POLITICO Poll: Ο φόβος πολέμου αυξάνεται, η στήριξη για αμυντικές δαπάνες έχει όρια
Η αυξανόμενη αίσθηση ανασφάλειας στη Δύση δεν μεταφράζεται αυτόματα σε αποδοχή εκτεταμένων στρατιωτικών δαπανών, σύμφωνα με τα ευρήματα της The POLITICO Poll, που καταγράφουν τη στάση ψηφοφόρων σε βασικά συμμαχικά κράτη.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τη Γερμανία, η πλειονότητα των ερωτηθέντων εκτιμά ότι το διεθνές περιβάλλον γίνεται ολοένα πιο επικίνδυνο. Σε τέσσερις από τις πέντε χώρες, το ενδεχόμενο ενός Γ΄ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα στην επόμενη πενταετία θεωρείται πιθανότερο παρά απίθανο.
Η μεταβολή αυτή καταγράφεται εντονότερα σε σύγκριση με αντίστοιχη έρευνα του Μαρτίου 2025. Όπως επισημαίνει ο επικεφαλής δημοσκοπήσεων της Public First, Seb Wride, οι στάσεις της δυτικής κοινής γνώμης άλλαξαν αισθητά σε λιγότερο από έναν χρόνο, αντανακλώντας μια πραγματικότητα αυξημένης αβεβαιότητας, όπου ο πόλεμος αντιμετωπίζεται ως ρεαλιστικό ενδεχόμενο.
Παρά τη γενική αποδοχή της ανάγκης ενίσχυσης της άμυνας, η στήριξη αυτή περιορίζεται όταν τίθεται το ζήτημα της χρηματοδότησης. Σε Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Γερμανία και Καναδά, οι πολίτες εμφανίζονται θετικοί στην αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών σε θεωρητικό επίπεδο, ωστόσο αποστασιοποιούνται όταν η συζήτηση συνδέεται με υψηλότερους φόρους, περικοπές σε κοινωνικές δαπάνες ή αύξηση του δημόσιου χρέους.
«Η αυξανόμενη ανησυχία για πόλεμο δεν παρέχει στους ηγέτες λευκή επιταγή για μεγάλες στρατιωτικές δαπάνες», σημειώνει ο Wride, υπογραμμίζοντας ότι η κοινωνική ανοχή στα αναγκαία ανταλλάγματα μειώνεται. Το αποτέλεσμα είναι ένα πολιτικό αδιέξοδο, καθώς οι Ευρωπαίοι ηγέτες καλούνται να ενισχύσουν την ασφάλεια με περιορισμένα δημοσιονομικά περιθώρια και μειωμένη λαϊκή αποδοχή για δύσκολες επιλογές.
Τα στοιχεία της έρευνας, που βασίστηκε σε δείγμα άνω των 2.000 ψηφοφόρων σε κάθε χώρα μεταξύ 6 και 9 Φεβρουαρίου, αποτυπώνουν τις πιέσεις που συνοδεύουν τις συζητήσεις στο εσωτερικό του ΝΑΤΟ. Οι προβληματισμοί αυτοί αναμένεται να κυριαρχήσουν και στη Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου, όπου συγκεντρώνονται πολιτικοί και αξιωματούχοι από όλο τον κόσμο.
Η εικόνα εντείνεται από τη συνέχιση του πολέμου στην Ουκρανία, καθώς και από τη στρατιωτική δραστηριότητα των ΗΠΑ σε διάφορα μέτωπα. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 43% των πολιτών θεωρεί πιθανό έναν νέο παγκόσμιο πόλεμο έως το 2031, ποσοστό αυξημένο σε σχέση με το προηγούμενο έτος. Στις ΗΠΑ, σχεδόν ένας στους δύο συμμερίζεται την ίδια εκτίμηση, ενώ η Γερμανία αποτελεί την εξαίρεση, με την πλειονότητα να θεωρεί το σενάριο λιγότερο πιθανό.
Σε εθνικό επίπεδο, οι Αμερικανοί εμφανίζονται περισσότερο πεπεισμένοι ότι η χώρα τους θα εμπλακεί σε πόλεμο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ακολουθούμενοι από ψηφοφόρους στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία. Το στοιχείο αυτό δείχνει αυξημένη ετοιμότητα για σύγκρουση στις πυρηνικές δυνάμεις του ΝΑΤΟ, καθώς και περιορισμένη απήχηση της εικόνας των ΗΠΑ ως σταθεροποιητικού παράγοντα.
Ένας στους τρεις πολίτες σε ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Καναδά θεωρεί πιθανή τη χρήση πυρηνικού όπλου σε μελλοντική σύγκρουση. Η Ρωσία αξιολογείται ως η βασική απειλή για την ευρωπαϊκή ασφάλεια, ενώ στον Καναδά η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά τις ΗΠΑ υπό την παρούσα ηγεσία. Σε Γαλλία, Γερμανία και Ηνωμένο Βασίλειο, οι ΗΠΑ κατατάσσονται συχνά δεύτερες στη λίστα των απειλών, συχνότερα από την Κίνα.
Το ζήτημα της χρηματοδότησης παραμένει καθοριστικό. Στη Γαλλία και τη Γερμανία, η υποστήριξη για αυξημένες αμυντικές δαπάνες μειώθηκε αισθητά σε σχέση με πέρυσι, όταν οι πολίτες κλήθηκαν να αξιολογήσουν συγκεκριμένα δημοσιονομικά μέτρα. Οι αμυντικές δαπάνες συγκαταλέγονται πλέον στις λιγότερο δημοφιλείς προτεραιότητες, ιδίως στη Γερμανία.
Παράλληλα, η ιδέα δημιουργίας μόνιμου ευρωπαϊκού στρατού υπό ενιαία διοίκηση συγκεντρώνει περιορισμένη αποδοχή, με χαμηλά ποσοστά στήριξης σε Γερμανία και Γαλλία. Αντίθετα, η υποχρεωτική στρατιωτική θητεία εμφανίζεται πιο αποδεκτή σε αυτές τις χώρες, με περίπου τους μισούς πολίτες να τη θεωρούν αναγκαία.