Παράδοση ή πρόκληση; Η απαίτηση για γάμους μεταξύ ξαδέλφων και τα όρια της ελληνικής έννομης τάξης

Αποτροπιασμό, έντονες αντιδράσεις και έναν ευρύτερο δημόσιο προβληματισμό έχει προκαλέσει βίντεο που κυκλοφορεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, στο οποίο ο Τζαβέντ Ασλάμ, πρόεδρος της Πακιστανική Κοινότητα στην Ελλάδα, καλεί την ελληνική Πολιτεία να επιτρέψει νομικά τους γάμους μεταξύ ξαδέλφων. Στο μήνυμά του απευθύνεται στους Πακιστανούς που ζουν στη χώρα, ζητώντας «να υψώσουν τη φωνή τους», ώστε η συγκεκριμένη πρακτική να αναγνωριστεί θεσμικά και στην Ελλάδα.

Η παρέμβαση αυτή δεν αφορά απλώς μια θρησκευτική ή πολιτισμική ιδιαιτερότητα. Αγγίζει ευθέως τα όρια της ενσωμάτωσης, τη σχέση θρησκευτικής ελευθερίας και έννομης τάξης, αλλά και το ερώτημα μέχρι ποιο σημείο μια κοινωνία οφείλει –ή μπορεί– να προσαρμόζει τους θεσμούς της σε πρακτικές που έρχονται σε σύγκρουση με το δικό της αξιακό και νομικό πλαίσιο.

Τι προβλέπει το Ισλάμ και γιατί το θέμα δεν είναι «αθώο»

Στην ισλαμική νομολογία, ο γάμος μεταξύ πρώτων ξαδέλφων θεωρείται επιτρεπτός και σε αρκετές μουσουλμανικές κοινωνίες της Νότιας Ασίας αποτελεί παγιωμένη παράδοση. Ιστορικά, τέτοιες ενώσεις συνδέθηκαν με τη διατήρηση της οικογενειακής συνοχής, της περιουσίας και της επιρροής εντός της συγγενικής ομάδας.

Ωστόσο, ακόμη και εντός του μουσουλμανικού κόσμου, το ζήτημα επανεξετάζεται. Ιατρικές και γενετικές μελέτες καταγράφουν αυξημένο κίνδυνο κληρονομικών ασθενειών στα παιδιά που γεννιούνται από συγγενικούς γάμους, ενώ κράτη με μουσουλμανική πλειοψηφία έχουν υιοθετήσει περιορισμούς, υποχρεωτικούς γενετικούς ελέγχους ή εκστρατείες αποτροπής. Το γεγονός αυτό αποδεικνύει ότι το ζήτημα δεν είναι απλώς θρησκευτικό, αλλά αφορά τη δημόσια υγεία και τη μακροπρόθεσμη κοινωνική ευθύνη.

Η μεταφορά, όμως, μιας τέτοιας πρακτικής σε μια ευρωπαϊκή χώρα με διαφορετικό νομικό και πολιτισμικό υπόβαθρο εγείρει πολύ ευρύτερα ερωτήματα, τα οποία δεν μπορούν να απαντηθούν με όρους «πολιτισμικού σχετικισμού».

Σύγκρουση με το ελληνικό δίκαιο και την πολιτισμική ταυτότητα

Στην Ελλάδα, ο γάμος μεταξύ στενών συγγενών θεωρείται διαχρονικά κοινωνικά και νομικά απαράδεκτος. Η ορθόδοξη χριστιανική παράδοση, ήδη από τους πρώτους αιώνες, απαγόρευσε τις ενώσεις μέχρι και τον τρίτο βαθμό συγγένειας, θεωρώντας ότι προσβάλλουν την έννοια της οικογένειας και διαταράσσουν τον κοινωνικό ιστό. Το ελληνικό οικογενειακό δίκαιο κινείται στην ίδια κατεύθυνση, προστατεύοντας τόσο τη δημόσια ηθική όσο και τη δημόσια υγεία.

Η αντίληψη ότι ο γάμος ενώνει διαφορετικές οικογένειες –και δεν ανακυκλώνει δεσμούς αίματος– αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο του ελληνικού και ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η πρόταση για νομιμοποίηση γάμων μεταξύ ξαδέλφων δεν είναι, συνεπώς, μια «τεχνική» αλλαγή, αλλά μια βαθιά θεσμική τομή.

Τα ζητήματα που εγείρονται είναι σοβαρά: αλλοίωση των κοινωνικών κανόνων της χώρας υποδοχής, δημιουργία παράλληλων «νομικών νησίδων» με βάση τη θρησκεία, αλλά και υπαρκτοί κίνδυνοι για την υγεία των επόμενων γενεών. Ο σεβασμός στη θρησκευτική ελευθερία δεν μπορεί να μεταφράζεται σε αποδοχή πρακτικών που αντιβαίνουν στον νόμο και στις βασικές αξίες της κοινωνίας.

Η Ελλάδα καλείται να χαράξει σαφή γραμμή: η ενσωμάτωση προϋποθέτει σεβασμό στους κανόνες της χώρας υποδοχής. Δεν μπορεί να σημαίνει ανατροπή τους. Και αυτή η γραμμή, όσο δυσάρεστη κι αν είναι για ορισμένους, αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής συνοχής και δημοκρατικής σταθερότητας.