Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΛΕΤΙΟΣ

ΠΛΩΤΙΝΟΣ

12 Φεβρουαρίου 2026

Όταν η κοινωνική απορρύθμιση γεννά μαζικό θάνατο

Τα τελευταία χρόνια, η Βόρεια Αμερική βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα φαινόμενο που επανέρχεται με αυξανόμενη ένταση και συχνότητα: μαζικές δολοφονίες σε σχολεία, δημόσιους χώρους και θρησκευτικά ιδρύματα. Κάθε νέο περιστατικό εγγράφεται σε έναν μακρύ κατάλογο συλλογικού τραύματος, χωρίς όμως να εντάσσεται σε μια σοβαρή και διαρκή διαδικασία θεσμικής αυτογνωσίας. Η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σε αποσπασματικές ερμηνείες, σε τεχνικές λεπτομέρειες και σε επικοινωνιακή διαχείριση, αφήνοντας ανέγγιχτο το ερώτημα της κοινωνικής και πολιτισμικής συνθήκης που παράγει τέτοια φαινόμενα.

Σε αυτό το πλαίσιο, παρατηρείται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο αποσιώπησης στοιχείων που αφορούν το ιδεολογικό, ψυχοκοινωνικό και θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο διαμορφώνονται οι δράστες. Ο δημόσιος λόγος εμφανίζεται επιλεκτικός ως προς το τι επιτρέπεται να εξεταστεί και τι οφείλει να παραμείνει εκτός συζήτησης. Η επιλογή αυτή δεν είναι ουδέτερη. Αποτυπώνει μια βαθύτερη αδυναμία των δυτικών κοινωνιών να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες των ίδιων τους των πολιτικών και πολιτισμικών επιλογών.

Η σύγχρονη δυτική πολιτική τάξη έχει επενδύσει συστηματικά σε μια ιδεολογική αποδόμηση βασικών ανθρωπολογικών και κοινωνικών σταθερών. Η έννοια του φύλου, η ψυχική υγεία, τα κοινωνικά όρια, η παιδική προστασία και η ευθύνη του κράτους έχουν μετατραπεί σε πεδία πειραματισμού. Η θεσμική γλώσσα έχει απομακρυνθεί από την περιγραφή της πραγματικότητας και έχει υιοθετήσει έναν κανονιστικό λόγο που προηγείται της εμπειρίας και την αναδιαμορφώνει εκ των υστέρων. Σε αυτό το περιβάλλον, η πρόληψη υποκαθίσταται από τη διαχείριση, η διάγνωση από την ταυτοτική επικύρωση και η κοινωνική συνοχή από την ιδεολογική συμμόρφωση.

Η διαρκής διεύρυνση του αποδεκτού, χωρίς αντίστοιχη ενίσχυση των θεσμών ψυχικής υγείας, της κοινωνικής φροντίδας και της παιδαγωγικής ευθύνης, δημιουργεί συνθήκες απορρύθμισης. Οι ευάλωτοι άνθρωποι, ιδίως σε νεαρές ηλικίες, εκτίθενται σε αφηγήσεις απόλυτης αυτοκατασκευής χωρίς προστατευτικά πλαίσια, χωρίς σαφή όρια και χωρίς συνεκτική κοινωνική αναφορά. Η πολιτεία αποσύρεται από τον ρόλο της ως εγγυητής σταθερότητας και μετατρέπεται σε διαχειριστή συμβόλων και ταυτοτήτων.

Σε αρκετές πρόσφατες περιπτώσεις μαζικής βίας στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον Καναδά, η δημόσια πληροφόρηση γύρω από το προφίλ των δραστών παρουσιάστηκε αποσπασματικά ή με εμφανή διστακτικότητα. Στοιχεία που αφορούσαν την ψυχολογική κατάσταση, την προσωπική διαδρομή, τις ιδεολογικές επιρροές και το κοινωνικό περιβάλλον αντιμετωπίστηκαν ως δευτερεύοντα ή ευαίσθητα. Η επιλογή αυτή ενίσχυσε την εντύπωση ότι η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί τα γεγονότα ως ακατανόητες εκρήξεις βίας, αποκομμένες από οποιοδήποτε πλαίσιο αιτιότητας.

Η απουσία αιτιώδους ανάλυσης δεν λειτουργεί υπέρ της κοινωνικής ειρήνης. Αντιθέτως, παγιώνει μια κατάσταση συλλογικής αμηχανίας, όπου η βία επανέρχεται χωρίς να αντιμετωπίζεται στις ρίζες της. Η μετατόπιση της ευθύνης από τις πολιτικές και θεσμικές επιλογές προς αφηρημένες έννοιες καθιστά αδύνατη κάθε σοβαρή στρατηγική πρόληψης. Η κοινωνία εκπαιδεύεται να πενθεί χωρίς να κατανοεί και να συνεχίζει χωρίς να διορθώνει.

Η συστηματική άρνηση συζήτησης γύρω από τα όρια της ιδεολογικής μηχανικής και τις επιπτώσεις της στην ψυχική συγκρότηση του ατόμου συνιστά πολιτική επιλογή με απτές συνέπειες. Η βία που εκδηλώνεται σε ακραία μορφή αποτελεί το τελικό στάδιο μιας μακράς διαδικασίας αποσταθεροποίησης. Η απουσία γλώσσας για την περιγραφή αυτής της διαδικασίας δεν την αναιρεί. Την καθιστά αόρατη και, ως εκ τούτου, ανεξέλεγκτη.

Οι κοινωνίες που αδυνατούν να θέσουν όρια αδυνατούν και να προστατεύσουν. Η αποσύνδεση της πολιτικής από την ανθρωπολογική πραγματικότητα οδηγεί σε θεσμική αδράνεια. Η αντικατάσταση της ευθύνης από την ιδεολογική ορθότητα οδηγεί σε αποσάθρωση της κοινωνικής εμπιστοσύνης. Η αποσιώπηση των αιτίων οδηγεί στη διαιώνιση των συνεπειών.

Η αντιμετώπιση της μαζικής βίας απαιτεί επαναφορά της πολιτικής σκέψης στο πεδίο της πραγματικότητας. Απαιτεί σοβαρή επένδυση στην ψυχική υγεία, στην παιδική προστασία, στην κοινωνική συνοχή και στην αποκατάσταση του ρόλου του κράτους ως θεσμικού ρυθμιστή. Απαιτεί γλώσσα που περιγράφει αντί να αποκρύπτει και θεσμούς που προλαμβάνουν αντί να διαχειρίζονται εκ των υστέρων.

Χωρίς αυτή τη μετατόπιση, κάθε νέα τραγωδία θα εγγράφεται ως ακόμη ένα επεισόδιο σε μια αλυσίδα γεγονότων που αντιμετωπίζονται ως αναπόφευκτα. Η κοινωνία θα συνεχίσει να θρηνεί χωρίς να μαθαίνει και να προχωρά χωρίς να διορθώνει. Η βία θα παραμένει παρούσα, όχι ως εξαίρεση, αλλά ως σύμπτωμα μιας βαθύτερης θεσμικής και πολιτισμικής αποτυχίας.