Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΥΣΕΒΙΟΣ

ΧΛΟΗ

6 Ιανουαρίου 2026

Οι θαλάσσιες φάρμες-φαντάσματα που «πνίγουν» την ακτογραμμή της Ελλάδας

Στην Ελλάδα, οι κυκλικοί δακτύλιοι των θαλάσσιων ιχθυοτροφείων έχουν γίνει ένα γνώριμο, σχεδόν «ουδέτερο» στοιχείο του παράκτιου τοπίου. Από την επιφάνεια, μοιάζουν με απλές τεχνικές εγκαταστάσεις: μερικοί πλωτήρες, λίγες εξέδρες, μια υποδομή που υποτίθεται ότι υπηρετεί την παραγωγή. Κι όμως, σε πολλές περιπτώσεις, κάτω από αυτή την εικόνα της κανονικότητας κρύβεται ένα αθέατο πεδίο αποσύνθεσης.

Δακτύλιοι που δεν λειτουργούν, δίχτυα που σαπίζουν, σχοινιά που παραμένουν δεμένα στον βυθό, υλικά που σπάνε σε χιλιάδες κομμάτια και ταξιδεύουν με τα ρεύματα. Μια «σιωπηλή» ρύπανση που δεν καταγράφεται εύκολα, δεν φωτογραφίζεται συχνά, δεν γίνεται αμέσως σκάνδαλο — αλλά αφήνει ίχνη παντού: στην ακτή, στα νερά, στο οικοσύστημα, στην τροφική αλυσίδα.

Οι άνθρωποι που έχουν δει αυτή την πραγματικότητα από κοντά δεν χρησιμοποιούν ήπιους όρους. «Είναι περιβαλλοντικό έγκλημα», λέει μία από τις πλέον δραστήριες φωνές που επιχειρούν να αντιμετωπίσουν το φαινόμενο. «Πώς γίνεται να πέφτεις για ύπνο στο τέλος της ημέρας, ενώ είσαι υπεύθυνος για όλα αυτά;» Το φαινόμενο έχει όνομα: «ghost farms» — ιχθυοτροφεία-φαντάσματα. Εγκαταστάσεις που κάποτε παρήγαν ψάρια, αλλά έμειναν πίσω σαν σκουριασμένα, πλαστικά κουφάρια μέσα στη θάλασσα, επειδή η επιχείρηση που τις διαχειριζόταν χρεοκόπησε, μπλέχτηκε σε αδειοδοτικά προβλήματα ή απλώς επέλεξε την πιο φθηνή λύση: την εγκατάλειψη.

Στα Μέθανα, λίγες ώρες από την Αθήνα, βρίσκεται μια τέτοια περίπτωση. Μονάδα που εγκαταστάθηκε το 1993, λειτούργησε επί χρόνια για παραγωγή λαβρακιού και τσιπούρας, αλλά από το 2011 άρχισε να σκοντάφτει σε ζητήματα αδειοδότησης. Κάποια στιγμή σταμάτησε να λειτουργεί. Το αυτονόητο θα ήταν να απομακρυνθεί, να αποκατασταθεί ο χώρος, να αποτραπεί η περιβαλλοντική ζημιά. Αντί γι’ αυτό, η εγκατάσταση εγκαταλείφθηκε, αφήνοντας μια τεράστια πλαστική υποδομή να διαλύεται αργά, μέρα με τη μέρα, μέσα στο θαλάσσιο περιβάλλον.

Όποιος αντικρίζει για πρώτη φορά ένα τέτοιο «νεκρό» ιχθυοτροφείο, καταλαβαίνει την κλίμακα. Δεν πρόκειται για μερικά αντικείμενα που ξέμειναν στη θάλασσα, αλλά για ένα σύνθετο έργο υποδομής. Οι συγκεκριμένες κατασκευές στα Μέθανα εκτείνονται έως και 40 μέτρα σε βάθος. Κι επειδή το μεγαλύτερο μέρος τους είναι πλαστικό —δίχτυα, σωλήνες, δακτύλιοι, πλωτήρες, εξαρτήματα— η εγκατάλειψη δεν σημαίνει «ακινησία». Σημαίνει θραύση, αποσύνθεση, διασπορά.

