Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΥΛΛΟΣ

7 Ιουλίου 2025

Pfizergate και von der Leyen: Πρόταση μομφής για το σκάνδαλο των εμβολίων και τη δημοκρατία στην Ε.Ε.

Τι είναι το Pfizergate και γιατί κατηγορείται η von der Leyen;
Το Pfizergate αφορά την υπόθεση των μηνυμάτων SMS μεταξύ της Προέδρου της Κομισιόν Ursula von der Leyen και του CEO της Pfizer κατά τις μυστικές διαπραγματεύσεις για την αγορά δόσεων εμβολίων COVID-19. Η von der Leyen κατηγορείται για έλλειψη διαφάνειας και παραγκωνισμό του Κοινοβουλίου, προκαλώντας πρόταση μομφής στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.

Αντιμέτωπη με πρόταση δυσπιστίας βρίσκεται η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ursula von der Leyen, η οποία καλείται να απολογηθεί πολιτικά στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο για μια σειρά υποθέσεων που έχουν προκαλέσει θύελλα αντιδράσεων. Πρόκειται για την πρώτη φορά από το 2014 που γίνεται απόπειρα αποπομπής προέδρου της Κομισιόν, και μάλιστα με κατηγορητήριο που περιλαμβάνει «εκρηκτικά» στοιχεία: μυστικές ανταλλαγές SMS με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Pfizer, Albert Bourla, κατά τη διάρκεια της πανδημίας COVID-19, τα οποία συνδέονται με την αδιαφανή διαδικασία προμήθειας εμβολίων.

Η άρνηση της von der Leyen να δώσει στη δημοσιότητα τα επίμαχα μηνύματα, σε συνδυασμό με τις καταγγελίες για κακοδιαχείριση κοινοτικών κονδυλίων και παρέμβαση σε εθνικές εκλογικές διαδικασίες, έχει οδηγήσει σε έντονη εσωτερική αναταραχή. Η πρόταση μομφής κατατέθηκε από τον Ρουμάνο ευρωβουλευτή Gheorghe Piperea και συγκέντρωσε τον απαραίτητο αριθμό υπογραφών για να τεθεί προς ψηφοφορία, προκαλώντας αλυσιδωτές πολιτικές αντιδράσεις και φέρνοντας τη von der Leyen στη δυσκολότερη καμπή της θητείας της.

Παρά τη φαινομενική στήριξη που απολαμβάνει από το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), του οποίου είναι κορυφαίο στέλεχος, η πολιτική της εικόνα έχει δεχθεί σοβαρό πλήγμα. Η πρόσφατη απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου υπέρ της δημοσιοποίησης των επίμαχων μηνυμάτων με τον CEO της Pfizer εντείνει τις πιέσεις, δημιουργώντας υπόνοιες για «σκιώδη διπλωματία» και για πλήγμα στην αρχή της θεσμικής διαφάνειας.

Η κρίση αγγίζει και το εξωτερικό πεδίο. Ο αναπληρωτής πρόεδρος του ρωσικού Συμβουλίου Ασφαλείας και πρώην πρωθυπουργός της Ρωσίας, Dmitry Medvedev, επιτέθηκε σφοδρά στη von der Leyen αποκαλώντας την «ανέντιμη» και «τοξική γηραιά», ρίχνοντας λάδι στη φωτιά σε ένα ήδη πολωμένο γεωπολιτικό σκηνικό.

Η πρόταση μομφής θα τεθεί σε ψηφοφορία την Πέμπτη 10 Ιουλίου και απαιτείται πλειοψηφία δύο τρίτων για την έγκρισή της. Αν και η υπερψήφισή της κρίνεται απίθανη, το πολιτικό και θεσμικό μήνυμα είναι ισχυρό: η νομιμοποίηση και η ηθική ισχύς της Προέδρου της Επιτροπής έχουν κλονιστεί.

Η κατάσταση εκτραχύνθηκε όταν η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Roberta Metsola, αναγκάστηκε να διακόψει την ομιλία της von der Leyen, εξαιτίας της έντονης αποδοκιμασίας που εκδηλώθηκε από μέλη ακροδεξιών ομάδων. Η ίδια η von der Leyen επιτέθηκε στους επικριτές της, κατηγορώντας τους ως «μαριονέτες της Ρωσίας», «συνωμοσιολόγους», «αντιεμβολιαστές» και «απολογητές του Putin». Η παρέμβασή της όχι μόνο δεν εκτόνωσε την ένταση, αλλά τροφοδότησε περαιτέρω τον διχασμό εντός του Κοινοβουλίου.

Ο επικεφαλής του ΕΛΚ, Manfred Weber, προσπάθησε να αντικρούσει τις κατηγορίες περί συμμαχίας με την ακροδεξιά, υπενθυμίζοντας ότι η πολιτική του ομάδα έχει ταυτιστεί με τους Σοσιαλιστές και τους Φιλελεύθερους στο 90% των ψηφοφοριών. Παράλληλα, επεσήμανε ότι η Κομισιόν θα συνεχίσει να προωθεί τις προτεραιότητές της, ακόμη και αν αυτό σημαίνει συνεργασία με τις δεξιές παρατάξεις.

Από την πλευρά της, η επικεφαλής των Ευρωπαίων Σοσιαλιστών, Irace Garcia, δήλωσε ότι η ομάδα της δεν θα υποστηρίξει την πρόταση μομφής, απορρίπτοντας όμως την «πορεία της Επιτροπής» και κατηγορώντας το ΕΛΚ ότι υποκύπτει σε δεξιές και ακροδεξιές πιέσεις με αντάλλαγμα την προώθηση επιλεγμένων μέτρων, όπως η αναδίπλωση στην περιβαλλοντική πολιτική και η στοχοποίηση της χρηματοδότησης ΜΚΟ.

Η φιλελεύθερη πρόεδρος της Renew Europe, Valerie Hayer, υποστήριξε ότι η von der Leyen πρέπει να επιλέξει τους αληθινούς της συμμάχους και να πάψει να εξαρτάται από τις ψήφους της ακροδεξιάς. Υπενθύμισε ότι κανείς από την ομάδα της δεν υπέγραψε την πρόταση μομφής και υπογράμμισε πως το Κοινοβούλιο έχει πολλά να πει για θέματα διακυβέρνησης και διαφάνειας.

Ακόμη και στους κόλπους των Ευρωπαίων Συντηρητικών και Μεταρρυθμιστών (ECR) επικράτησε διχασμός, με τον Νικολά Προκατσίνι να χαρακτηρίζει την πρόταση μομφής ως «στρατηγικό σφάλμα» που θα ενισχύσει την πλειοψηφία της von der Leyen αντί να τη θέσει υπό αμφισβήτηση. Παρά το γεγονός ότι πολλοί συμφωνούν με τις αιτιάσεις, θεώρησε την κίνηση εσφαλμένη ως προς τον πολιτικό της στόχο.

Η Αριστερά στο Κοινοβούλιο επιτέθηκε στην von der Leyen για αδιαφάνεια και αδράνεια σε θέματα Πράσινης Συμφωνίας, αλλά και για «μαλακή στάση» απέναντι στην Κίνα και στον Donald Trump. Υποστήριξε ότι η ίδια η διακυβέρνησή της έχει οδηγήσει σε απαξίωση των θεσμών και έχει ενισχύσει την ακροδεξιά.

Η ακροδεξιά ομάδα των Πατριωτών, στην οποία ανήκουν ο Viktor Orban και η Marine Le Pen, εκμεταλλεύτηκε τη συγκυρία για να καταγγείλει την αποξένωση της Επιτροπής από τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, κατηγορώντας την ότι λειτουργεί ως μακρύ χέρι πολυεθνικών συμφερόντων. Υποστήριξαν ότι η Πράσινη Συμφωνία μετατρέπεται σε «τιμωρία» για τους πολίτες και καταφέρθηκαν εναντίον της λογοκρισίας υπό τον μανδύα των ευρωπαϊκών αξιών.

Η πρόταση μομφής έχει ως επίκεντρο την υπόθεση των επίμαχων SMS που φέρεται να αντάλλαξε η von der Leyen με τον διευθύνοντα σύμβουλο της Pfizer, Albert Bourla, το 2021, κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων για την αγορά έως και 1,8 δισεκατομμυρίων δόσεων του εμβολίου Pfizer-BioNTech, συνολικού ύψους 35 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τα μηνύματα, τα οποία αρνήθηκε να δημοσιοποιήσει η Πρόεδρος της Επιτροπής, θεωρούνται κρίσιμα για τη διαλεύκανση των διαδικασιών λήψης αποφάσεων που χαρακτηρίστηκαν από έλλειψη διαφάνειας και θεσμικό έλεγχο. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με πρόσφατη απόφασή του δικαίωσε αίτημα δημοσιογραφικής έρευνας και καταδίκασε την Επιτροπή για την απόκρυψη των στοιχείων.

Πέρα από το λεγόμενο “Pfizergate”, η von der Leyen βρίσκεται στο στόχαστρο και για μια σειρά άλλων θεσμικών ενεργειών που, σύμφωνα με τους επικριτές της, επιβεβαιώνουν μια αυταρχική και συγκεντρωτική άσκηση εξουσίας. Ενδεικτικό παράδειγμα αποτέλεσε η πρόταση της Επιτροπής, μόλις τον περασμένο μήνα, να ενεργοποιήσει ρήτρα έκτακτης ανάγκης των ευρωπαϊκών συνθηκών προκειμένου να παρακάμψει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στη διαδικασία έγκρισης του χρηματοδοτικού μηχανισμού SAFE, ύψους 150 δισεκατομμυρίων ευρώ, για κοινή προμήθεια όπλων. Η πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, Roberta Metsola, απείλησε με προσφυγή κατά της Επιτροπής, ενώ η von der Leyen υπερασπίστηκε την ενέργεια ως «δικαιολογημένη και προσωρινή απάντηση σε μια επείγουσα και υπαρξιακή πρόκληση».

Στο κείμενο της πρότασης, ο Piperea κάνει λόγο για «διαδικαστική κατάχρηση» και καλεί την Επιτροπή να παραιτηθεί λόγω «επανειλημμένων αποτυχιών διασφάλισης της διαφάνειας» και «συνεχούς περιφρόνησης της δημοκρατικής εποπτείας και του κράτους δικαίου εντός της Ένωσης». Αν και η πρωτοβουλία στηρίζεται κυρίως από δεξιές και συντηρητικές παρατάξεις, η δυσφορία απέναντι στο μοντέλο διακυβέρνησης της von der Leyen διαπερνά οριζόντια το πολιτικό φάσμα. Φιλελεύθεροι, σοσιαλιστές αλλά και ορισμένοι Πράσινοι που στήριξαν την επανεκλογή της το 2024 έχουν εκφράσει ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους για την απουσία διαβούλευσης και τη μονομερή απόσυρση κρίσιμων περιβαλλοντικών νομοθετημάτων.

Η απόρριψη της πρότασης από αυτές τις πολιτικές ομάδες δεν εδράζεται απαραίτητα στην υποστήριξη προς την Πρόεδρο της Επιτροπής, αλλά στην αποστροφή τους για μια πρωτοβουλία που προέρχεται από αυτό που θεωρούν ως «ακροδεξιά εργαλειοποίηση» των θεσμών. Το αποτέλεσμα είναι ότι, ενώ η αριθμητική πλειοψηφία για την αποπομπή της von der Leyen είναι απίθανο να συγκεντρωθεί, η πρόταση προκαλεί για πρώτη φορά μια επίσημη δημόσια συζήτηση για ζητήματα που μέχρι σήμερα θεωρούνταν ταμπού ή περιορίζονταν στις στήλες εφημερίδων και στις αίθουσες των δικαστηρίων.

Ο ίδιος ο Piperea αναγνωρίζει ότι οι πιθανότητες υπερψήφισης είναι ελάχιστες, αλλά επιμένει στη θεσμική αξία της πρωτοβουλίας. Όπως ανέφερε, η πρόταση «προσφέρει μια κρίσιμη ευκαιρία για εποικοδομητική και τεκμηριωμένη κριτική προς την Πρόεδρο της Επιτροπής» και «αφορά την τήρηση της διαφάνειας και τη διασφάλιση μιας δίκαιης και γνήσιας δημοκρατικής διαδικασίας».

Η συζήτηση για τη μομφή θα αναδείξει ένα ευρύτερο και πιο σύνθετο ερώτημα για την ίδια την ταυτότητα της Ε.Ε.: πρόκειται για μια ένωση κρατών με σεβασμό στη δημοκρατική κυριαρχία και διαφάνεια ή για ένα τεχνοκρατικό σύστημα εξουσίας με περιορισμένο έλεγχο και λογοδοσία; Η πρωτοβουλία του Piperea λειτουργεί ήδη ως καταλύτης για τον δημόσιο διάλογο γύρω από τη συγκέντρωση εξουσιών στα χέρια της Επιτροπής και την αποδυνάμωση του Κοινοβουλίου.

Αν και η von der Leyen δεν αναμένεται να χάσει τη θέση της, η ζημιά στο πολιτικό της κεφάλαιο είναι υπαρκτή. Η εσωτερική αμφισβήτηση, οι διαρροές εντός του ίδιου του ΕΛΚ και η θεσμική σύγκρουση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο αποκαλύπτουν ότι η πανίσχυρη εικόνα της αρχίζει να ραγίζει. Ενδεχομένως, η ψηφοφορία να καταγραφεί ως η αρχή του τέλους μιας εποχής εκτελεστικής κυριαρχίας της Επιτροπής, σηματοδοτώντας την απαρχή μιας νέας πολιτικής ισορροπίας εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης.