Σήμερα Γιορτάζουν:

ΘΕΟΔΟΣΙΟΣ

Οι πέντε νέες προκλήσεις της οικονομίας για το 2026

Μετά την παγίωση της οικονομικής δραστηριότητας σε τροχιά θετικής μεγέθυνσης άνω του 2%, με δημοσιονομικές επιδόσεις που συγκρίνονται ευνοϊκά με εκείνες ισχυρότερων οικονομιών της Ευρωζώνης και με την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας εδώ και δύο έτη, από το 2026 αναδεικνύεται πλέον με μεγαλύτερη ένταση η ανάγκη αντιμετώπισης βαθύτερων, διαρθρωτικών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας.

Σύμφωνα με τους στόχους του Προϋπολογισμού του 2026, ο ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να διαμορφωθεί στο 2,4%, έναντι 2,2% το 2025, με βασικούς μοχλούς την αύξηση των επενδύσεων κατά 10,2%, την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης κατά 1,9% και την άνοδο των εξαγωγών κατά 4,5%.

Η ανεργία, έχοντας υποχωρήσει στο 9,1% το 2025, εκτιμάται ότι θα περιοριστεί περαιτέρω στο 8,6% το 2026, εξακολουθώντας ωστόσο να αποτελεί το δεύτερο υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση, μετά την Ισπανία.

Ο πληθωρισμός, με βάση τον Εθνικό Δείκτη Τιμών Καταναλωτή, προβλέπεται να αποκλιμακωθεί στο 2,2% το 2026 από 2,6% το 2025, παραμένοντας όμως και τη νέα χρονιά υψηλότερος από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Σε δημοσιονομικό επίπεδο, το πρωτογενές αποτέλεσμα του κρατικού Προϋπολογισμού αναμένεται να διαμορφωθεί στο 3,7% του ΑΕΠ το 2025 και στο 2,8% του ΑΕΠ το 2026, ενώ το συνολικό αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης εκτιμάται στο 0,6% του ΑΕΠ το 2025 και στο -0,1% το 2026.

Το χρέος της Γενικής Κυβέρνησης υπολογίζεται ότι θα ανέλθει σε 362,8 δισ. ευρώ ή 145,9% του ΑΕΠ στο τέλος του 2025, έναντι 364,9 δισ. ευρώ ή 154,2% του ΑΕΠ το 2024, καταγράφοντας μείωση 8,3 ποσοστιαίων μονάδων. Για το 2026 προβλέπεται περαιτέρω αποκλιμάκωση στα 359,3 δισ. ευρώ ή 138,2% του ΑΕΠ, δηλαδή μείωση 7,7 ποσοστιαίων μονάδων σε ετήσια βάση, παραμένοντας όμως το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρώπη.

Οι διαρθρωτικές υστερήσεις που επιμένουν

Διεθνείς οργανισμοί, καθώς και η Τράπεζα της Ελλάδος, επισημαίνουν ότι η σύγκλιση με τον μέσο ευρωπαϊκό όρο προϋποθέτει ουσιαστικές βελτιώσεις σε πέντε κρίσιμους διαρθρωτικούς τομείς.

Στην αγορά εργασίας, οι ελλείψεις προσωπικού που παρατηρούνται σε κλάδους όπως η εστίαση και ο τουρισμός αφορούν κυρίως χαμηλής εξειδίκευσης εργαζομένους σε δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας. Ταυτόχρονα, σε άλλους κλάδους αντίστοιχης αξίας καταγράφονται ελλείψεις χωρίς επαρκή προσφορά εργατικού δυναμικού. Η επιδείνωση του δημογραφικού εντείνει το πρόβλημα, καθιστώντας αναγκαία τη θέσπιση κινήτρων για την αύξηση της συμμετοχής γυναικών και νέων στην αγορά εργασίας, ώστε να περιοριστεί ο οικονομικά μη ενεργός πληθυσμός, που ανέρχεται σήμερα σε περίπου 3,5 εκατομμύρια άτομα. Παράλληλα, απαιτείται ενίσχυση της εκπαίδευσης και της επανεκπαίδευσης εργαζομένων, με στόχο τη σταδιακή προσέγγιση του ευρωπαϊκού μέσου όρου ανεργίας, που διαμορφώνεται στο 6,1%.

Η παραγωγικότητα της εργασίας συνιστά έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα, επηρεάζοντας τα εισοδήματα, την απασχόληση και τον πληθωρισμό. Σήμερα κινείται μόλις στο 51% του μέσου ευρωπαϊκού επιπέδου. Η ενίσχυσή της προϋποθέτει σημαντικά υψηλότερες επενδύσεις, οι οποίες θα λειτουργήσουν πολλαπλασιαστικά στην αγορά εργασίας, καθώς και τη βελτίωση της λειτουργίας ιδιωτικών και δημόσιων επιχειρήσεων μέσω διαρκών μεταρρυθμίσεων, πέραν εκείνων που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στη μέτρηση και ενίσχυση της παραγωγικότητας.

Οι μεταρρυθμίσεις, παρά τη συχνή επίκλησή τους, δεν μπορούν να θεωρηθούν ολοκληρωμένες με την υλοποίηση των 107 παρεμβάσεων του Ταμείου Ανάκαμψης. Η συνέχισή τους απαιτεί έμφαση στη βελτίωση της λειτουργίας του Δημοσίου και στη μείωση της γραφειοκρατίας, η οποία επιβαρύνει επιχειρήσεις και νοικοκυριά με κόστος που υπερβαίνει τα 10 δισ. ευρώ ετησίως.

Εισοδήματα, ακρίβεια και κοινωνικές πιέσεις

Η ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης αποτελεί επίσης βασική πρόκληση. Σύμφωνα με τις προβλέψεις του υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, ο πραγματικός μέσος μισθός αναμένεται να αυξηθεί για τρίτη συνεχόμενη χρονιά το 2026, με ρυθμό 1,5%, έναντι 0,5% το 2025. Παράλληλα, η παραγωγικότητα της εργασίας εκτιμάται ότι θα επιταχυνθεί, με ετήσια αύξηση 1,9% από 1,5% το 2025, στηρίζοντας τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας.

Ωστόσο, το εισοδηματικό χάσμα περίπου 30% σε σχέση με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης παραμένει ιδιαίτερα υψηλό και, σύμφωνα με εκτιμήσεις, θα απαιτήσει περίπου δύο δεκαετίες για να κλείσει, ακόμη και υπό την προϋπόθεση παρατεταμένης ευρωπαϊκής στασιμότητας και διατηρήσιμης ανάπτυξης της Ελλάδας άνω του 2%.

Τέλος, η αντιμετώπιση της ακρίβειας συνιστά καθοριστικό παράγοντα για τη ζήτηση και, κατ’ επέκταση, για το ΑΕΠ. Η απότομη άνοδος των τιμών μετά το 2022, αρχικά λόγω της ενεργειακής κρίσης και στη συνέχεια μέσω της πληθωριστικής έξαρσης, συνοδεύτηκε από την αύξηση των επιτοκίων της ΕΚΤ από -0,5% στο 4%. Παρότι τα επιτόκια έχουν πλέον αποκλιμακωθεί στο 2%, η αίσθηση της ακρίβειας παραμένει έντονη, ιδίως σε μια οικονομία όπου η αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Οι θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης συμβαδίζουν με πληθωρισμό υψηλότερο από τον ευρωπαϊκό, καθιστώντας κρίσιμη πρόκληση για το 2026 τον αποτελεσματικό έλεγχο της αγοράς και την εξομάλυνση των τιμών, ιδίως στα βασικά τρόφιμα, όπου οι ανατιμήσεις αρχίζουν εκ νέου να εμφανίζονται.