Η ζημιά ξεκινά από τα δίχτυα, που με τον χρόνο χαλαρώνουν, μπλέκονται και μετατρέπονται σε παγίδες. Άγρια ψάρια εγκλωβίζονται, πεθαίνουν και, καθώς προσελκύουν άλλα, το φαινόμενο αυτοτροφοδοτείται: μια αλυσίδα παγίδευσης που μπορεί να συνεχιστεί επί δεκαετίες. Παράλληλα, οι κυκλικοί κλωβοί καταρρέουν ή αποσπώνται, ενώ οι πλωτήρες ραγίζουν και απελευθερώνουν το υλικό πλήρωσης — συχνά διογκωμένη πολυστερίνη (φελιζόλ) — σε μικρά και μεγάλα θραύσματα. Για τη θαλάσσια ζωή, αυτά τα κομμάτια μπορούν να μοιάζουν με τροφή. Για την ακτή, μετατρέπονται σε μόνιμο «χαλί» απορριμμάτων. Για τη θάλασσα, σε κινούμενο φορτίο μικροπλαστικών.

Η εικόνα δεν είναι θεωρητική. Σε διαδρομή κατά μήκος της ακτογραμμής προς μια παραλία μόλις 5 χιλιόμετρα μακριά, τα θραύσματα φελιζόλ εμφανίζονται σχεδόν παντού: ανάμεσα σε φύκια, σε βράχια, σε μικρές συστάδες απορριμμάτων που φέρνουν τα κύματα. Το ερώτημα «από πού έρχονται;» δεν απαντάται πάντα με απόλυτη βεβαιότητα — αλλά σε πολλές περιπτώσεις, η προέλευση είναι σχεδόν αυτονόητη.

Ο Τάσος Φιλιππίδης, επικεφαλής ελληνικής περιβαλλοντικής οργάνωσης που εντοπίζει εγκαταλελειμμένες μονάδες με δορυφορικές εικόνες, έχει συναντήσει αυτά τα ίχνη ξανά και ξανά. Σηκώνει ένα κομμάτι πλαστικού, δείχνει ένα θραύσμα φελιζόλ, επισημαίνει σπασμένα απομεινάρια από σακιά ιχθυοτροφών. Εξηγεί πως ορισμένα εξαρτήματα είναι χαρακτηριστικά: ράβδοι σύνδεσης που χρησιμοποιούνται για την ένωση των σωλήνων στη βάση των πλωτών δακτυλίων. «Μπορείς να βρεις πάρα πολλές τέτοιες παντού στην ακτή», λέει. «Κανείς δεν θα τις μαζέψει. Μένουν εκεί για χρόνια. Και απελευθερώνουν μικροπλαστικά σε μεγάλες ποσότητες. Επιπλέουν, ταξιδεύουν».

Στις περιοχές που έχει εξετάσει, ο ίδιος έχει εντοπίσει πάνω από 130 πιθανές εγκαταλελειμμένες τοποθεσίες και έχει επιβεβαιώσει τουλάχιστον 22 ως «ιχθυοτροφεία-φαντάσματα». Σε πολλές περιπτώσεις, οι αρχικοί ιδιοκτήτες είναι γνωστοί. Το πρόβλημα, λοιπόν, δεν είναι πάντοτε η ταυτοποίηση. Είναι η επιβολή.

Τυπικά, το ελληνικό νομικό πλαίσιο προβλέπει πρόστιμα και κυρώσεις για παράνομη εγκατάλειψη εγκαταστάσεων. Προβλέπει επίσης τη λογική της «εγγύησης»: οι εταιρείες καταθέτουν ποσό που επιστρέφεται στο τέλος της δραστηριότητάς τους, εφόσον απομακρύνουν τον εξοπλισμό και καθαρίσουν την περιοχή. Στην πράξη, όμως, η οικονομική εξίσωση είναι συχνά κυνική. Ακόμη κι αν χαθεί η εγγύηση ή επιβληθεί πρόστιμο, μπορεί να κοστίζει πολύ λιγότερο από το πραγματικό κόστος της αποκατάστασης.

Στα Μέθανα, οι αρχικοί ιδιοκτήτες έλαβαν εντολή να απομακρύνουν τη μονάδα το 2022. Δύο χρόνια αργότερα, τους επιβλήθηκε πρόστιμο 6.000 ευρώ επειδή δεν την είχαν καθαρίσει. Αν το πλήρωσαν, δεν είναι σαφές. Αυτό που είναι σαφές είναι ότι η μονάδα παρέμενε εκεί — άρα το κράτος και οι αρμόδιοι μηχανισμοί είτε δεν μπόρεσαν είτε δεν θέλησαν να ολοκληρώσουν την επιβολή των αποφάσεων.

Μπροστά σε αυτή την ακινησία, εμφανίζεται μια παράδοξη πραγματικότητα: οι καθαρισμοί συχνά δεν γίνονται από το κράτος ή από τους υπεύθυνους, αλλά από οργανώσεις και ιδιωτικές πρωτοβουλίες που αναλαμβάνουν την επιχείρηση ως περιβαλλοντική αποστολή. Στα Μέθανα, την επιχείρηση ανέλαβε ομάδα δυτών και τεχνικών υπό τη Βερονίκα Μίκος, σε συνεργασία με φορέα που ειδικεύεται στην απομάκρυνση θαλάσσιων αποβλήτων.

Η διαδικασία δεν θυμίζει απλώς «καθαρισμό». Είναι επιχείρηση διάσωσης μέσα σε ένα ασταθές, αόρατο πεδίο. Οι δύτες κατεβαίνουν πρώτοι για να εκτιμήσουν την κατάσταση μετά από χρόνια εγκατάλειψης. Μόλις αρχίσουν να τραβούν δίχτυα, η ορατότητα μηδενίζεται. Στον βυθό, ο εξοπλισμός συχνά είναι θαμμένος κάτω από ιλύ, μπλεγμένος με θαλάσσια ζωή, μεταμορφωμένος σε απρόβλεπτο λαβύρινθο. Τα δίχτυα συγκεντρώνονται, τα σχοινιά αποσυνδέονται από τον βυθό, μπαλόνια ανύψωσης προσαρμόζονται για να ανεβάσουν τμηματικά τα κομμάτια στην επιφάνεια.

Όταν τα τμήματα βγουν πάνω, ξεκινά η αποσυναρμολόγηση. Οι τεράστιοι δακτύλιοι ανεβαίνουν αργά στο πλοίο που έχει σχεδιαστεί για τέτοιες αποστολές. Πάνω στο κατάστρωμα, όλα κινούνται με ταχύτητα: μια εγκατάσταση που σαπίζει επί χρόνια μπορεί να διαλυθεί και να απομακρυνθεί μέσα σε λίγα λεπτά, αρκεί να έχεις ανθρώπους, μέσα, σχέδιο και άδεια. Στην περίπτωση των Μεθάνων, χρειάστηκαν πέντε πλήρεις ημέρες για να απομακρυνθούν και τα 18 τμήματα της μονάδας.

Κι όμως, όπως αποδεικνύεται, το πιο δύσκολο δεν είναι η τεχνική πλευρά. Είναι το θεσμικό και νομικό «πράσινο φως». Η Βερονίκα περιγράφει μια πραγματικότητα που αγγίζει τα όρια του παραλόγου: «Η κυβέρνηση μας δίνει το πράσινο φως. Δηλαδή, δεν μας μπλοκάρει». Το γέλιο της είναι ειρωνικό. Διότι ενώ καθαρίζουν δωρεάν ένα πρόβλημα που δημιούργησαν άλλοι, η διαδικασία για να τους επιτραπεί να δράσουν μπορεί να κρατήσει πάνω από έναν χρόνο. Χωρίς επίσημη ανάθεση, κινδυνεύουν ακόμη και να κατηγορηθούν ότι «κλέβουν» λειτουργική εγκατάσταση.

Έναν χρόνο πριν, εκπρόσωποι των Healthy Seas και Ozon βρέθηκαν αντιμέτωποι με αγωγή από ιδιοκτήτη άλλης εγκαταλελειμμένης μονάδας στη Ναύπακτο, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι υπέστη ζημιά εξοπλισμού αξίας 500.000 ευρώ. Οι οργανώσεις υποστηρίζουν ότι είχαν λάβει άδεια από την τοπική αυτοδιοίκηση και ότι διαθέτουν αποδείξεις πως η εγκατάσταση ήταν εγκαταλελειμμένη για πάνω από δέκα χρόνια. Η υπόθεση παραμένει ανοιχτή. Το μήνυμα, πάντως, είναι καθαρό: ακόμη κι όταν κάποιοι επιχειρούν να λύσουν το πρόβλημα, το σύστημα μπορεί να τους σύρει σε μακροχρόνιες δικαστικές περιπέτειες.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα αν ληφθεί υπόψη η προοπτική επέκτασης της ιχθυοκαλλιέργειας. Παρότι στην Ελλάδα το αποτύπωμα της βιομηχανίας και το πρόβλημα των «ghost farms» εμφανίζονται ακόμη σχετικά περιορισμένα, υπάρχουν ενδείξεις ότι ο κλάδος σχεδιάζεται να μεγαλώσει σημαντικά. Περιβαλλοντική οργάνωση που αντιτίθεται στις βιομηχανικές ιχθυοκαλλιέργειες υποστηρίζει ότι η κυβέρνηση σκοπεύει να επεκτείνει τις θαλάσσιες ζώνες που διατίθενται για υδατοκαλλιέργεια κατά μέσο όρο 24 φορές, με βάση συμβάσεις και νομοθετικά κείμενα που έχει εντοπίσει. Ο βασικός εκπρόσωπος του κλάδου στην Ελλάδα, η HAPO, ερωτήθηκε εάν υπάρχουν σχέδια αλλαγής πρακτικών ενόψει μιας τόσο μεγάλης επέκτασης, χωρίς να δοθεί απάντηση.

Στο διεθνές πεδίο, η εμπειρία άλλων χωρών λειτουργεί ως προειδοποίηση. Η Χιλή είδε την υδατοκαλλιέργειά της να εκτοξεύεται τη δεκαετία του ’90, φτάνοντας το 2007 να γίνει –έστω για λίγο– ο μεγαλύτερος παραγωγός θαλάσσιας υδατοκαλλιέργειας στη Δύση. Μαζί με την ανάπτυξη, ήρθε και η αύξηση των θαλάσσιων επιπλεόντων απορριμμάτων που συνδέονται με τον κλάδο, με επίκεντρο το φελιζόλ. Η χώρα άρχισε να αναγνωρίζει τον κίνδυνο και προχώρησε σε μέτρα: απαγόρευσε τους πλωτήρες από φελιζόλ, επιβάλλοντας μεγαλύτερες, αεροπλήρεις εναλλακτικές, ενώ εξετάζονται και άλλες προτάσεις για υλικά πέρα από το φθηνό πλαστικό.

Στα Μέθανα, η συγκεκριμένη εγκατάσταση απομακρύνθηκε. Το «στοίχειωμα» της ακτής από εκείνον τον πλαστικό σκελετό τερματίστηκε. Όμως το αποτύπωμα δεν εξαφανίζεται με ένα ρυμουλκό και πέντε ημέρες εργασίας. Τα θραύσματα που έχουν ήδη σπάσει, οι μικροΐνες που έχουν ήδη διασπαρεί, τα κομμάτια που έχουν ήδη καταπιεί οργανισμοί ή μεταφέρει το ρεύμα, έχουν δική τους διάρκεια ζωής — μια διάρκεια που μετριέται όχι σε χρόνια, αλλά σε αιώνες.

«Είναι υλικό που αναπνέουμε, υλικό που πίνουμε στο νερό μας, υλικό που τρώμε στο φαγητό μας», λέει η Βερονίκα. Και προσθέτει μια φράση που συμπυκνώνει το πραγματικό διακύβευμα: η νοοτροπία αλλάζει μόνο όταν οι άνθρωποι καταλάβουν τι ζημιά μπορεί να προκαλέσει η πρακτική λίγων επιχειρήσεων, όταν αυτές αφήνονται χωρίς ουσιαστική λογοδοσία.

Το πρόβλημα των ιχθυοτροφείων-φαντασμάτων είναι αποτέλεσμα ενός μοντέλου όπου η περιβαλλοντική αποκατάσταση αντιμετωπίζεται ως προαιρετικό κόστος, όπου η επιβολή του νόμου αποδεικνύεται ανεπαρκής και όπου η πραγματική απορρύπανση συχνά εξαρτάται από εθελοντικές ή χορηγούμενες αποστολές.

Αν η Ελλάδα σχεδιάζει να επεκτείνει την υδατοκαλλιέργεια, τότε το ερώτημα δεν είναι αν θα υπάρχουν περισσότερες εγκαταστάσεις στη θάλασσα. Το ερώτημα είναι αν θα υπάρξει, επιτέλους, σύστημα που να εγγυάται ότι καμία εγκατάσταση δεν θα μπορεί να μετατραπεί σε πλαστικό ερείπιο χωρίς συνέπειες. Διότι οι δακτύλιοι μπορεί να φαίνονται ακίνητοι. Αλλά τα μικροπλαστικά που αφήνουν πίσω τους ταξιδεύουν — και μαζί τους ταξιδεύει και η θανάσιμη ευθύνη.

Ετικέτες: