Πόλεμος ΗΠΑ-Ιράν: Απειλή για την παγκόσμια οικονομία
πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου
- Η Παγκόσμια Τράπεζα προειδοποιεί για ανάπτυξη 1,3% το 2026 λόγω πολέμου ΗΠΑ-Ιράν.
- Πληθωρισμός στο 4,5% και υψηλότερα επιτόκια απειλούν τις παγκόσμιες οικονομίες.
- Οι φτωχότερες χώρες κινδυνεύουν με επισιτιστική κρίση και αύξηση χρέους.
- Η τεχνητή νοημοσύνη προσφέρει ευκαιρίες ανάπτυξης για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες.
Η κλιμάκωση των εχθροπραξιών μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Ιράν ενδέχεται να πυροδοτήσει μια νέα παγκόσμια οικονομική κρίση, σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της Παγκόσμιας Τράπεζας, Ιντερμίτ Γκιλ. Ο κ. Γκιλ, ο οποίος ολοκληρώνει τη θητεία του στα τέλη Αυγούστου, προειδοποίησε ότι η σύγκρουση μπορεί να αναζωπυρώσει τον πληθωρισμό, να οδηγήσει σε υψηλότερα επιτόκια από τις κεντρικές τράπεζες διεθνώς και να περιορίσει την παγκόσμια οικονομική ανάπτυξη έως και στο 1,3% το 2026, από 2,9% που ήταν πέρυσι.
Σε δηλώσεις του στο πρακτορείο Reuters, ο κ. Γκιλ ανέφερε ότι η Παγκόσμια Τράπεζα είχε εξετάσει τρία διαφορετικά σενάρια στις οικονομικές προβλέψεις του Ιουνίου, λόγω της υψηλής αβεβαιότητας που περιβάλλει τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Το δυσμενέστερο σενάριο, που προβλέπει ότι οι εχθροπραξίες θα διαρκέσουν έξι μήνες ή περισσότερο, έχει ήδη αρχίσει να γίνεται πραγματικότητα. Σε αυτή την περίπτωση, ο παγκόσμιος πληθωρισμός θα μπορούσε να ανέλθει στο 4,5%, ενώ η παγκόσμια ανάπτυξη θα υποχωρούσε στο 1,3%, σύμφωνα με τα μοντέλα της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Ο παρατεταμένος πόλεμος και οι ζημιές στις πετρελαϊκές υποδομές της περιοχής θα μπορούσαν επίσης να επιδεινώσουν την επισιτιστική ανασφάλεια, προκαλώντας προβλήματα στις μεταφορές λιπασμάτων, ηλίου και θείου, προϊόντων απαραίτητων για τη γεωργία. Οι διαταραχές αυτές θα μπορούσαν να προκαλέσουν μια αλυσίδα δευτερογενών επιπτώσεων, μεταξύ άλλων υψηλότερο πληθωρισμό και υψηλότερα επιτόκια.
Οι φτωχότερες χώρες στο επίκεντρο
Οι φτωχότερες χώρες, που δεν έχουν ακόμη ανακάμψει πλήρως από την πανδημία του κορονοϊού, κινδυνεύουν να βρεθούν αντιμέτωπες με εντονότερη επισιτιστική ανασφάλεια. Παράλληλα, οι χώρες με υψηλά επίπεδα χρέους θα πληγούν από την άνοδο του κόστους δανεισμού, καθώς τα επιτόκια θα αυξάνονται. Η εξέλιξη αυτή θα μπορούσε να περιορίσει τις δαπάνες για την παιδεία, την υγεία και άλλες κρίσιμες δημόσιες υπηρεσίες.
Ο κ. Γκιλ προειδοποίησε ότι η αύξηση των επιτοκίων νομισματικής πολιτικής δεν έχει ακόμη καταγραφεί, αλλά όταν ο πληθωρισμός επιταχυνθεί, μπορεί να χρειαστούν μόλις λίγοι μήνες μέχρι οι υπερχρεωμένες χώρες να αντιμετωπίσουν σοβαρές δυσκολίες στην εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών τους. Ήδη εμφανίζονται τα πρώτα σημάδια πίεσης, με ορισμένες χώρες που αντιμετωπίζουν σοβαρούς περιορισμούς ρευστότητας να ζητούν από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο να ενισχύσει τα υφιστάμενα δανειακά προγράμματά τους. Το Πακιστάν, μάλιστα, ζήτησε αυτή την εβδομάδα από τις Ηνωμένες Πολιτείες μια γραμμή σταθεροποίησης συναλλάγματος ύψους 10 δισ. δολαρίων.
Οι προβλέψεις της Παγκόσμιας Τράπεζας τον Ιούνιο έδειξαν ότι το 40% των χωρών χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος είτε αντιμετωπίζει ήδη κρίση χρέους είτε διατρέχει υψηλό κίνδυνο να εισέλθει σε μια τέτοια. Πρόκειται για 32 χώρες, όμως ο αριθμός αυτός μπορεί να αυξηθεί γρήγορα εάν τα επιτόκια κινηθούν υψηλότερα. Ακόμη και χώρες που δεν θα οδηγηθούν σε στάση πληρωμών μπορεί να δουν τις μακροπρόθεσμες προοπτικές ανάπτυξής τους να υποβαθμίζονται.
Το βάρος του χρέους
Ο μέσος λόγος χρέους προς ΑΕΠ στις αναδυόμενες και αναπτυσσόμενες οικονομίες διαμορφώθηκε περίπου στο 74% το 2025, σύμφωνα με στοιχεία της Παγκόσμιας Τράπεζας. Το ποσοστό αυτό βρίσκεται αρκετά υψηλότερα από τα επίπεδα του 50%-55% που καταγραφόταν πριν από την πανδημία. Στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ ανέρχεται στο 67%, από περίπου 40% πριν από την πανδημία. Υπό αυτές τις συνθήκες, ορισμένες χώρες θα χρειαστούν διαγραφή χρέους σε εξατομικευμένη βάση.
Οι μεγαλύτερες οικονομίες του κόσμου – οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Κίνα και η Ινδία – έχουν μέχρι στιγμής παραμείνει σχετικά προστατευμένες από τις επιπτώσεις του πολέμου, αν και για διαφορετικούς λόγους και χάρη σε διαφορετικές πηγές ανθεκτικότητας. Οι αναπτυσσόμενες χώρες, αντίθετα, αντιμετωπίζουν πολύ μεγαλύτερες προκλήσεις. Η Ομάδα των 20 μεγαλύτερων οικονομιών του κόσμου έχει σημειώσει πρόοδο στη μεταρρύθμιση της διαδικασίας αναδιάρθρωσης του χρέους, καθώς οι ευπάθειες αυξάνονται, ωστόσο οι βελτιώσεις προχωρούν αργά.
Η τεχνητή νοημοσύνη ως ευκαιρία
Παρά τις δυσοίωνες προβλέψεις, ο κ. Γκιλ επισημαίνει μια θετική εξέλιξη για τις αναπτυσσόμενες οικονομίες. Μια νέα ανάλυση της Παγκόσμιας Τράπεζας σχετικά με την ετοιμότητα των χωρών για την τεχνητή νοημοσύνη δείχνει ότι οι αναπτυσσόμενες οικονομίες μπορούν να επωφεληθούν σημαντικά από την αναδυόμενη τεχνολογία και τα κέρδη παραγωγικότητας που αυτή υπόσχεται. Το ποσοστό των εργαζομένων στις φτωχότερες χώρες που είναι πιθανό να επηρεαστούν αρνητικά από την τεχνητή νοημοσύνη ανέρχεται περίπου στο 10%, έναντι 30%-40% στις πλουσιότερες οικονομίες.
Σύμφωνα με τον κ. Γκιλ, η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε δυνητικά να συμβάλει στην επαναφορά της παγκόσμιας ανάπτυξης σε επίπεδα που έχουν να καταγραφούν εδώ και δεκαετίες, αν και αυτό πιθανότατα δεν θα συμβεί μέσα στην τρέχουσα δεκαετία.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Πρόταση για δίκη Τριαντόπουλου και Αγοραστού
Επένδυση 30 δισ. από OpenAI σε data center
Νεκρός ο ατζέντης μοντέλων Ντανιέλ Σιάντ