Σήμερα Γιορτάζουν:

ΒΑΣΙΛΗΣ

ΒΑΣΙΛΙΚΗ

ΤΗΛΕΜΑΧΟΣ

29 Αυγούστου 2025

Πόσο θα διαρκέσει η δασμολογική τρέλα;

Μετά από μερικούς μήνες αβεβαιότητας, κατά τους οποίους η κυβέρνηση Τραμπ επέβαλε, καθυστέρησε και τροποποίησε δασμούς, η κατάσταση φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί. Οι εισαγωγικοί φόροι στα αγαθά από την Ευρωπαϊκή Ένωση, για παράδειγμα, θα περιοριστούν στο 15% στις περισσότερες περιπτώσεις. Η συζήτηση πλέον έχει απομακρυνθεί από το εάν οι δασμοί που επέβαλαν οι Ηνωμένες Πολιτείες μπορούν να αποφευχθούν ή να μειωθούν, και έχει στραφεί στο πόσο θα διαρκέσουν.

Η απαισιόδοξη άποψη – η οποία επικρατεί μεταξύ των ερευνητών του Bruegel – προβλέπει διάρκεια επτά έως είκοσι ετών. Η αισιόδοξη, και μειοψηφική, άποψη είναι ότι θα μπορούσε να είναι δύο έως πέντε χρόνια. Ας ξεκινήσουμε με τα επιχειρήματα των απαισιόδοξων.

Οι απαισιόδοξοι υποστηρίζουν ότι οι δασμοί είναι οικονομικά κακοί αλλά πολιτικά επωφελείς. Ακόμη και ένας Δημοκρατικός πρόεδρος στις ΗΠΑ είναι απίθανο να τους ακυρώσει. Άλλωστε, ο Πρόεδρος Τζο Μπάιντεν δεν κατάργησε τους – έστω πολύ χαμηλότερους – δασμούς που επέβαλε ο Πρόεδρος Τραμπ κατά την πρώτη του θητεία. Σύμφωνα με τους απαισιόδοξους, μόνο μια μεταρρύθμιση του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, βασισμένη στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου, θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερους δασμούς. Αλλά αυτό φαίνεται ως ένα μακρινό ενδεχόμενο, καθώς οι ΗΠΑ έχουν ελάχιστο κίνητρο να εμπλακούν στις αναγκαίες δύσκολες διαπραγματεύσεις, από τη στιγμή που όλοι οι εμπορικοί τους εταίροι (ή «εχθροί» κατά την τραμπική κοσμοαντίληψη) έχουν ήδη υποχωρήσει στις απαιτήσεις του Τραμπ.

Επιπλέον, δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι θα εκλεγεί ξανά Δημοκρατικός πρόεδρος μετά τον Τραμπ: οι οικονομικές προβλέψεις είναι δύσκολες, οι πολιτικές είναι αδύνατες.

Ένα τρίτο απαισιόδοξο επιχείρημα, σχετικό με την πολιτική ελκυστικότητα των δασμών, είναι ότι προσφέρουν δημόσια έσοδα χωρίς την επίσημη ανάγκη για αύξηση της φορολογίας. Οικονομικά, οι δασμοί είναι φόροι, που επιβαρύνουν κυρίως τους καταναλωτές και τις επιχειρήσεις στη χώρα που τους επιβάλλει. Αλλά δεν χαρακτηρίζονται ως τέτοιοι και, τουλάχιστον σύμφωνα με τον Τραμπ, δεν απαιτούν έγκριση από το Κογκρέσο. Αυτό τους καθιστά ελκυστικούς στο πολωμένο πολιτικό περιβάλλον των ΗΠΑ.

Ένα τέταρτο επιχείρημα είναι ότι οι αρνητικές οικονομικές συνέπειες, σε όρους πληθωρισμού και ανάπτυξης, μπορεί να είναι προφανείς και σημαντικές για τους οικονομολόγους, αλλά δύσκολα αντιληπτές ή και αδιάφορες για το εκλογικό σώμα, μπροστά σε μη οικονομικά ζητήματα.

Τώρα τα επιχειρήματα των αισιόδοξων.

Πρώτον, οι δασμοί είναι οικονομικά ανόητοι, κακοί για όλους τους εμπλεκόμενους και ιδιαιτέρως για τις ΗΠΑ. Θα επηρεάσουν αρνητικά την αμερικανική ανάπτυξη (πτώση κατά περίπου 0,5% το 2025 και το 2026) και τον πληθωρισμό, ο οποίος θα παραμείνει πάνω από τον στόχο του 2% της Fed. Με απλά λόγια, οι δασμοί αυξάνουν τον κίνδυνο στασιμοπληθωρισμού.

Δεύτερον, η αύξηση των δασμών από τον Τραμπ κατά περίπου εννέα φορές έρχεται σε έντονη αντίθεση με τη διαχρονική τάση προς το ελεύθερο εμπόριο και ήταν ξεκάθαρα αποτέλεσμα ενός σημαντικού αλλά ειδικού γεγονότος: της επανεκλογής του Τραμπ.

Τρίτον, τα αυξημένα δημόσια έσοδα από τους δασμούς δεν θα πρέπει να υπερτιμώνται. Ο Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ τα εκτίμησε στα 300 δισεκατομμύρια δολάρια για το τρέχον έτος, περίπου 220 δισ. περισσότερα από πέρυσι. Αν οι δασμοί επανέλθουν στα επίπεδα προ Τραμπ, αυτό το ποσό – που ισοδυναμεί με το 0,7% του ΑΕΠ των ΗΠΑ – θα πρέπει να βρεθεί από αλλού. Δεν φαίνεται αδύνατο να επιτευχθεί.

Τέταρτον, ακόμη κι αν το ευρύ κοινό δεν ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για οικονομικά στατιστικά, είναι πιθανό να αντιληφθεί τη ζημιά από τους δασμούς μέσα από την καθημερινότητά του. Σε μια δημοκρατία, όπως είναι ακόμη οι ΗΠΑ, η ικανότητα μιας κυβέρνησης να προκαλεί πόνο στο εκλογικό της σώμα είναι περιορισμένη.

Πέμπτον, ένας Δημοκρατικός πρόεδρος θα μπορούσε να θεωρήσει πολιτικά έξυπνο να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του, καταργώντας τους δασμούς, που αποτελούν σήμα κατατεθέν της πολιτικής Τραμπ.

Οι δασμοί του Τραμπ ίσως έχουν σχετικά μικρή διάρκεια, με την προϋπόθεση ότι μια δημοκρατία διορθώνει τα λάθη της μόλις γίνουν εμφανείς οι αρνητικές τους συνέπειες.

Ετικέτες: