Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΛΕΝΤΙΝΗ

Όταν η “μεταρρύθμιση” γίνεται εφιάλτης: Η κυβέρνηση αντιμέτωπη με πολιτικό κόστος από τις Ένοπλες Δυνάμεις

Το νομοσχέδιο του υπουργού Εθνικής Άμυνας Νίκου Δένδια έχει εξελιχθεί σε εστία έντασης για την κυβέρνηση, σε βαθμό που παραπέμπει στις πρόσφατες κοινωνικές αντιδράσεις του αγροτικού χώρου. Στην έναρξη του νέου έτους, η ανάγκη επανεξέτασης των σχεδιασμών καθίσταται πιεστική, σε συνθήκες όπου οι θεσμικές ενστάσεις πυκνώνουν και οι πολιτικές παράμετροι αποκτούν ιδιαίτερο βάρος.

Στο Μέγαρο Μαξίμου η συζήτηση δεν επικεντρώνεται πια σε τεχνικές αδυναμίες του νομοσχεδίου ή στη διαχείριση του αρμόδιου υπουργού. Το ζήτημα έχει λάβει πολιτική διάσταση, καθώς σε ένα κρίσιμο κοινό διαμορφώνεται εικόνα ότι πίσω από γενικούς αριθμούς και «μεσοσταθμικές αυξήσεις» συγκαλύπτεται μείωση της βάσης υπολογισμού των αποδοχών. Ο συρρικνωμένος βασικός μισθός, που αναπληρώνεται με συντελεστές και επιδόματα, δημιουργεί αμφιβολίες για την αξιοπιστία της μεταρρυθμιστικής προσπάθειας και μετατρέπει τη συζήτηση σε πεδίο εμπιστοσύνης.

Η ευχέρεια αναθεώρησης πολιτικών επιλογών αποτελεί θεμέλιο υπεύθυνης διακυβέρνησης και στο συγκεκριμένο εγχείρημα θα λειτουργούσε ως ένδειξη πολιτικής εγρήγορσης. Το πολιτικό κόστος δεν συνιστά επαρκή εξήγηση, παρότι βρίσκεται αναπόφευκτα στο προσκήνιο. Καθοριστικός παράγοντας παραμένει η προστασία της λειτουργίας των Ενόπλων Δυνάμεων, που ήδη δοκιμάζονται από τις δημόσιες αντιδράσεις και τον κίνδυνο υπονόμευσης της συνοχής τους.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι υπαξιωματικοί, το ανθρώπινο δυναμικό που στηρίζει καθημερινά το επιχειρησιακό έργο των Κλάδων. Η μαζική αντίδρασή τους αποτυπώνεται στις παρεμβάσεις των τελευταίων εβδομάδων και αναμένεται να κορυφωθεί κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου στη Βουλή. Η διακλαδικότητα των αντιδράσεων φανερώνει βαθιά ανησυχία που δεν μπορεί να εξηγηθεί με μεμονωμένες πηγές δυσαρέσκειας.

Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και παρεμβάσεις ανώτατων πρώην στελεχών, που μιλούν για απορρύθμιση και προειδοποιούν για συνέπειες οι οποίες δύσκολα αναστρέφονται. Οι ενστάσεις τους, όπως και εκείνες των υπαξιωματικών, στηρίζονται σε επιχειρήματα που αφορούν τη δομή, τη διοίκηση και την προοπτική των Ενόπλων Δυνάμεων και δύσκολα παρακάμπτονται χωρίς επαρκή τεκμηρίωση.

Το οικονομικό σκέλος δεν είναι η μοναδική πηγή προβληματισμού. Ανησυχία προκαλεί η πιθανότητα αλλαγών που επηρεάζουν την εισροή νέων στελεχών στις παραγωγικές σχολές και διαμορφώνουν συνθήκες που σε βάθος χρόνου θα οδηγήσουν σε ελλείψεις κρίσιμου προσωπικού. Η συζήτηση περί ανάθεσης αρμοδιοτήτων σε ιδιώτες παρουσιάζει πρακτικούς περιορισμούς, καθώς η στρατιωτική λειτουργία δεν μπορεί να εξαρτάται από ωράρια, αργίες ή εμπορικούς όρους. Η εμπειρία χωρών με ανάλογες δομές το έχει αποδείξει σε σειρά περιπτώσεων.

Την ίδια στιγμή, το ΥΠΕΘΑ επέλεξε να απαντήσει στις ενστάσεις μέσω ανεπίσημων κύκλων, γεγονός που δημιούργησε πρόσθετη ένταση. Η απουσία επίσημης ενημέρωσης προς τους διαπιστευμένους δημοσιογράφους άφησε κενό που γέμισε με αμφισβήτηση, ενώ οι πίνακες με οικονομικά στοιχεία που κυκλοφόρησαν ως ανταπάντηση από πλευράς στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων ενίσχυσαν την εικόνα ασυνεννοησίας.

Οι πολιτικές συνέπειες αποτυπώνονται ήδη στις επαφές βουλευτών με την ηγεσία της κυβέρνησης, όπου καταγράφεται φόβος για σοβαρό εκλογικό κόστος. Η παρούσα συγκυρία δεν επιτρέπει εύκολες κινήσεις και το ενδεχόμενο επανεξεργασίας του νομοσχεδίου παραμένει ανοικτό, καθώς καταβάλλονται προσπάθειες συγκράτησης της δυσαρέσκειας.

Η συζήτηση για τη μεταρρύθμιση δεν αφορά την ανάγκη εξορθολογισμού, αλλά τον τρόπο με τον οποίο υλοποιείται. Η αναμόρφωση απαιτεί μελέτη, χρόνο και σαφή μέριμνα για τη μετάβαση του προσωπικού σε ένα νέο πλαίσιο. Η μονομερής αλλαγή όρων υπηρεσίας δημιουργεί ζήτημα δικαίου και επιβάλλει πρόβλεψη διορθώσεων, εφόσον ανακύψουν δυσλειτουργίες.

Στη δημόσια συζήτηση έχει επανέλθει και το φαινόμενο άκριτης υιοθέτησης ξένων μοντέλων. Παραδείγματα από τις ΗΠΑ ή άλλες χώρες χρησιμοποιούνται συχνά, όμως δεν λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του ελληνικού περιβάλλοντος και τις διαφορετικές επιχειρησιακές απαιτήσεις. Η διεθνής πρακτική επιβεβαιώνει ότι η αξιολόγηση και ο σεβασμός προς τα στελέχη λειτουργούν ως βασικός μηχανισμός διατήρησης πολύτιμων δεξιοτήτων. Χώρες που αναζητούν εξειδικευμένο προσωπικό καταφεύγουν ακόμη και σε γενναιόδωρα οικονομικά και κοινωνικά κίνητρα για να εξασφαλίσουν έμπειρους τεχνικούς ή υπαξιωματικούς, γεγονός που αναδεικνύει την αξία του ανθρώπινου κεφαλαίου των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων.

Η συζήτηση καταλήγει στο ζήτημα του επαγγελματικού σεβασμού. Η διατήρηση εξειδικευμένου προσωπικού απαιτεί αναγνώριση της προσφοράς του και κατανόηση του ρόλου του στην εθνική ασφάλεια. Η ενίσχυση της αυτοπεποίθησης των στελεχών αποτελεί κρίσιμη προϋπόθεση για την αποτελεσματικότητα των Κλάδων και δεν υποκαθίσταται από λογιστικές ρυθμίσεις.

Η αποκλιμάκωση της έντασης προϋποθέτει ξεκάθαρη δέσμευση ότι οι ήδη υπηρετούντες δεν θα δουν μείωση του βασικού μισθού και ότι οι προσαυξήσεις θα έχουν πραγματικό αντίκτυπο σε σύνταξη και εφάπαξ. Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις, κάθε περαιτέρω διευκρίνιση θα καταγράφεται ως απόπειρα μετατόπισης της συζήτησης και η πολιτική διαχείριση του ζητήματος θα καθίσταται ολοένα δυσκολότερη.