10 Ιουνίου 2026

Παπαστεργίου: 0,7% η αστοχία στις κάμερες

Στην επέτειο των έξι χρόνων από την έναρξη λειτουργίας του gov.gr αναφέρθηκε το πρωί της Τετάρτης 10 Ιουνίου ο υπουργός Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Δημήτρης Παπαστεργίου, επιχειρώντας να παρουσιάσει την ψηφιακή πλατφόρμα ως βασικό δείγμα διοικητικού εκσυγχρονισμού. Παράλληλα, απάντησε στις αντιδράσεις για τις έξυπνες κάμερες, υποστηρίζοντας ότι το ποσοστό τεχνικής αστοχίας τους περιορίζεται μόλις στο 0,7%.

Μιλώντας στο Mega και στην εκπομπή «Κοινωνία Ώρα MEGA», ο κ. Παπαστεργίου σημείωσε ότι το gov.gr ξεκίνησε πριν από έξι χρόνια ως πρωτοβουλία της κυβέρνησης, του πρωθυπουργού, του Κυριάκου Πιερρακάκη και των στελεχών του υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης. Όπως είπε, στόχος ήταν να συγκεντρωθούν και να δημιουργηθούν νέες ψηφιακές υπηρεσίες, ώστε να αποδειχθεί ότι μια χώρα μπορεί να αλλάξει μειώνοντας τη γραφειοκρατία και διευκολύνοντας την καθημερινότητα των πολιτών.

Η κυβερνητική εικόνα επιτυχίας, ωστόσο, συνοδεύεται πλέον από σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζονται νέα ψηφιακά εργαλεία στον δημόσιο χώρο, ιδίως όταν αυτά συνδέονται με πρόστιμα, παραβάσεις και σχέσεις πολίτη - κράτους. Η υπόθεση των καμερών τεχνητής νοημοσύνης έχει προκαλέσει έντονη συζήτηση, καθώς πολίτες και νομικοί θέτουν ζητήματα ακρίβειας, ελέγχου, διαφάνειας και δυνατότητας αποτελεσματικής ένστασης.

Η απάντηση Παπαστεργίου για τις έξυπνες κάμερες

Αναφερόμενος στις καταγγελίες για αστοχίες στις κλήσεις που προκύπτουν από τις έξυπνες κάμερες, ο υπουργός αμφισβήτησε τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στην εκπομπή περί 5.500 κλήσεων και ποσοστού αστοχίας 90%. Όπως υποστήριξε, η Ελληνική Αστυνομία είχε ήδη εκδώσει δελτίο Τύπου, σύμφωνα με το οποίο οι βεβαιωμένες και επιδοθείσες κλήσεις ανέρχονται σε 2.453.

Ο κ. Παπαστεργίου τόνισε ότι την κλήση δεν τη βεβαιώνει αυτομάτως η κάμερα, αλλά αστυνομικός. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλέστηκε, από τις 2.453 κλήσεις υποβλήθηκαν 420 ενστάσεις, εκ των οποίων έγιναν δεκτές μόλις 52. Από αυτές, οι 17 αφορούσαν τεχνικά ζητήματα, αριθμός που, κατά τον υπουργό, αντιστοιχεί σε ποσοστό αστοχίας 0,7%.

Όπως ανέφερε, οι υπόλοιπες αποδεκτές ενστάσεις δεν σχετίζονταν με τεχνική αστοχία του συστήματος, αλλά με ουσιώδεις λόγους, όπως περιστατικά υγείας. Με τον τρόπο αυτό επιχείρησε να διαχωρίσει τα πιθανά λάθη της τεχνολογίας από τις περιπτώσεις στις οποίες μια παράβαση μπορεί να δικαιολογείται από έκτακτες συνθήκες.

Ο υπουργός έδωσε επίσης παράδειγμα για την περίπτωση κόμβου όπου υπάρχει αστυνομικός που ρυθμίζει την κυκλοφορία, ενώ η κάμερα συνεχίζει να καταγράφει. Όπως είπε, ακόμη και αν η κάμερα στείλει φωτογραφικό υλικό, ο αστυνομικός που θα ελέγξει την περίπτωση θα διαπιστώσει ότι υπήρχε άλλος αστυνομικός στο σημείο και δεν θα βεβαιώσει την κλήση. «Πού είναι η αστοχία;» διερωτήθηκε.

Διαγωνισμός για 1.000 κάμερες και μετάβαση του Κτηματολογίου στο G-Cloud

Σχετικά με την καθυστέρηση στον διαγωνισμό για την προμήθεια 1.000 καμερών, ο Δημήτρης Παπαστεργίου ανέφερε ότι η διαδικασία αποσύρθηκε προσωρινά για να διορθωθεί ασάφεια και πλέον έχει επανέλθει. Η τοποθέτηση αυτή επιχειρεί να περιορίσει την εικόνα διοικητικής δυσλειτουργίας, σε μια περίοδο κατά την οποία η χρήση καμερών και τεχνητής νοημοσύνης στην κυκλοφορία βρίσκεται στο επίκεντρο δημόσιας αντιπαράθεσης.

Το πολιτικό ζήτημα, όμως, δεν περιορίζεται στον αριθμό των καμερών ή στο ποσοστό των τεχνικών λαθών. Αφορά κυρίως το αν το κράτος μπορεί να εφαρμόσει ψηφιακά συστήματα ελέγχου με πλήρη διαφάνεια, σαφή λογοδοσία και πραγματική δυνατότητα άμυνας του πολίτη απέναντι σε λανθασμένες ή αμφισβητούμενες βεβαιώσεις παραβάσεων.

Ο υπουργός αναφέρθηκε τέλος και στη μετάβαση του Ελληνικού Κτηματολογίου στο G-Cloud, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για εξέλιξη που θα επιταχύνει τις διαδικασίες, θα ενισχύσει την ασφάλεια των συστημάτων και θα περιορίσει τις διακοπές στη λειτουργία τους. Η μεταφορά στο κυβερνητικό υπολογιστικό νέφος συνδέεται, σύμφωνα με τον ίδιο, και με την ψηφιοποίηση εκατομμυρίων σελίδων συμβολαίων.

Η ψηφιακή μετάβαση του κράτους εμφανίζεται από την κυβέρνηση ως έργο εκσυγχρονισμού και απλούστευσης της καθημερινότητας. Η πραγματική δοκιμασία, όμως, βρίσκεται στην εφαρμογή. Όταν η τεχνολογία αφορά πιστοποιητικά και υπηρεσίες, ο πολίτης βλέπει άμεσο όφελος. Όταν μετατρέπεται σε εργαλείο επιτήρησης, ελέγχου και επιβολής προστίμων, τότε η ακρίβεια, η διαφάνεια και η λογοδοσία παύουν να είναι τεχνικές λεπτομέρειες και γίνονται ζήτημα δημοκρατικής προστασίας.