Σήμερα Γιορτάζουν:

ΣΙΛΒΕΣΤΡΟΣ

ΣΥΛΒΕΣΤΡΟΣ

29 Ιουλίου 2025

Όταν το όνειρο της αυτοδυναμίας γίνεται εφιάλτης: Σενάρια πολιτικής παγίδευσης σε μια χώρα κουρασμένη

Υπάρχει ένας τύπος εξουσίας που δεν φωνάζει, δεν οργίζεται, δεν σπάζει. Υποχωρεί σιωπηλά, απορροφά τις εντάσεις, ενσωματώνει τις πιέσεις, μέχρι να σου στερήσει τελικά τη δυνατότητα αντίδρασης. Ένας τοίχος όχι από πέτρα, αλλά από γιαούρτι – που δεν σπάζει, δεν καταρρέει, δεν αντιστέκεται. Σε παρασύρει σε μια αδιόρατη παραίτηση. Κάπως έτσι διαμορφώνεται το πολιτικό σκηνικό των επόμενων εκλογών: αβέβαιο, παχύρρευστο, βαθιά χειραγωγικό. Με μια υποβόσκουσα υπόσχεση (ή απειλή) ότι τίποτα δεν θα αλλάξει αν δεν “ψηφίσεις σωστά”.

Όλα δείχνουν ότι η στρατηγική του Μαξίμου δεν είναι πλέον η νίκη με όρους πολιτικής πρωτοβουλίας ή πειθούς. Είναι η επιβολή μέσω της εξάντλησης: διπλές, ίσως και τριπλές κάλπες, μέχρι να λυγίσει η κοινωνία, να εκβιαστεί η «σταθερότητα» από τα κάτω, να καμφθεί η Αντιπολίτευση και να επιβεβαιωθεί το αφήγημα πως «μόνο ο Κυριάκος μπορεί». Πώς; Με μια φράση-κλειδί: «Αν δεν μου δώσετε αυτοδυναμία, θα σας πηγαίνω ξανά και ξανά σε εκλογές μέχρι να μου τη δώσετε».

Το έχουμε ξαναδεί αυτό το έργο. Στις εκλογές του 1989–1990, η Νέα Δημοκρατία υπό τον Κωνσταντίνο Μητσοτάκη δεν κατάφερε να κυβερνήσει, παρά την ευνοϊκή συγκυρία και το πλήγμα του ΠΑΣΟΚ από το σκάνδαλο Κοσκωτά. Χρειάστηκαν τρεις εκλογικές αναμετρήσεις και τελικά μια αναγκαστική συνύπαρξη με ανθρώπους που, μερικά χρόνια πριν, θα θεωρούνταν “ανίεροι” σύμμαχοι. Ο Μητσοτάκης (ο πατέρας) είχε τη νηφαλιότητα να διαχειριστεί το αδιέξοδο. Ο Μητσοτάκης (ο υιός) έχει –απ’ ό,τι φαίνεται– μόνο την εμμονή του να το αποφύγει.

Η διαφορά είναι ότι ο Κυριάκος δεν έχει απλώς οικοδομήσει την πολιτική του στρατηγική γύρω από το φετίχ της αυτοδυναμίας. Έχει εγκλωβιστεί μέσα του. Το ποσοστό του 41% του 2023 δεν βιώθηκε ως έκτακτη συγκυρία, αλλά ως φυσική δικαίωση. Κι από τότε, καθετί που διαψεύδει την επανάληψή του βιώνεται ως πολιτική απειλή – άρα πρέπει να εξουδετερωθεί. Με κάθε τρόπο.

Αν όμως το εκλογικό σώμα δείξει, με την πρώτη κάλπη, ότι δεν του αρκεί η επιβολή, τότε τι; Θα επιμείνει ο Μητσοτάκης σε επαναληπτικές εκλογές τύπου 2012, ελπίζοντας σε αναδίπλωση; Θα επιχειρήσει να συνθέσει ένα σχήμα ελεγχόμενης συγκυβέρνησης; Θα βρεθεί μπροστά στο ίδιο του το αδιέξοδο; Γιατί, κακά τα ψέματα, το αφήγημα «είτε εγώ μόνος, είτε χάος» είναι πολιτικά επισφαλές και θεσμικά επικίνδυνο.

