Ψηφιακή κάρτα εργασίας: Παραμένει κοντά στο 27% η παραβατικότητα στην αγορά

Παρά τη διεύρυνση της ψηφιακής κάρτας εργασίας και την ενίσχυση των ελεγκτικών μηχανισμών, η παραβατικότητα στην αγορά εργασίας παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Οι βασικές παραβιάσεις εξακολουθούν να εντοπίζονται στο ωράριο απασχόλησης και στην αδήλωτη ή υποδηλωμένη εργασία, δύο πεδία που συνεχίζουν να πιέζουν την εφαρμογή της εργατικής νομοθεσίας.

Τα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Επιθεώρησης Εργασίας δείχνουν σταδιακή υποχώρηση σε σύγκριση με προηγούμενες χρονιές, ωστόσο το ποσοστό παραβατικότητας εξακολουθεί να κινείται κοντά στο 27%. Η εικόνα αυτή επιβεβαιώνει ότι σημαντικό τμήμα της αγοράς λειτουργεί ακόμη με στρεβλώσεις και πρακτικές που πλήττουν τους εργαζόμενους και τον υγιή ανταγωνισμό.

Η ψηφιακή κάρτα εργασίας καλύπτει πλέον περισσότερους από δύο εκατομμύρια εργαζόμενους και πλησιάζει στην πλήρη εφαρμογή της στο σύνολο της οικονομίας. Παρ’ όλα αυτά, τα ευρήματα των ελέγχων καταγράφουν επιχειρήσεις που παραβιάζουν το δηλωμένο ωράριο ή χρησιμοποιούν με ελλιπή και προβληματικό τρόπο το σύστημα καταγραφής του χρόνου εργασίας.

Πρόστιμα και παραβάσεις στην ψηφιακή κάρτα

Μόνο τον Φεβρουάριο επιβλήθηκαν πρόστιμα άνω του 1,2 εκατ. ευρώ για παραβάσεις που σχετίζονταν με τη λανθασμένη χρήση της ψηφιακής κάρτας εργασίας. Οι ελεγκτικές υπηρεσίες εντόπισαν εκατοντάδες περιπτώσεις στις οποίες τα ωράρια δεν αποτυπώνονταν ορθά, με αποτέλεσμα να αλλοιώνεται η πραγματική εικόνα της απασχόλησης.

Η πορεία της τελευταίας τριετίας δείχνει μια αγορά εργασίας που δυσκολεύεται να περιορίσει ουσιαστικά την παραβατικότητα. Το ποσοστό παραβάσεων είχε διαμορφωθεί στο 29,1% το 2023, κινήθηκε ελαφρώς υψηλότερα το 2024 και υποχώρησε το 2025 κάτω από το 27%.

Τα πρώτα στοιχεία του 2026 δείχνουν σταθεροποίηση της κατάστασης, χωρίς εμφανή περαιτέρω αποκλιμάκωση. Το γεγονός αυτό ενισχύει την εκτίμηση ότι η ψηφιακή καταγραφή, αν και αποτελεί σημαντικό εργαλείο, χρειάζεται να συνοδευτεί από συστηματικούς ελέγχους και ουσιαστική συμμόρφωση των επιχειρήσεων.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η Επιθεώρηση Εργασίας σχεδιάζει περισσότερους από 72.000 ελέγχους μέσα στο έτος. Η στόχευση θα δοθεί σε κλάδους όπου διαχρονικά καταγράφονται αυξημένα περιστατικά αδήλωτης, υποδηλωμένης ή παράτυπης εργασίας.

Οι κλάδοι που μπαίνουν στο μικροσκόπιο

Στην πρώτη γραμμή του ελεγκτικού σχεδιασμού βρίσκονται ο τουρισμός και η εστίαση. Η εποχικότητα, η έντονη ζήτηση προσωπικού και οι αυξημένοι ρυθμοί λειτουργίας δημιουργούν περιβάλλον υψηλού κινδύνου για παραβιάσεις ωραρίων, αδήλωτη εργασία και μη ορθή καταβολή αποδοχών.

Αυξημένη εποπτεία προβλέπεται και στις ταχυμεταφορές και στις υπηρεσίες διανομής. Πρόκειται για έναν κλάδο που αναπτύχθηκε ραγδαία τα τελευταία χρόνια, διατηρώντας όμως σημαντικές γκρίζες ζώνες ως προς τις πραγματικές συνθήκες απασχόλησης, τα ωράρια και την προστασία των εργαζομένων.

Εντατικοί έλεγχοι θα πραγματοποιηθούν και στις κατασκευές, τόσο για την αδήλωτη εργασία όσο και για ζητήματα υγείας και ασφάλειας στους χώρους εργασίας. Ο συγκεκριμένος κλάδος θεωρείται υψηλού κινδύνου, καθώς συνδυάζει έντονη κινητικότητα προσωπικού, εργολαβικές σχέσεις και αυξημένες απαιτήσεις προστασίας.

Στη λίστα των κλάδων υψηλής προτεραιότητας περιλαμβάνονται ακόμη οι υπηρεσίες καθαρισμού, τα πρατήρια καυσίμων, τα συνεργεία αυτοκινήτων, οι μεταφορικές επιχειρήσεις, το λιανεμπόριο, οι εταιρείες φύλαξης, οι βιοτεχνικές μονάδες και οι επιχειρήσεις φασόν. Σε αυτούς τους τομείς οι ελεγκτικές αρχές καταγράφουν σταθερά αυξημένους δείκτες παραβατικότητας.

Η τεχνολογία χρειάζεται ουσιαστική συμμόρφωση

Πρόσθετη ανησυχία προκαλεί το γεγονός ότι σε αρκετούς ελέγχους οι επιθεωρητές αντιμετωπίζουν άρνηση συνεργασίας ή ελλιπή στοιχεία από επιχειρήσεις. Η στάση αυτή δυσκολεύει την επιτόπια διασταύρωση των πραγματικών συνθηκών εργασίας και καθυστερεί την πλήρη αποτύπωση των παραβάσεων.

Η εικόνα διαφοροποιείται ανάλογα με τον κλάδο δραστηριότητας. Υψηλά ποσοστά παραβάσεων καταγράφονται επίσης στην ιδιωτική υγεία, στις τηλεπικοινωνίες και σε επαγγέλματα προσωπικών υπηρεσιών, όπως κομμωτήρια και κέντρα αισθητικής.

Οι συγκεκριμένοι τομείς παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον, καθώς η εφαρμογή της ψηφιακής κάρτας εργασίας δεν έχει ακόμη επεκταθεί πλήρως σε όλο το εύρος τους. Αυτό αφήνει περιθώρια για αποκλίσεις μεταξύ δηλωμένης και πραγματικής απασχόλησης.

Το Υπουργείο Εργασίας και η Επιθεώρηση Εργασίας στηρίζουν πλέον μεγάλο μέρος της στρατηγικής τους στην καθολική χρήση της ψηφιακής κάρτας, θεωρώντας την βασικό εργαλείο για τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας και τον έλεγχο του πραγματικού χρόνου απασχόλησης.

Τα έως τώρα δεδομένα δείχνουν, ωστόσο, ότι η τεχνολογία από μόνη της δεν αρκεί για να ανατρέψει παγιωμένες πρακτικές στην αγορά εργασίας. Η ουσιαστική προστασία των εργαζομένων απαιτεί διαρκή εποπτεία, αυστηρή εφαρμογή των κανόνων, αποτελεσματικές κυρώσεις και σταθερή πολιτική βούληση για την αντιμετώπιση της εργοδοτικής παραβατικότητας.