ολοκληρωμένο, αποτελεσματικό σχέδιο. Ο μύθος ότι ένα υπουργείο από μόνο του μπορεί να λύσει το πρόβλημα είναι απολύτως γελοίος, όταν δεν συνοδεύεται από σταθερή πολιτική βούληση και συντονισμένες διπλωματικές πρωτοβουλίες απέναντι σε τρίτες χώρες και διεθνείς φορείς.

Η άνοδος των μεταναστευτικών ροών προς την Κρήτη από το φθινόπωρο του 2023 αποδεικνύει την πλήρη αδράνεια και αποτυχία του Μεγάρου Μαξίμου. Προειδοποιήσεις που είχαν δοθεί από το 2022, ακόμη και από τον Αιγύπτιο πρόεδρο Αμπντέλ Φατάχ Αλ Σίσι, αγνοήθηκαν παντελώς, ενώ το πρόβλημα μεγαλώνει καθημερινά, αφήνοντας την Ελλάδα να μοιάζει με χώρα που αδυνατεί να ελέγξει τα σύνορά της.

Οι κυβερνητικές παλινωδίες είναι πλέον χαρακτηριστικές: Η «αποτελεσματική αποστολή» φρεγατών στη Λιβύη κατέρρευσε εντός δύο εβδομάδων, αποδεικνύοντας ότι το αφήγημα περί ελέγχου των διακινητών ήταν καθαρή προπαγάνδα. Η ασυνέπεια στις δηλώσεις για τη στάση της ελληνικής Ακτοφυλακής μεταξύ πρωθυπουργού και υπουργού Εξωτερικών δημιουργεί εικόνα όχι μόνο αδυναμίας αλλά και ασυνεννοησίας που εκθέτει τη χώρα διεθνώς.

Η προσπάθεια εμπλοκής των ΗΠΑ στο μεταναστευτικό, παρότι σε θεωρητικό επίπεδο σωστή, απέτυχε παταγωδώς, καθώς το Στέιτ Ντιπάρτμεντ αρνείται να εμπλακεί ενεργά, προτιμώντας να μην διαταράξει τις εσωτερικές ισορροπίες της Λιβύης και να διατηρήσει καλές σχέσεις με παράγοντες όπως ο στρατάρχης Χαφτάρ.

Στο εσωτερικό, η κυβέρνηση βαδίζει σε επικίνδυνα μονοπάτια, αναλαμβάνοντας δεσμεύσεις όπως η επιστροφή 80.000 αιτούντων άσυλο από τη Γερμανία πίσω στην Ελλάδα, σε μια στιγμή που η ίδια αδυνατεί να ελέγξει ούτε τις υπάρχουσες ροές. Η μεταφορά των μεταναστών από τις ακτές της Κρήτης προς την ενδοχώρα με μέσα του Λιμενικού, αντί για απώθηση, επιτείνει τις ανησυχίες για εποικισμό και αλλοίωση της δημογραφίας, με ορατές τις συνέπειες στην ασφάλεια και την κοινωνική συνοχή.

Παρά τις διακηρύξεις για αυστηρότητα και απέλαση παράνομων μεταναστών, η κυβέρνηση παραμένει δέσμια πολιτικών αδιεξόδων και αμφίθυμων χειρισμών, διαπραγματευόμενη με φιλοτουρκικές και αμφιλεγόμενες δυνάμεις στη Λιβύη, που αρνούνται οποιαδήποτε συνεργασία σε ευρωπαϊκές αποστολές.

Η κοινωνική αντίδραση εντείνεται, καθώς η κοινή γνώμη βλέπει πλέον καθαρά πως το αφήγημα περί «αθώων γυναικόπαιδων» δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Οι εικόνες νεαρών μεταναστών να πανηγυρίζουν την παράνομη είσοδό τους στην Ελλάδα προκαλούν έντονο θυμό και απογοήτευση στους πολίτες που νιώθουν εγκαταλελειμμένοι.

Σε αυτό το σκηνικό, η διαφορά ανάμεσα στις μειωμένες επιδοτήσεις προς τις πολύτεκνες ελληνικές οικογένειες και τα υψηλά κονδύλια που δαπανώνται για τη φιλοξενία, τη σίτιση και την υγειονομική περίθαλψη των μεταναστών προκαλεί οργή και αίσθημα αδικίας. Οι περίπου χίλιες ευρώ ημερησίως ανά μετανάστη δεν είναι απλώς ένα οικονομικό βάρος· αποτελούν σύμβολο μιας κυβέρνησης που έχει απολέσει την επαφή με τις πραγματικές ανάγκες και τους φόβους του ελληνικού λαού.

Συνολικά, η σημερινή διακυβέρνηση αποδεικνύεται ανεπαρκής, αδύναμη και επικίνδυνη, μηδενίζοντας κάθε προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το Μεταναστευτικό ως ζήτημα που απειλεί την ίδια την υπόσταση του ελληνικού κράτους και έθνους. Η αποτυχία του Κυριάκου Μητσοτάκη να υλοποιήσει μια πραγματική, σκληρή και αποτελεσματική πολιτική διαχείρισης εκθέτει τη χώρα σε ολοένα μεγαλύτερους κινδύνους, θέτοντας σε κίνδυνο το μέλλον και την ασφάλεια των πολιτών.

Ετικέτες: