Σήμερα Γιορτάζουν:

ΕΡΜΕΙΑΣ

ΜΑΓΟΣ

27 Μαΐου 2026

ΡΑΣ 2026: Σήμα προειδοποίησης για την κατάσταση της σιδηροδρομικής υποδομής

Σύνοψη Άρθρου

Τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών, ο ελληνικός σιδηρόδρομος εξακολουθεί να λειτουργεί με σοβαρές εκκρεμότητες ασφαλείας.

Το Σχέδιο Εποπτείας της ΡΑΣ για το 2026 καταγράφει προβλήματα σε σηματοδότηση, τηλεδιοίκηση, GSM-R, ETCS, διαβάσεις και υποδομές.

Η ΡΑΣ θέτει ως πρώτη προτεραιότητα την παρακολούθηση των συστάσεων του ΕΟΔΑΣΑΑΜ προς τον ΟΣΕ μετά το δυστύχημα των Τεμπών.

Με ανοιχτές πληγές, κρίσιμες εκκρεμότητες και συστήματα ασφαλείας που παραμένουν ημιτελή εξακολουθεί να κινείται ο ελληνικός σιδηρόδρομος, τρία χρόνια μετά την τραγωδία των Τεμπών και τους 57 νεκρούς. Οι κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί επανεκκίνησης και ασφαλούς νέας σελίδας στις ελληνικές ράγες προσκρούουν στα ίδια τα ευρήματα της Ρυθμιστικής Αρχής Σιδηροδρόμων, όπως αποτυπώνονται στο νέο Σχέδιο Εποπτείας για το 2026.

Το έγγραφο της ΡΑΣ περιγράφει ένα δίκτυο που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα στη σηματοδότηση, στη διαχείριση της κυκλοφορίας, στην κατάσταση της υποδομής, στη λειτουργία των συστημάτων επικοινωνίας και προστασίας, ακόμη και σε στοιχειώδη ζητήματα ορατότητας λόγω ανεξέλεγκτης βλάστησης.

Η εικόνα που προκύπτει είναι βαριά για τον ΟΣΕ και πολιτικά εκτεθειμένη για την κυβέρνηση. Μετά από ένα εθνικό δυστύχημα που αποκάλυψε με τον πιο οδυνηρό τρόπο τη συστημική ανεπάρκεια του σιδηροδρομικού μηχανισμού, βασικά ζητήματα ασφάλειας εξακολουθούν να βρίσκονται σε φάση παρακολούθησης, διορθωτικών ενεργειών και μελλοντικών ελέγχων.

Η ίδια η ΡΑΣ αναφέρει ότι η συντήρηση της σιδηροδρομικής υποδομής εκπέμπει «σήμα προειδοποίησης». Στο Σχέδιο Εποπτείας επισημαίνεται ότι το 2024, έναν χρόνο μετά τα Τέμπη, καταγράφηκε σημαντική αύξηση σε ορισμένες κατηγορίες περιστατικών ασφαλείας, γεγονός που αποτυπώνει την προβληματική κατάσταση της υποδομής.

Η Αρχή απαριθμεί επαναλαμβανόμενα συμβάντα της τελευταίας τετραετίας, όπως βλάβες εγκαταστάσεων, προσκρούσεις οχημάτων σε ισόπεδες διαβάσεις, παραβιάσεις φωτοσημάτων, εκτροχιασμούς και λανθασμένες χαράξεις. Τα περιστατικά αυτά αναδεικνύουν την ανάγκη εντατικοποίησης των ελέγχων συμμόρφωσης του διαχειριστή υποδομής, σε ό,τι αφορά τη συντήρηση, τις διαδικασίες ασφαλείας και την εφαρμογή διορθωτικών ενεργειών.

Μονή γραμμή χωρίς τηλεδιοίκηση και συστήματα που παραμένουν ανολοκλήρωτα

Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η αναφορά της ΡΑΣ σε κρίσιμο τμήμα του δικτύου, όπου λόγω εργασιών στην περιοχή Λιανοκλάδι - Δομοκός η κυκλοφορία πραγματοποιείται σε μονή γραμμή και χωρίς χρήση τηλεδιοίκησης. Η συγκεκριμένη διαπίστωση φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ζήτημα της λειτουργίας του σιδηροδρόμου με προσωρινές λύσεις σε σημεία υψηλής σημασίας.

Για το τμήμα αυτό, η ΡΑΣ προχώρησε σε επικαιροποίηση της έγκρισης ασφαλείας του ΟΣΕ, συμπεριλαμβάνοντας το τμήμα Δομοκός - Παλαιοφάρσαλος στην άνοδο. Παράλληλα, προαναγγέλλει έλεγχο της διαχείρισης κυκλοφορίας και της παρακολούθησης των μέτρων που ελήφθησαν για την ασφαλή λειτουργία.

Η Αρχή συνδέει την εποπτεία αυτή και με την πρόβλεψη του πρόσφατου νόμου για τη σύσταση Ενιαίου Κέντρου Εποπτείας Σιδηροδρόμων, το οποίο θα έχει ως αποστολή τον αποτελεσματικό έλεγχο της λειτουργίας της υποδομής και την ολοκληρωμένη εποπτεία της κυκλοφορίας των αμαξοστοιχιών. Η ΡΑΣ δηλώνει ότι θα πραγματοποιήσει επιθεωρήσεις μετά την έναρξη λειτουργίας του.

Το κρίσιμο όμως παραμένει ότι, σύμφωνα με το ίδιο το επίσημο σχέδιο εποπτείας, τμήματα του ελληνικού σιδηροδρομικού δικτύου συνεχίζουν να λειτουργούν χωρίς πλήρη συστήματα ασφαλείας. Η μηχανοδήγηση γίνεται χειρωνακτικά, με βάση τις ενδείξεις των φωτοσημάτων, χωρίς ολοκληρωμένο σύστημα ασφάλειας και προστασίας συρμού ERTMS.

Ανάλογη εικόνα καταγράφεται και στο πεδίο των επικοινωνιών. Η ΡΑΣ επισημαίνει ότι σε ορισμένα τμήματα του δικτύου το GSM-R παραμένει εκτός λειτουργίας, ενώ το εποχούμενο σύστημα δεν ανιχνεύει σήμα από την υποδομή. Πρόκειται για κρίσιμες τεχνολογικές δικλίδες, οι οποίες στις ευρωπαϊκές σιδηροδρομικές γραμμές λειτουργούν ως ασπίδες αποτροπής ανθρώπινων λαθών, επικίνδυνων παραλείψεων και συγκρούσεων.

Στο ίδιο πλαίσιο, οι παραβιάσεις φωτοσημάτων αναδεικνύονται από τη ΡΑΣ σε μείζον θέμα εποπτείας. Η Αρχή αναφέρει ότι οι υπερβάσεις φωτοσημάτων που σημειώθηκαν το προηγούμενο διάστημα επιβάλλουν αυξημένο έλεγχο στη διεξαγωγή και διαχείριση της κυκλοφορίας.

Παρά την επικαιροποίηση της έγκρισης ασφαλείας του ΟΣΕ, η ΡΑΣ κάνει σαφές ότι παραμένουν «εναπομένοντα προβληματικά σημεία προς εποπτεία». Τα σημεία αυτά θα επανεξεταστούν, ενώ θα συνεχιστεί η παρακολούθηση ανοιχτών ευρημάτων, μη συμμορφώσεων και διορθωτικών ενεργειών από προηγούμενους ελέγχους και επιθεωρήσεις.

Η εικόνα εγκατάλειψης δεν περιορίζεται στα σύνθετα τεχνικά συστήματα. Η ΡΑΣ καταγράφει προβλήματα ακόμη και από έντονη βλάστηση στο δίκτυο, η οποία μειώνει την ορατότητα των μηχανοδηγών, δυσχεραίνει την αναγνώριση σημάτων και μπορεί να προκαλέσει ζημιές σε τροχαίο υλικό.

Η Αρχή προαναγγέλλει ελέγχους σε όλους τους σιδηροδρομικούς φορείς και διατηρεί τη δυνατότητα για έκτακτες ή αιφνίδιες εποπτικές δραστηριότητες, πέρα από τις προγραμματισμένες. Ειδικοί έλεγχοι προβλέπονται και σε συρμούς, μετά την έγκριση οχημάτων με εγκατεστημένα εποχούμενα υποσυστήματα ETCS και GSM-R.

Οι συστάσεις για τα Τέμπη και οι βαριές ευθύνες του ΟΣΕ

Ξεχωριστή σημασία έχει η αναφορά της ΡΑΣ στις συστάσεις του Εθνικού Οργανισμού Διερεύνησης Αεροπορικών και Σιδηροδρομικών Ατυχημάτων για την τραγωδία των Τεμπών. Στο σχέδιο εποπτείας επισημαίνεται ότι η παρακολούθηση των έξι συστάσεων ασφαλείας που απηύθυνε ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ στον διαχειριστή υποδομής αποτελεί πρώτιστης σημασίας εποπτική δραστηριότητα για το 2026.

Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ είχε ζητήσει από τον ΟΣΕ να κατανοήσει βαθύτερα τους κινδύνους που συνδέονται με την πραγματική λειτουργία του ελληνικού σιδηροδρομικού συστήματος. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στις εργασίες ανανέωσης και συντήρησης που εκτελούνται ενώ ο σιδηρόδρομος παραμένει σε λειτουργία, με δεδομένη την υποβαθμισμένη κατάσταση των περιουσιακών στοιχείων και τις πιέσεις στο ανθρώπινο δυναμικό.

Οι συστάσεις περιλαμβάνουν κρίσιμους παράγοντες, όπως ο φόρτος εργασίας, η καταλληλότητα του εργασιακού περιβάλλοντος και η γήρανση των εργαζομένων. Η ασφάλεια του σιδηροδρόμου δεν εξαρτάται μόνο από μηχανήματα και συμβάσεις. Εξαρτάται από ανθρώπους, εκπαίδευση, συνθήκες εργασίας, αξιολόγηση και πραγματική εποπτεία.

Ο Οργανισμός είχε ζητήσει επίσης την ανάπτυξη προγράμματος διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων, με πλήρη απογραφή σιδηροδρομικών γραμμών, γεφυρών, σηράγγων, συστημάτων σηματοδότησης και τηλεπικοινωνιών. Η σύσταση αυτή δείχνει ότι το δίκτυο χρειάζεται οργανωμένη βάση δεδομένων, προγραμματισμένες επιθεωρήσεις και προληπτική συντήρηση με συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα.

Σε οικονομικό επίπεδο, ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ ζήτησε πολυετές επενδυτικό σχέδιο που να καλύπτει όλες τις ανάγκες για την ασφάλεια του δικτύου. Για κρίσιμες ειδικότητες, όπως οι σταθμάρχες, ζήτησε καλύτερη εκπαίδευση, τακτική αξιολόγηση, διαρκή κατάρτιση και περιοδικούς ελέγχους ψυχολογικής και σωματικής ικανότητας.

Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η διαπίστωση ότι μετά την αρχική εκπαίδευση των σταθμαρχών δεν προβλεπόταν ουσιαστική επαναξιολόγηση έως το τέλος της καριέρας τους. Η παραδοχή αυτή αποκαλύπτει μια βαθιά θεσμική παθογένεια σε κρίσιμη ειδικότητα ασφαλείας.

Ο ΕΟΔΑΣΑΑΜ είχε ζητήσει ακόμη απροειδοποίητες επιθεωρήσεις σε πραγματικές συνθήκες και επανεξέταση πρωτοκόλλων, διαδικασιών εκπαίδευσης και μηχανισμών παρακολούθησης. Στο ίδιο πλαίσιο, κάλεσε τον ΟΣΕ να αναπτύξει σύστημα αναφοράς, καταγραφής, διερεύνησης και ανάλυσης ατυχημάτων και συμβάντων, με στόχο την πρόληψη νέων τραγωδιών.

Κεντρικό ζητούμενο είναι και η διαθεσιμότητα των δεδομένων. Ο ΟΣΕ καλείται να βελτιώσει τις διαδικασίες καταγραφής και αποθήκευσης κρίσιμων πληροφοριών, όπως κάμερες σε σταθμούς, καταγεγραμμένες επικοινωνίες και ενέργειες από πίνακες ελέγχου, ώστε τα στοιχεία να είναι διαθέσιμα για εσωτερική και εξωτερική διερεύνηση κάθε συμβάντος.

Το συνολικό συμπέρασμα είναι βαρύ. Τρία χρόνια μετά τα Τέμπη, ο ελληνικός σιδηρόδρομος εξακολουθεί να λειτουργεί με κρίσιμες τεχνικές, οργανωτικές και θεσμικές εκκρεμότητες. Η ΡΑΣ καταγράφει ανοιχτά προβλήματα, η εποπτεία προαναγγέλλει νέους ελέγχους και οι συστάσεις του ΕΟΔΑΣΑΑΜ παραμένουν στον πυρήνα της διαδικασίας ασφάλειας.

Η κυβέρνηση μπορεί να μιλά για αλλαγή σελίδας. Τα ίδια τα επίσημα κείμενα όμως δείχνουν ότι η αλλαγή αυτή παραμένει ανολοκλήρωτη. Η ασφάλεια των σιδηροδρόμων δεν αποκαθίσταται με διακηρύξεις, ούτε με επικοινωνιακές διαβεβαιώσεις. Απαιτεί πλήρη λειτουργία συστημάτων, πραγματική συντήρηση, αυστηρή εποπτεία, επαρκές προσωπικό, διαφάνεια στα δεδομένα και πολιτική βούληση που να μετριέται στο πεδίο και όχι στις ανακοινώσεις.