1 Νοεμβρίου 2026

Πληθωρισμός και επιδοτήσεις δοκιμάζουν τις κυβερνητικές εξαγγελίες για το 2027

Η επιμονή της ακρίβειας και του υψηλού ενεργειακού κόστους θέτει υπό πίεση τον κυβερνητικό σχεδιασμό για το 2027. Οι διαδοχικές παρατάσεις των επιδοτήσεων απαιτούν πρόσθετους πόρους, ενώ μέρος των παρεμβάσεων που συνδέονται με τη σημερινή κρίση προβλέπεται να πληρωθεί από τον επόμενο προϋπολογισμό.

Η νέα έρευνα επαγγελματιών αναλυτών που δημοσιοποίησε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα την Παρασκευή καταγράφει υψηλότερες προσδοκίες πληθωρισμού για την επόμενη χρονιά. Την ίδια ημέρα, η ελληνική κυβέρνηση ανακοίνωσε συνέχιση των επιδοτήσεων στα καύσιμα, προσθέτοντας 35 εκατ. ευρώ στο κόστος των ενεργειακών μέτρων.

Οι αναλυτές τοποθετούν πλέον τον πληθωρισμό της Ευρωζώνης το 2027 στο 2,6%, έναντι 2,2% στην προηγούμενη έρευνα, τρεις μήνες νωρίτερα. Ανοδικά αναθεωρείται και η πρόβλεψη χωρίς ενέργεια και τρόφιμα, από 2,3% σε 2,5%, ένδειξη ανησυχίας για ευρύτερη διάχυση των ανατιμήσεων.

Η αύξηση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας και καυσίμων επιβαρύνει την παραγωγή και τις μεταφορές, δημιουργώντας προϋποθέσεις για νέες αυξήσεις στις τελικές τιμές. Η πίεση στην αγοραστική δύναμη κινδυνεύει έτσι να συνεχιστεί και μέσα στο επόμενο έτος.

Για την Ελλάδα, ο σχεδιασμός του προϋπολογισμού του 2027 στηρίζεται σε παραδοχές πληθωρισμού 2,6% και ανάπτυξης 2,3%. Οι εκτιμήσεις της έρευνας της ΕΚΤ αφορούν το σύνολο της Ευρωζώνης και δεν αποτελούν νέα πρόβλεψη για την ελληνική οικονομία. Ενισχύουν, ωστόσο, την αβεβαιότητα για το ύψος των αναγκαίων παρεμβάσεων και για την πραγματική αξία των εξαγγελμένων ελαφρύνσεων.

Παρατάσεις επιδοτήσεων και νέες δεσμεύσεις δαπανών

Η επέκταση της στήριξης στα καύσιμα μέχρι τις 15 Νοεμβρίου ανεβάζει σε 81 εκατ. ευρώ το συνολικό κόστος των δύο διαδοχικών παρεμβάσεων που άρχισαν στα μέσα Οκτωβρίου. Στην αρχική δαπάνη των 46 εκατ. ευρώ προστίθενται 35 εκατ. ευρώ για το πρώτο μισό του Νοεμβρίου.

Η κυβέρνηση συνεχίζει τις ενισχύσεις για αμόλυβδη, πετρέλαιο κίνησης και πετρέλαιο θέρμανσης, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί ο χρονικός ορίζοντας λήξης της έκτακτης προστασίας. Κάθε παράταση αυξάνει τη δημοσιονομική δαπάνη, ενώ η απόσυρση των μέτρων μεταφέρει το αντίστοιχο βάρος στους καταναλωτές.

Στο πετρέλαιο θέρμανσης, η κρατική ενίσχυση ανέρχεται σε 20 λεπτά ανά λίτρο και συνοδεύεται από ισόποση έκπτωση των διυλιστηρίων. Για το πετρέλαιο κίνησης η κρατική επιδότηση είναι 15 λεπτά ανά λίτρο και για τη βενζίνη 10 λεπτά.

Πρόσθετη δαπάνη προκύπτει από την αύξηση κατά 30% του επιδόματος θέρμανσης για την περίοδο 2026–2027. Το επιπλέον κόστος εκτιμάται σε 52 εκατ. ευρώ, καθώς οι υψηλές ενεργειακές τιμές διατηρούν αυξημένες τις ανάγκες προστασίας των νοικοκυριών ενόψει του χειμώνα.

Στο ευρύτερο πακέτο παρεμβάσεων εντάσσεται και η σχεδιαζόμενη ενίσχυση της βιομηχανίας με έως 95 εκατ. ευρώ για επιλέξιμες καταναλώσεις του 2026. Οι σχετικές πληρωμές προβλέπεται να αρχίσουν το 2027, εφόσον ολοκληρωθούν οι απαραίτητες εγκρίσεις.

Η παρέμβαση συνδέεται με υποχρέωση διάθεσης τουλάχιστον του 50% της χρηματοδότησης σε επενδύσεις περιορισμού του ενεργειακού κόστους και των εκπομπών. Σκοπός είναι η ενίσχυση της ανθεκτικότητας των επιχειρήσεων και η μείωση της μελλοντικής ανάγκης για κρατικές ενισχύσεις.

Οι δαπάνες αυτές έχουν διαφορετικό χρόνο εκτέλεσης και δεν επιβαρύνουν στο σύνολό τους τον προϋπολογισμό του 2027. Αποτυπώνουν όμως τη διεύρυνση των χρηματοδοτικών αναγκών και τη μεταφορά μέρους των σημερινών δεσμεύσεων στην επόμενη χρονιά.

Η κυβερνητική διαχείριση κρίνεται πλέον από τη διάρκεια και την αποτελεσματικότητα της στήριξης. Οι προσωρινές παρεμβάσεις αποκτούν επαναλαμβανόμενο χαρακτήρα, δεσμεύοντας πόρους που διεκδικούν παράλληλα η κοινωνική πολιτική, η παραγωγή και οι επενδύσεις.

Η μετακύλιση στην παραγωγή και τα όρια του προϋπολογισμού

Η ανησυχία ενισχύεται από ενδείξεις ότι οι ενεργειακές αυξήσεις επηρεάζουν τις αποφάσεις τιμολόγησης των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων. Στη Γερμανία, ο δείκτης προσδοκιών ανατιμήσεων του ινστιτούτου ifo αυξήθηκε τον Οκτώβριο στις 25,9 μονάδες, από 23 τον Σεπτέμβριο.

Στη μεταποίηση, η ένδειξη έφτασε τις 27,2 μονάδες. Το ινστιτούτο συνδέει την εξέλιξη με την άνοδο του κόστους πετρελαίου και φυσικού αερίου, καθώς μεγαλύτερος αριθμός επιχειρήσεων σχεδιάζει να αυξήσει τις τιμές πώλησης.

Για την ελληνική αγορά, η ανατίμηση εισαγόμενων βιομηχανικών προϊόντων, πρώτων υλών και ενδιάμεσων αγαθών δημιουργεί πρόσθετη επιβάρυνση. Το αυξημένο κόστος μπορεί να μεταφερθεί στην εγχώρια παραγωγή και στη συνέχεια στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.

Η έρευνα της ΕΚΤ αποδίδει στη μετακύλιση των ενεργειακών αυξήσεων πρόσθετη επίδραση περίπου 0,3 ποσοστιαίων μονάδων στον πληθωρισμό τόσο το 2026 όσο και το 2027. Οι μακροπρόθεσμες προσδοκίες παραμένουν κοντά στον στόχο του 2%, με τις βραχυπρόθεσμες πιέσεις να εξακολουθούν να επιβαρύνουν τις προβλέψεις.

Το δημοσιονομικό κόστος εκτείνεται πέρα από τις άμεσες επιδοτήσεις. Ακριβότερη ενέργεια, προμήθειες, μεταφορές και υπηρεσίες αυξάνουν και τις λειτουργικές δαπάνες του Δημοσίου. Ταυτόχρονα, η μείωση της αγοραστικής δύναμης εντείνει τα αιτήματα για νέα εισοδηματική προστασία.

Η δυνατότητα χρηματοδότησης πρόσθετων μέτρων θα εξαρτηθεί από την εξέλιξη των φορολογικών εσόδων και από τα επιτρεπόμενα όρια αύξησης των καθαρών πρωτογενών δαπανών, βάσει των ευρωπαϊκών δημοσιονομικών κανόνων. Τα περιθώρια αυτά καλούνται να καλύψουν ταυτόχρονα διαφορετικές κυβερνητικές προτεραιότητες.

Η συγκυρία γίνεται δυσκολότερη επειδή το 2027 αναμένεται μικρότερη συμβολή των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης στην οικονομική δραστηριότητα. Η διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής απαιτεί επενδύσεις, ενώ επιχειρήσεις και νοικοκυριά εξακολουθούν να χρειάζονται προστασία από το ενεργειακό κόστος.

Φορολογικές ελαφρύνσεις, παραγωγικές παρεμβάσεις και επιδοτήσεις θα διεκδικήσουν συνεπώς μέρος των ίδιων διαθέσιμων πόρων. Η επιμονή της ακρίβειας περιορίζει την ασφάλεια των κυβερνητικών υπολογισμών και αυξάνει τον κίνδυνο αναθεώρησης επιμέρους σχεδιασμών.

Για τα νοικοκυριά, το ουσιαστικό κριτήριο παραμένει το καθαρό όφελος μετά τις ανατιμήσεις. Οι αυξήσεις εισοδημάτων και οι ελαφρύνσεις θα αξιολογηθούν από το ποσό που τελικά απομένει στον οικογενειακό προϋπολογισμό, αφού πληρωθούν ενέργεια, μετακινήσεις και βασικά αγαθά.