21 Αυγούστου 2026

Πρόστιμο 825 εκατ. ευρώ στην Uber από την Ολλανδία

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Πρόστιμο 825 εκατ. ευρώ στην Uber από την ολλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων για παραβίαση GDPR.
  • Η απόφαση αφορά την αυτοματοποιημένη απενεργοποίηση λογαριασμών οδηγών χωρίς επαρκή ενημέρωση.
  • Η Uber ανακοίνωσε ότι θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, χαρακτηρίζοντας το πρόστιμο δυσανάλογο.
  • Το πρόστιμο είναι το δεύτερο υψηλότερο που έχει επιβληθεί βάσει GDPR στην Ευρώπη.

Η ολλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων (AP) αποφάσισε να επιβάλει πρόστιμο ύψους 825 εκατομμυρίων ευρώ (966 εκατομμύρια δολάρια) στην εταιρεία Uber, επικαλούμενη παραβιάσεις της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία των προσωπικών δεδομένων. Η απόφαση, που ελήφθη στις 17 Αυγούστου και εξετάστηκε από το Reuters, αφορά την πρακτική της εταιρείας να απενεργοποιεί λογαριασμούς οδηγών μέσω αυτοματοποιημένων συστημάτων, χωρίς να τους παρέχει επαρκή ενημέρωση ή τη δυνατότητα ουσιαστικής αμφισβήτησης.

Το εν λόγω πρόστιμο, εφόσον επικυρωθεί τελικά, θα αποτελέσει το δεύτερο υψηλότερο που έχει επιβληθεί ποτέ βάσει του Γενικού Κανονισμού για την Προστασία Δεδομένων (GDPR) στην Ευρώπη. Το ρεκόρ παραμένει στο πρόστιμο των 1,2 δισεκατομμυρίων ευρώ που επιβλήθηκε στη Meta από την ιρλανδική εποπτική αρχή το 2023, για την παράνομη διαβίβαση δεδομένων Ευρωπαίων χρηστών του Facebook στις Ηνωμένες Πολιτείες. Η Meta έχει ήδη προσφύγει κατά της εν λόγω απόφασης, ενώ και η Uber ανακοίνωσε την πρόθεσή της να ασκήσει έφεση κατά του νέου προστίμου.

Εκπρόσωπος της Uber, σχολιάζοντας την απόφαση, δήλωσε ότι η εταιρεία διαφωνεί έντονα τόσο με το σκεπτικό όσο και με το ύψος του προστίμου, το οποίο χαρακτήρισε δυσανάλογο. Υπογράμμισε δε ότι η εταιρεία λαμβάνει σοβαρά υπόψη τα δικαιώματα των οδηγών της, επισημαίνοντας ότι οι ισχύουσες διαδικασίες περιλαμβάνουν ανθρώπινο έλεγχο και παρέχουν στους οδηγούς τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν τις αποφάσεις αναστολής της πρόσβασής τους στην πλατφόρμα. Από την πλευρά της, η ολλανδική Αρχή Προστασίας Δεδομένων επιβεβαίωσε την έκδοση της απόφασης, χωρίς να προβεί σε περαιτέρω σχόλια.

Το ρυθμιστικό πλαίσιο και οι επιπτώσεις

Η εξέλιξη αυτή έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά παρεμβάσεων των ευρωπαϊκών ρυθμιστικών αρχών, οι οποίες τα τελευταία χρόνια έχουν επιβάλει πρόστιμα συνολικού ύψους δισεκατομμυρίων ευρώ σε μεγάλες αμερικανικές τεχνολογικές εταιρείες. Οι παρεμβάσεις αυτές εντάσσονται στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής νομοθεσίας για την προστασία της ιδιωτικότητας, τον ανταγωνισμό και τις ψηφιακές αγορές, με εταιρείες όπως οι Meta, Google, Apple και Amazon να βρίσκονται επανειλημμένα στο επίκεντρο των ελέγχων. Ωστόσο, παρατηρείται συχνά το φαινόμενο τα αρχικά επιβληθέντα πρόστιμα να μειώνονται ή ακόμη και να ακυρώνονται έπειτα από πολυετείς δικαστικές διαμάχες.

Η επιβολή ευρωπαϊκών προστίμων έχει προκαλέσει αντιδράσεις και στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επικρίνει ανοιχτά την πολιτική αυτή, ενώ τον περασμένο Απρίλιο, υψηλόβαθμος αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών χαρακτήρισε τις σχετικές κυρώσεις ως τη μεγαλύτερη μεμονωμένη πηγή τριβής στις οικονομικές σχέσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η παραβίαση των δικαιωμάτων των οδηγών

Ο GDPR είναι σαφής ως προς την απαγόρευση λήψης αποφάσεων αποκλειστικά μέσω ηλεκτρονικών συστημάτων και αλγορίθμων, όταν αυτές οι αποφάσεις έχουν σημαντικές επιπτώσεις στη ζωή των πολιτών. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο κανονισμός απαιτεί την παρουσία ουσιαστικού ανθρώπινου ελέγχου, καθώς και τη διασφάλιση του δικαιώματος του ενδιαφερόμενου να αμφισβητήσει την απόφαση. Στην απόφασή της, η ολλανδική Αρχή αναφέρει χαρακτηριστικά ότι η Uber παραβίασε τα δικαιώματα των οδηγών, και συγκεκριμένα το δικαίωμά τους να μην υπόκεινται σε αυτοματοποιημένη λήψη αποφάσεων που έχει σημαντικές συνέπειες. Παράλληλα, η Αρχή έκρινε ότι η εταιρεία παραβίασε και το δικαίωμα των οδηγών στην ενημέρωση, χαρακτηρίζοντας την παράβαση ως σοβαρή και αιτιολογώντας με αυτόν τον τρόπο την επιβολή ενός ιδιαίτερα υψηλού προστίμου.

Η υπόθεση που οδήγησε στην επιβολή του προστίμου αφορά περιστατικά που σημειώθηκαν σε ευρωπαϊκό έδαφος κατά την περίοδο από το 2020 έως το 2022. Η διαδικασία ξεκίνησε έπειτα από καταγγελία που υποβλήθηκε στη Γαλλία, ενώ την εξέταση ανέλαβε η ολλανδική εποπτική αρχή, καθώς η ευρωπαϊκή έδρα της Uber βρίσκεται στην Ολλανδία. Σύμφωνα με τα στοιχεία της υπόθεσης, η Uber είχε προχωρήσει σε προσωρινή αναστολή λογαριασμών οδηγών που θεωρούνταν ύποπτοι για απάτη. Τα συστήματα της εταιρείας μπορούσαν να εντοπίσουν περιπτώσεις όπου ένας οδηγός φέρεται να ακολουθούσε αδικαιολόγητες παρακάμψεις με στόχο την αύξηση της χρέωσης ή αποδεχόταν διαδρομές χωρίς την πρόθεση να τις ολοκληρώσει.

Η Uber υποστήριξε στην άμυνά της ότι οι συγκεκριμένες αναστολές ήταν κατά κανόνα σύντομης διάρκειας και ότι δεν προχωρούσε σε οριστική απενεργοποίηση λογαριασμών για τέτοιες περιπτώσεις χωρίς να προηγηθεί ανθρώπινος έλεγχος. Ωστόσο, σύμφωνα με τα πορίσματα της ολλανδικής Αρχής, οδηγοί με χαμηλές αξιολογήσεις από πελάτες είχαν σε ορισμένες περιπτώσεις υποστεί οριστική απενεργοποίηση των λογαριασμών τους μέσω αυτοματοποιημένου συστήματος. Η Uber αμφισβήτησε τον ισχυρισμό αυτό, επιμένοντας ότι ουδέποτε αυτοματοποίησε τις αποφάσεις για οριστική απενεργοποίηση λογαριασμών. Η εταιρεία επικαλέστηκε επίσης τον περιορισμένο αριθμό των οδηγών που επηρεάστηκαν ως επιχείρημα για τον χαρακτηρισμό του προστίμου ως δυσανάλογου, αναφέροντας ότι συνολικά 126 οδηγοί στην Ευρώπη απενεργοποιήθηκαν το 2021 λόγω χαμηλών αξιολογήσεων από πελάτες.