Όταν ακόμη και ο θάνατος γίνεται μόδα
Γράφει ο Ν.Κυριακάκης
Φτάσαμε σε μια άοσμη, άχαρη, άχρωμη εποχή. Μια εποχή όπου το μόνο χρώμα που κυριαρχεί είναι το γκρι. Γκρι στις αξίες, γκρι στις ιδέες, γκρι στην αισθητική, γκρι στη συνείδηση. Η λεγόμενη «προοδευτική» ατζέντα, η woke ιδεολογία και ο επιβεβλημένος κοινωνικός καθωσπρεπισμός διαμορφώνουν μια κοινωνία που αυτοχαρακτηρίζεται ανεκτική, αλλά στην πραγματικότητα απογυμνώνεται από κάθε πνευματικό περιεχόμενο.
Ακόμη και στον θάνατο ακολουθούμε τη μόδα. Ακόμη και στην πιο ιερή, την πιο καθοριστική στιγμή της ανθρώπινης ύπαρξης, επιλέγουμε να συμμορφωθούμε με το «σύγχρονο». Ο θάνατος δεν αντιμετωπίζεται πια ως μυστήριο, αλλά ως αισθητική επιλογή. Τι να πει κανείς; Το επιβάλλει ο δυτικός τρόπος ζωής, το νομιμοποιεί η νέα κουλτούρα, το απαιτεί η αποδοχή.
Όμως η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο τους παραπλανημένους. Δεν βαραίνει μόνο τους πολίτες που, ενώ είναι μορφωμένοι και κατά τα άλλα καλλιεργημένοι, υποκύπτουν στον πνευματικό σχετικισμό. Τη βαρύτερη ευθύνη τη φέρει η Εκκλησία. Μια Εκκλησία που περιορίστηκε σε ελάχιστες δηλώσεις, άτολμες, χωρίς θεολογικό βάθος και χωρίς ποιμαντική καθοδήγηση. Και το ερώτημα είναι αμείλικτο: γιατί;
Θα ακουστεί ως απάντηση το επιχείρημα των δικαιωμάτων, της ελευθερίας επιλογής, της αποφυγής κοινωνικών συγκρούσεων. Όλα αυτά είναι κατανοητά. Όμως η πίστη δεν είναι προϊόν διαπραγμάτευσης. Δεν έχει συμφέροντα. Έχει όρια. Έχει κόκκινες γραμμές. Και κυρίως: είναι ζωντανή. Όταν αυτά αγνοούνται, τότε κάποιοι δεν έχουν αντιληφθεί το βάρος της αρχιερατικής τους ευθύνης.
Ίσως γι’ αυτό η εποχή του μακαριστού Χριστοδούλου μοιάζει σήμερα «ενοχλητική». Ίσως γιατί τότε η Εκκλησία μιλούσε, συγκρουόταν, δεν κρυβόταν. Σήμερα προτιμάται η σιωπή. Κι όμως, υπάρχουν στιγμές που η σιωπή δεν είναι σύνεση· είναι συνενοχή.
Και το ερώτημα επανέρχεται: γιατί τόσοι άνθρωποι επιλέγουν την καύση; Μήπως επειδή δεν αντέχουν τη φθορά; Μήπως επειδή φοβούνται τη σήψη του σώματος; Οι δικαιολογίες πολλές. Όμως ο αληθινός πιστός φοβάται; Φοβάται αυτό που γνωρίζει ότι είναι προσωρινό; Ή μήπως φοβάται αυτό που του υπενθυμίζει ότι δεν είναι αυτάρκης;
Λίγο πριν τον αποχαιρετισμό, αντί να παραδοθούμε με ταπείνωση και ελπίδα, αφήνουμε στους οικείους μας την εικόνα του φούρνου. Σαν το σώμα να είναι απόβλητο. Σαν να μην υπήρξε ποτέ ναός του Αγίου Πνεύματος. Σαν να μην είχε καμία αξία η προσωπικότητα που έφερε.
Και εδώ γεννάται το πραγματικό ερώτημα: φτάσαμε στο σημείο, ακόμη και με την τελευταία μας επιθυμία, να πηγαίνουμε συνειδητά κόντρα στην πίστη μας και στον Χριστό; Να ζητάμε μόνοι μας την ακύρωση της παράδοσης που ακολούθησε ο ίδιος ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ετάφη και αναστήθηκε;
Την ίδια στιγμή, η πίστη μετατρέπεται σε υπόθεση lifestyle. Οι κανόνες της Εκκλησίας αντιμετωπίζονται ως ξεπερασμένοι, ενώ η «κουλτούρα» παρουσιάζεται ως ανώτερη αξία. Πρόσφατα, μάλιστα, παρουσιάστηκαν ως είδηση οι επιλογές επωνύμων υπέρ της αποτέφρωσης. Όχι ως προβληματισμός, αλλά ως πρότυπο. Ως κάτι «φυσιολογικό». Ως κάτι που «επιβάλλει η εποχή».
Ποια εποχή όμως; Αν δεν υπήρχαν οι τάφοι των ηρώων, αν δεν υπήρχε ο τάφος του Κολοκοτρώνη, των αγωνιστών, των αγίων, πού θα στεκόταν η ιστορική μνήμη; Πού θα ρίζωνε η ταυτότητα;
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν πρόκειται για μόδα ή για προσωπική επιλογή. Είναι αν πρόκειται για μια ιδεολογία που, ύπουλα, αποκόπτει τον άνθρωπο από τη μεταφυσική του διάσταση και τον παραδίδει στο τίποτα.
Να γιατί αφήσαμε τα μεγάλα κενά. Να γιατί βρίσκουν χώρο δημόσια πρόσωπα όπως ο Πέτρος Τατσόπουλος, να δηλώνουν χωρίς κανέναν αντίλογο ότι δεν υπάρχει Ιησούς Χριστός, ότι ο Άγιος Παΐσιος είναι κατασκεύασμα, ότι η πίστη είναι ψευδαίσθηση. Και δεν το λένε απλώς· επηρεάζουν. Διαμορφώνουν συνειδήσεις. Γιατί απέναντί τους δεν υπάρχει σοβαρός, τεκμηριωμένος, θαρραλέος λόγος.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Οι πέντε νέες προκλήσεις της οικονομίας για το 2026