Αλλά και για τα υπόλοιπα κόμματα –κυρίως το ΠΑΣΟΚ– η κατάσταση είναι εξίσου εκρηκτική. Η ενδεχόμενη ανάγκη για συγκυβέρνηση (μετά τη δεύτερη ή και τρίτη κάλπη) δεν είναι απλώς μαθηματική υπόθεση. Είναι υπαρξιακή. Θα βρεθούν ηγέτες του ΠΑΣΟΚ να δεχθούν συνύπαρξη με τη σημερινή ΝΔ, με Άδωνι, Βορίδη και Πλεύρη; Και πώς θα το εξηγήσουν στο κομματικό ακροατήριο και στους εναπομείναντες πιστούς ψηφοφόρους τους;

Από την άλλη, πώς θα εξηγήσει ο Κυριάκος Μητσοτάκης –ο πρωθυπουργός των παρακολουθήσεων και των σκανδάλων– ότι δεν είναι αυτός το εμπόδιο για τον σχηματισμό κυβέρνησης συνεργασίας; Ποιος θα καθίσει στο τραπέζι μαζί του όταν η σκιά της ΚΥΠ και του Predator πλανάται ακόμη στο δωμάτιο;

Αυτό που διακυβεύεται τελικά δεν είναι μόνο το ποιος θα κυβερνήσει. Είναι ο τρόπος που θα κυβερνηθούμε. Θα επιβληθεί για ακόμη μία φορά το αφήγημα της “σωτηρίας από το χάος”, της “μονόδρομης σταθερότητας”, της “ευρωπαϊκής κανονικότητας” χωρίς εναλλακτική; Ή θα κατανοήσει επιτέλους η πολιτική τάξη ότι η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με όρους εκβιασμού;

Η κόπωση του πολίτη δεν είναι σημερινή. Ούτε η καχυποψία απέναντι στο πολιτικό προσωπικό. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η επίγνωση. Ο κόσμος βλέπει. Βλέπει το κράτος να καλύπτει σκάνδαλα, να θάβει ευθύνες, να περιφρονεί τη θεσμική λογοδοσία. Βλέπει ότι η λέξη «σταθερότητα» δεν σημαίνει πια ασφάλεια, αλλά ακινησία. Κι όταν αυτή η επίγνωση συναντήσει τη στιγμή, μπορεί να φέρει το απρόβλεπτο.

Αν λοιπόν ο σχεδιασμός του Κυριάκου Μητσοτάκη είναι πράγματι να οδηγήσει τη χώρα ξανά και ξανά σε κάλπες μέχρι να εξαναγκάσει τη βούληση του εκλογικού σώματος να ευθυγραμμιστεί με τη δική του, τότε δεν μιλάμε για εκλογική τακτική. Μιλάμε για πολιτικό αδιέξοδο. Για μια εκδοχή αυταρχισμού που τρέφεται από τον φόβο και την εξάντληση. Και γι’ αυτό ακριβώς, είναι πιθανότερο από ποτέ να οδηγήσει όχι σε λύση, αλλά σε κατάρρευση.

Σε μια εποχή που οι κρίσεις αθροίζονται – γεωπολιτικές, κοινωνικές, θεσμικές – η δημοκρατία χρειάζεται πολιτικούς που να μπορούν να μοιράζονται, όχι να επιβάλλονται. Η ιδέα ότι «αν δεν κυβερνήσω μόνος, θα σας σύρω ξανά σε εκλογές» δεν είναι πολιτική στρατηγική. Είναι εθνικός εκβιασμός. Και η απάντηση σε τέτοιους εκβιασμούς, αργά ή γρήγορα, είναι πάντα η αφύπνιση.

Γιατί ο πιο ανθεκτικός τοίχος δεν είναι αυτός που αντιστέκεται. Είναι εκείνος που, ενώ φαίνεται να υποχωρεί, απορροφά και καταγράφει. Και κάποια στιγμή, καταρρέει από μέσα. Όπως η υπομονή. Όπως η ανοχή. Όπως η δημοκρατία που κουράστηκε να είναι διακοσμητική.

Η ανάγκη συνεργασίας

Όλα θα κριθούν ανάμεσα στις πρώτες και τις δεύτερες κάλπες, ασφαλώς. Όμως, το βράδυ εκείνο της πρώτης Κυριακής, η ικανότητα Μητσοτάκη (Κυριάκου) να διαβάσει το αληθινό μήνυμα της κάλπης, αλλά και η πραγματική στάση των βαρώνων της ΝΔ, θα κρίνει το πράγμα. (Αυτό, βέβαια, αν τα αντανακλαστικά επιβίωσης του κόμματος/της παράταξης της ανθεκτικής Ελληνικής Δεξιάς δεν φέρουν αλλαγή ηγεσίας εν κινήσει, όπως στο αρκετά πιο νευρωτικό ΠΑΣΟΚ, με το θαμπό δαχτυλίδι Σημίτη προς ΓΑΠ…).

Υπό μιαν έννοια, θα συνεχίσει να τον βοηθά η πολυδιάσπαση και – με αυτοσυγκράτηση το λέμε! – η ηγετική υστέρηση στα κόμματα της Αντιπολίτευσης. Διότι, η ιδέα και μόνον ότι μετά μια ή και δυο κάλπες θα προέκυπτε “ανάγκη” συνεργασίας και μάλιστα υπό πίεση των ποσοστών στην δεύτερη κάλπη, στο ΠΑΣΟΚ τουλάχιστον θα πυροδοτήσει πάλι το υπαρξιακό του “κακό χωριό τα λίγα σπίτια”, υπό την μορφή του “μετέχουμε προοπτικά σε Κυβέρνηση συνεργασίας, ή όχι;”.

Δεν είναι μόνον η εσωτερική άβυσσος που χωρίζει Ανδρεϊκό από Σημιτικό ΠΑΣΟΚ (οι μνήμες εναπομένοντων ψηφοφόρων, οι μνήμες ενεργών στελεχών), ούτε πάλι η μνήμη του πώς η πορεία Βαγγέλη Βενιζέλου οδήγησε το πάλαι ποτέ διαλάμψαν Κίνημα στα όρια του αφανισμού της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησής του. Είναι και το ύφος, στις παρασκηνιακές και στις μηντιακά διαμεσολαβημένες ζυμώσεις, τόσο στην πορεία προς τις επόμενες κάλπες, όσο και τους Κυβερνητικούς σχεδιασμούς επόμενης μέρας. Διαφορετική η συνύπαρξη με Άδωνι-Βορίδη-Πλεύρη για την Άννα Διαμαντοπούλου, διαφορετική για τον Παύλο Γερουλάνο (χωρίς Μνημόνιο να μαζεύει τις συνειδήσεις).

Εδώ όμως, και πάλι! Το ζήτημα στων προσώπων και της αυτοεικόνας τους θα διαδραματίσει τον κομβικό ρόλο: ποιος/πως θα δει τον Κυριάκο Μητσοτάκη να “διαπραγματεύεται” ό,τιδήποτε; (Ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης κάθισε στο ίδιο τραπέζι με Λεωνίδα Κύρκο και Χαρίλαο Φλωράκη/“Καπετάν-Γιώτη” για τους κομμουνιστοφάγους του χώρου, ύστερα και με τον Ανδρέα Παπανδρέου, τον οποίο είχε σύρει στο Ειδικό Δικαστήριο).

Πώς να ακούει απαίτηση “οποιοσδήποτε Πρωθυπουργός, πλην Μητσοτάκη;”. Ο δε επιτυχώς παρακολουθηθείς με βάση τις αυτάρεσκες “επισυνδέσεις” ΚΥΠ και την ιδιωτικότερη πατέντα Predator, Νίκος Ανδρουλάκης, πώς θα το κρατήσει το πηδάλιο; Και βέβαια, το εντός Ελλάδας σύστημα θα βρει την λαμπρότερη ευκαιρία να επιτείνει τις πιέσεις προς την μικρομέγαλη χώρα μας, που όλοι αγαπούμε, πλην φροντίσαμε να περιαγάγουμε στην σημερινή κατάσταση. (Θα μας καταγγείλει ο αναγνώστης – σωστά – ότι αφήσαμε παράμερα τις ηγεσίες των λοιπών κομμάτων της Αντιπολίτευσης.

Σωστή η καταγγελία – αλλά εδώ το παίγνιο έχει καταλήξει τόσο εσωστρεφές, ώστε να περικλείεται σε ομφαλοσκόπηση. Ενώ η λογική των εφεδρειών Αντώνη – Αλέξη μόνον όταν αναμετρηθεί, προσερχόμενη στο ρινγκ, με το σήμερα και πάψει να λειτουργεί κατά την πορεία των αναμνήσεων, μόνον τότε θα αρχίσει να συμμετέχει στις ισορροπίες και να “μιλάει” στον παραζαλισμένο αυριανό ψηφοφόρο.

Ετικέτες: