Σήμερα Γιορτάζουν:

ΜΕΡΤΙΟΣ

ΤΑΤΙΑΝΗ

12 Ιανουαρίου 2026

Πώς κατασκευάζονται οι «έτοιμοι διάδοχοι» σε περιόδους αποσταθεροποίησης

Κάθε φορά που μια χώρα υψηλού γεωπολιτικού ενδιαφέροντος εισέρχεται σε περίοδο αναταραχών, εξεγέρσεων ή πολιτικής αποσταθεροποίησης, στα δυτικά μέσα ενημέρωσης αρχίζουν να εμφανίζονται πρόσωπα που παρουσιάζονται ως οι εν δυνάμει διάδοχοι της επόμενης ημέρας. Οι φιγούρες αυτές προβάλλονται ως έτοιμες λύσεις, συχνά με σαφές πολιτικό αφήγημα και συγκεκριμένη διεθνή αποδοχή, ανεξαρτήτως του πραγματικού τους ερείσματος στο εσωτερικό της χώρας.

Στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης στο Ιράν, στο προσκήνιο επανέρχεται το όνομα της Μαριάμ Ρατζαβί, η οποία παρουσιάζεται σε σειρά άρθρων και αναλύσεων ως το «πρόσωπο της αλλαγής» και ως μια αξιόπιστη εναλλακτική στην παρούσα ηγεσία της Τεχεράνης. Η Ρατζαβί αυτοπροσδιορίζεται ως η εκλεγμένη πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Αντίστασης του Ιράν για τη μεταβατική περίοδο, κατά την οποία, σύμφωνα με την ίδια, η κυριαρχία θα επιστραφεί στον ιρανικό λαό.

Στο πολιτικό της προφίλ περιλαμβάνεται και ένα δεκάλογο για το μέλλον του Ιράν, ο οποίος προβλέπει, μεταξύ άλλων, τη δημιουργία δημοκρατικού πολιτεύματος με διαχωρισμό κράτους και θρησκείας, την ισότητα των φύλων, την κατάργηση της θανατικής ποινής και τη μετατροπή του Ιράν σε μη πυρηνικό κράτος. Το αφήγημα αυτό προβάλλεται ως συμβατό με τις δυτικές αξίες και επαναλαμβάνεται συστηματικά σε διεθνή φόρα.

Η ίδια, ωστόσο, δεν ζει στο Ιράν εδώ και δεκαετίες. Διαμένει κυρίως στη Γαλλία, από όπου δραστηριοποιείται πολιτικά και ασκεί συστηματικό lobbying υπέρ της αλλαγής καθεστώτος στην Τεχεράνη. Τον Νοέμβριο οργάνωσε συνέδριο στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, εμφανιζόμενη ως επικεφαλής ενός δημοκρατικού συνασπισμού της ιρανικής αντιπολίτευσης, με κεντρικό θέμα τη μεταβίβαση της εξουσίας.

Η σημερινή εικόνα της Ρατζαβί απέχει σημαντικά από το παρελθόν της. Για περισσότερες από τρεις δεκαετίες, η ίδια και η οργάνωσή της, οι Μουτζαχεντίν του Λαού (MEK), λειτουργούσαν στο περιθώριο του διεθνούς συστήματος, με χρηματοδότηση και στρατιωτική στήριξη από το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν. Η Δύση αντιμετώπιζε την οργάνωση ως σκοταδιστική και επικίνδυνη, ενώ το 1997 οι Ηνωμένες Πολιτείες την ενέταξαν επίσημα στον κατάλογο των ξένων τρομοκρατικών οργανώσεων.

Οι Μουτζαχεντίν του Λαού ξεκίνησαν ως ένοπλη ομάδα δολοφονιών και σταδιακά εξελίχθηκαν σε οργανωμένο στρατό υπό την καθοδήγηση της Μαριάμ Ρατζαβί και του συζύγου της, Μασούντ Ρατζαβί. Ο τελευταίος εξαφανίστηκε λίγο πριν από την αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 2003, αφήνοντας τη Μαριάμ επικεφαλής της οργάνωσης. Η τύχη του παρέμεινε ασαφής για χρόνια, με πληροφορίες να αναφέρουν ότι ζούσε υπό προστασία μέχρι τον θάνατό του το 2020.

Ο Μασούντ Ρατζαβί υπήρξε ο αρχιτέκτονας της μεταμόρφωσης της συζύγου του σε κεντρικό σύμβολο της οργάνωσης. Μαζί διαμόρφωσαν μια δομή με χαρακτηριστικά σχεδόν παραθρησκευτικής σέκτας. Στο πλαίσιο μιας εσωτερικής «επανάστασης», αντικατέστησαν τους άνδρες διοικητές με γυναίκες, δημιουργώντας έναν στρατό με κατά κύριο λόγο γυναικεία ηγεσία, φανατικά αφοσιωμένη στην προσωπικότητα της Ρατζαβί.

Ρεπορτάζ των «New York Times» το 2003 περιέγραφαν τη ζωή στο στρατόπεδο Ασράφ στο Ιράκ, όπου νεαρές γυναίκες εκπαιδεύονταν ως κομάντος και μεγάλωναν σε πλήρη απομόνωση από τις οικογένειές τους. Σύμφωνα με τις μαρτυρίες, παιδιά από πολύ μικρή ηλικία διδάσκονταν να αποδίδουν λατρεία στη Μαριάμ και τον Μασούντ Ρατζαβί, σε ένα περιβάλλον αυστηρής πειθαρχίας και ιδεολογικού ελέγχου.

Μέχρι την πτώση του Σαντάμ Χουσεΐν, η οργάνωση προστατευόταν πλήρως από το ιρακινό καθεστώς και διέθετε βαριά οπλισμένο στρατό περίπου 5.000 μαχητών. Μετά την αμερικανική εισβολή, η Ρατζαβί επιχείρησε να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο της, προτείνοντας τη χρήση των δυνάμεών της κατά του ιρανικού καθεστώτος, την ώρα που η οργάνωση παρέμενε επισήμως στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων.

Το 2003 συνελήφθη στη Γαλλία με την κατηγορία ότι σχεδίαζε τη μεταφορά της στρατιωτικής της δομής σε ευρωπαϊκό έδαφος και τη διεξαγωγή επιθέσεων εναντίον ιρανικών στόχων. Την ίδια περίοδο, μέλη του αμερικανικού Κογκρέσου παρενέβησαν υπέρ της, σηματοδοτώντας τη σταδιακή αλλαγή στάσης της Ουάσιγκτον. Το 2012, τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρωπαϊκή Ένωση αφαίρεσαν τελικά τους Μουτζαχεντίν του Λαού από τις λίστες τρομοκρατικών οργανώσεων.

Σήμερα, η Ρατζαβί παρουσιάζεται ως ηγετική μορφή της δημοκρατικής αντιπολίτευσης στο Ιράν, παρά το γεγονός ότι στο παρελθόν διεθνή μέσα την κατηγορούσαν για αυταρχικές πρακτικές, πλύση εγκεφάλου, φυλακίσεις και βίαιη εξόντωση διαφωνούντων. Στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο μίλησε για έναν «εξοργισμένο λαό», για «μονάδες αντίστασης» και για τις «θαρραλέες γυναίκες» της οργάνωσής της, αποδίδοντας πρωταγωνιστικό ρόλο στην ίδια δομή που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν τρομοκρατική.

Ήδη από το 2004, η Ρατζαβί είχε αυτοπαρουσιαστεί στην Ευρώπη ως η «τρίτη λύση» για το Ιράν, απορρίπτοντας τόσο τον κατευνασμό όσο και τον πόλεμο, προτείνοντας την αλλαγή καθεστώτος μέσω του λαού και της οργανωμένης αντίστασης. Το αφήγημα αυτό επανέρχεται σήμερα σχεδόν αυτούσιο, σε ένα περιβάλλον πολιτικής αστάθειας που επιτρέπει την ανακύκλωση παλαιών προσώπων με νέο περιτύλιγμα.