Ψυχικός πόνος και σώμα: Η επιστημονική εξήγηση του αυτοτραυματισμού

«Δεν ήθελα να πεθάνω. Ήθελα να σταματήσει αυτό που ένιωθα». Η φράση αυτή ακούγεται συχνά από ανθρώπους που έχουν αυτοτραυματιστεί. Παρά τη συχνότητά της στην κλινική πράξη, η κοινωνία εξακολουθεί να προσεγγίζει τον αυτοτραυματισμό με φόβο, αμηχανία και βαθιές παρερμηνείες.

Γράφει η Κέλλυ Χολέβα (MSc), Κλινική Ψυχολόγος - Ψυχοθεραπεύτρια

Ο αυτοτραυματισμός συχνά παρουσιάζεται ως αναζήτηση προσοχής, ως χειριστική συμπεριφορά ή ως αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας. Η σύγχρονη επιστημονική προσέγγιση, ωστόσο, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από αυτές τις απλουστευτικές ερμηνείες.

Στον χώρο της ψυχικής υγείας, ο αυτοτραυματισμός παραμένει μία από τις πιο παρεξηγημένες συμπεριφορές. Σύμφωνα με τον Matthew Nock, έναν από τους σημαντικότερους ερευνητές του μη αυτοκτονικού αυτοτραυματισμού, η συγκεκριμένη συμπεριφορά λειτουργεί κυρίως ως τρόπος διαχείρισης έντονων ψυχικών καταστάσεων και όχι απαραίτητα ως έκφραση επιθυμίας θανάτου.

Η διάκριση αυτή είναι κρίσιμη. Ο αυτοτραυματισμός μπορεί να συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο μελλοντικού αυτοκτονικού ιδεασμού, όμως στις περισσότερες περιπτώσεις η πρόθεση δεν είναι ο τερματισμός της ζωής. Είναι η προσπάθεια να μειωθεί ένας ψυχικός πόνος που εκείνη τη στιγμή βιώνεται ως ανυπόφορος.

Όταν ο ψυχικός πόνος δεν βρίσκει λέξεις

Στην κλινική πράξη, πολλοί άνθρωποι δυσκολεύονται να ονομάσουν αυτό που αισθάνονται. Η συναισθηματική εμπειρία μπορεί να είναι τόσο έντονη, χαοτική ή συγκεχυμένη, ώστε να μην μπορεί εύκολα να μετατραπεί σε λόγο.

Ο ψυχίατρος και ερευνητής Bessel van der Kolk, μέσα από το έργο του για το ψυχικό τραύμα, έχει αναδείξει ότι οι τραυματικές εμπειρίες δεν αποτυπώνονται μόνο στη μνήμη, αλλά και στο σώμα. Όταν το συναίσθημα δεν μπορεί να οργανωθεί ψυχικά, το σώμα μπορεί να γίνει το μέσο μέσα από το οποίο εκφράζεται.

Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αυτοτραυματισμός συνδέεται με τραύμα. Σημαίνει, όμως, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις το σώμα αναλαμβάνει να «μιλήσει» εκεί όπου οι ψυχικές διεργασίες δεν έχουν ακόμη καταφέρει να δώσουν σχήμα και νόημα στην εμπειρία.

Τα τελευταία χρόνια, η διεθνής βιβλιογραφία συγκλίνει σε ένα βασικό συμπέρασμα: ο αυτοτραυματισμός σχετίζεται στενά με δυσκολίες στη ρύθμιση των συναισθημάτων. Η μετα-ανάλυση των Wolff και συνεργατών, που περιέλαβε 48 ερευνητικές μελέτες, έδειξε ότι τα άτομα με σοβαρές δυσκολίες στη συναισθηματική ρύθμιση είχαν περίπου τριπλάσια πιθανότητα να εμφανίσουν αυτοτραυματική συμπεριφορά σε σχέση με τον γενικό πληθυσμό.

Οι παράγοντες που αναδείχθηκαν ως ιδιαίτερα σημαντικοί ήταν η δυσκολία αναγνώρισης των συναισθημάτων, η αδυναμία αποδοχής δυσάρεστων συναισθηματικών καταστάσεων, η παρορμητικότητα σε περιόδους έντονης φόρτισης και η έλλειψη λειτουργικών στρατηγικών αντιμετώπισης.

Τα ευρήματα αυτά ενισχύουν την άποψη ότι ο αυτοτραυματισμός λειτουργεί ως προσωρινή, αλλά δυσλειτουργική στρατηγική ανακούφισης. Δεν λύνει το πρόβλημα. Προσφέρει μόνο μια στιγμιαία μείωση της έντασης, η οποία μπορεί στη συνέχεια να ενισχύσει την επανάληψη της συμπεριφοράς.

Ένα από τα ερωτήματα που απασχολούν τη νευροεπιστήμη είναι γιατί ο σωματικός πόνος μπορεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, να συνοδεύεται από αίσθηση προσωρινής ανακούφισης. Σύμφωνα με το θεωρητικό μοντέλο των Chapman και συνεργατών, ο αυτοτραυματισμός μπορεί να λειτουργεί ως μορφή βιωματικής αποφυγής. Το άτομο προσπαθεί να απομακρυνθεί από μια συναισθηματική κατάσταση που βιώνεται ως αβάσταχτη.

Παράλληλα, νευροβιολογικές μελέτες δείχνουν ότι ο σωματικός τραυματισμός μπορεί να ενεργοποιήσει ενδογενή συστήματα ανακούφισης του οργανισμού, μειώνοντας προσωρινά τη συναισθηματική ένταση. Η ανακούφιση, όμως, είναι σύντομη. Επειδή λειτουργεί έστω και πρόσκαιρα, ο εγκέφαλος μπορεί να την καταγράψει ως τρόπο διαχείρισης της δυσφορίας.

Πόσο συχνός είναι και πώς αντιμετωπίζεται

Ο αυτοτραυματισμός δεν είναι σπάνιο ή περιθωριακό φαινόμενο. Η συστηματική ανασκόπηση των Swannell και συνεργατών έδειξε ότι περίπου 17% των εφήβων, 13% των νεαρών ενηλίκων και 5% των ενηλίκων αναφέρουν τουλάχιστον ένα επεισόδιο μη αυτοκτονικού αυτοτραυματισμού στη διάρκεια της ζωής τους.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι πρόκειται για σημαντικό ζήτημα δημόσιας ψυχικής υγείας. Δεν αφορά μόνο μεμονωμένες περιπτώσεις, ούτε μπορεί να αντιμετωπίζεται με στιγματισμό ή ηθική κρίση.

Σε μία από τις πιο γνωστές μετα-αναλύσεις, οι Taylor και συνεργάτες κατέληξαν ότι, στη μεγάλη πλειονότητα των περιπτώσεων, ο αυτοτραυματισμός εξυπηρετεί ενδοπροσωπικές λειτουργίες. Δηλαδή δεν έχει κυρίως στόχο την επικοινωνία προς τους άλλους, αλλά τη ρύθμιση του εσωτερικού κόσμου.

Οι συχνότερες λειτουργίες που έχουν καταγραφεί είναι η μείωση της έντονης ψυχικής έντασης, η προσωρινή ανακούφιση από επώδυνα συναισθήματα, η αντιμετώπιση του συναισθηματικού κενού και η διακοπή βασανιστικών σκέψεων.

Ο ψυχικός πόνος είναι συχνά αφηρημένος. Δεν έχει σαφή αρχή, τέλος ή όρια. Ο σωματικός πόνος, αντίθετα, γίνεται αντιληπτός ως κάτι πιο συγκεκριμένο. Έχει ένταση, διάρκεια και μια αίσθηση ελέγχου. Για ορισμένους ανθρώπους, αυτή η μετάβαση από το άυλο στο συγκεκριμένο δημιουργεί την ψευδαίσθηση ότι κάτι γίνεται, έστω προσωρινά, διαχειρίσιμο.

Εδώ βρίσκεται και ο φαύλος κύκλος. Η συμπεριφορά δεν επαναλαμβάνεται επειδή λύνει την αιτία του πόνου, αλλά επειδή προσφέρει μια σύντομη παύση. Η παύση αυτή μπορεί να γίνει μαθημένος τρόπος αντιμετώπισης της δυσφορίας, εάν δεν υπάρξει έγκαιρη και ουσιαστική θεραπευτική παρέμβαση.

Η ντροπή αποτελεί συχνά κεντρικό συναίσθημα στον αυτοτραυματισμό. Πολλοί άνθρωποι κρύβουν αυτό που συμβαίνει, φοβούνται την απόρριψη ή θεωρούν ότι δεν θα γίνουν κατανοητοί. Αυτό δυσκολεύει την αναζήτηση βοήθειας και καθυστερεί την έναρξη θεραπευτικής σχέσης.

Σε θεραπευτικό επίπεδο, ο στόχος δεν είναι απλώς να σταματήσει η συμπεριφορά. Όπως έχει επισημάνει ο Klonsky, αν αφαιρεθεί ο αυτοτραυματισμός χωρίς να κατανοηθεί η λειτουργία που επιτελεί, υπάρχει κίνδυνος να αντικατασταθεί από άλλη δυσλειτουργική στρατηγική.

Η θεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να στραφεί στο ερώτημα τι προσπαθούσε να αντέξει ο άνθρωπος τη στιγμή του αυτοτραυματισμού. Ποια συναισθήματα προηγήθηκαν. Ποια ένταση δεν μπορούσε να ειπωθεί. Ποια ανάγκη δεν βρήκε ασφαλή τρόπο να εκφραστεί.

Σταδιακά, μέσα από τη θεραπευτική διαδικασία, το άτομο μπορεί να μάθει να αναγνωρίζει τα δύσκολα συναισθήματα, να τα αντέχει χωρίς να στρέφεται εναντίον του σώματός του και να αναπτύσσει ασφαλέστερους τρόπους συναισθηματικής ρύθμισης.

Ο αυτοτραυματισμός δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται με πανικό, τιμωρία ή στιγματισμό. Χρειάζεται ψυχραιμία, κατανόηση, αξιολόγηση του κινδύνου και επαγγελματική υποστήριξη. Όταν υπάρχει σκέψη αυτοκτονίας, αίσθηση άμεσου κινδύνου ή αδυναμία ελέγχου της συμπεριφοράς, η αναζήτηση άμεσης βοήθειας από ειδικό ψυχικής υγείας ή υπηρεσία έκτακτης ανάγκης είναι απαραίτητη.

Πίσω από κάθε ουλή υπάρχει μια προσωπική ιστορία. Υπάρχουν εμπειρίες, απώλειες, σιωπές, φόβοι και τρόποι με τους οποίους ο ψυχικός πόνος μετατράπηκε σε σωματικό. Η κατανόηση αυτής της ιστορίας είναι το πρώτο βήμα για να σταματήσει ο κύκλος και να αρχίσει μια πιο ασφαλής σχέση με τον εαυτό.