Σε αδιέξοδο η κυβερνητική στρατηγική για την υπόθεση Τεμπών – Εμπλοκή από τη Δικαιοσύνη και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή
Σε αποτυχία φαίνεται ότι οδηγείται η συντονισμένη προσπάθεια της Κυβέρνησης να αντιμετωπίσει πολιτικά και νομικά τις εκκρεμότητες που απορρέουν από την πολύκροτη υπόθεση του σιδηροδρομικού δυστυχήματος των Τεμπών. Η αρχική στρατηγική, η οποία περιλάμβανε την απομόνωση του σταθμάρχη, την ανάδειξη ορισμένων κρατικών και πολιτικών προσώπων ως «Ιφιγένειες» και την επίσπευση κλεισίματος των ζητημάτων που αφορούν το μπάζωμα του χώρου, το φορτίο και την επίμαχη σύμβαση τηλεδιοίκησης 717, πλέον τίθεται εν αμφιβόλω, τόσο από την ελληνική Δικαιοσύνη όσο και από τους ευρωπαϊκούς θεσμούς.
Ο ανακριτής εφέτης Σωκράτης Μπακαΐμης προκάλεσε την πρώτη μεγάλη ανατροπή στην υπόθεση, εντάσσοντας στη δικογραφία γνωμάτευση ειδικού πραγματογνώμονα που απορρίπτει τη θεωρία της πυρόσφαιρας από σιλικονούχα έλαια. Παράλληλα, ο κρατικά εγκεκριμένος δικαστικός πραγματογνώμονας Βασίλης Κοκοτσάκης αποκάλυψε τη διαγραφή 658 βίντεο της εμπορικής αμαξοστοιχίας από τους υπολογιστές της εταιρείας φύλαξης που εργάζεται για τον ΟΣΕ, γεγονός που διαψεύδει ευθέως τους ισχυρισμούς του Διευθύνοντος Συμβούλου του ΟΣΕ στην Εξεταστική Επιτροπή, περί καταστροφής των αρχείων μετά την πάροδο 15 ημερών. Η καταστροφή ξεκίνησε ήδη από την επομένη του δυστυχήματος, και πλέον τίθεται το κρίσιμο ερώτημα: Με ποια εντολή καταστράφηκε υλικό που ανήκε στον ΟΣΕ;
Την ίδια στιγμή, νέα δυναμική προσέλαβε η υπόθεση με την εμπλοκή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Η «Εστία της Κυριακής» αποκάλυψε έγγραφο της 6ης Μαΐου 2025 από τη Διεύθυνση Χερσαίων Μεταφορών της Επιτροπής, που επιβεβαιώνει τη συνέχιση της αξιολόγησης της καταγγελίας της προέδρου του Συλλόγου Θυμάτων Τεμπών Μαρίας Καρυστιανού και του Παύλου Ασλανίδη. Η προσφυγή αφορά την καταγγελία παράνομων παρατάσεων της σύμβασης 717 και αμφισβητεί τις αποφάσεις της Ολομέλειας του Ελεγκτικού Συνεδρίου (2018 και 2024), διότι δεν υπεβλήθη προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο της ΕΕ, όπως προβλέπεται για υποθέσεις κοινοτικής χρηματοδότησης.
Η απάντηση της Επιτροπής είναι σαφής: όχι μόνο δεν τίθεται η υπόθεση στο αρχείο, αλλά ξεκινά νέα φάση έρευνας, με στόχο να εξεταστεί εάν η Ελλάδα παραβίασε άρθρα των ευρωπαϊκών συνθηκών και κανονισμών, κάτι που ενδέχεται να οδηγήσει σε παραπομπή της χώρας στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Σημαντικό είναι και το περιεχόμενο της επιστολής που εστάλη στην πληρεξούσια δικηγόρο των συγγενών στη Θεσσαλονίκη, όπου γίνεται λόγος για «πιθανές παραβιάσεις διαφόρων νομικών πράξεων». Η πολυπλοκότητα της υπόθεσης οφείλεται στο γεγονός ότι συνδέεται με διαφορετικούς τομείς πολιτικής και απαιτεί τη συνδρομή πολλαπλών υπηρεσιών της Επιτροπής. Η καταγγελία δεν θεωρείται, συνεπώς, ούτε τυπικά ούτε ουσιαστικά απαράδεκτη.
Ο πυρήνας της υπόθεσης αφορά την αμφιλεγόμενη σύμβαση 717 για την τηλεδιοίκηση, που επεκτάθηκε επανειλημμένα χωρίς διεθνείς διαγωνισμούς, και φέρεται να εξυπηρετεί συγκεκριμένα επιχειρηματικά συμφέροντα. Οι αποφάσεις του Ελεγκτικού Συνεδρίου που έκριναν νόμιμες τις παρατάσεις της σύμβασης (1314/2018 και 539/2024) αντιφάσκουν με προηγούμενες (112/2018 και 20/4/2018) που τις έκριναν παράνομες. Στις αποφάσεις νομιμοποίησης των παρατάσεων απουσίαζαν, δηλώνοντας ασθένεια, οι Γενικοί Επίτροποι που τις είχαν προηγουμένως απορρίψει.
Το ζήτημα της υποχρέωσης υποβολής προδικαστικού ερωτήματος στο ΔΕΕ προκάλεσε θεσμικό σεισμό. Ο Άρειος Πάγος εξέδωσε δύο εγκυκλίους μέσα σε λίγους μήνες – η πρώτη (Φεβρουάριος 2024) περιόριζε το δικαίωμα υποβολής ερωτήματος σε ανώτατα δικαστήρια, ενώ η δεύτερη (Μάιος 2025), σε αντίθεση, το επεκτείνει σε όλα τα δικαστήρια κατόπιν εισαγγελικής πρότασης. Η αναδίπλωση αυτή ερμηνεύεται ως έμμεση παραδοχή ότι η Ελλάδα βρίσκεται θεσμικά εκτεθειμένη στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ενόψει πιθανής παραπομπής.
Η προσφυγή της Μαρίας Καρυστιανού επικαλείται τη νομολογία του ΔΕΕ για αντίστοιχες παραβιάσεις, όπως στην περίπτωση της υπόθεσης Γεωργίου, όπου η Ελλάδα καταδικάστηκε για παράλειψη υποβολής προδικαστικού ερωτήματος, καθώς και σε άλλες υποθέσεις κατά της Γαλλίας. Το επιχείρημα ότι ο ευρωπαϊκός κανονισμός αποτέλεσε «μη προβλέψιμη επιγενόμενη περίσταση» καταρρίπτεται ως προσχηματικό.
Επιπλέον, η Καρυστιανού καταγγέλλει την ύπαρξη ανεπίσημης κυβερνητικής παρέμβασης, μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας αναρμόδιου υπουργού, προς τη διοίκηση της ΕΡΓΟΣΕ για την επέκταση της σύμβασης 717. Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαία Εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι έχει κινήσει διαδικασίες δίωξης κατά στελεχών που εμπλέκονται σε παράτυπες εγκρίσεις παρατάσεων, εντείνοντας την πίεση προς την ελληνική πλευρά.
Αξίζει να σημειωθεί ότι από τις 546 προδικαστικές παραπομπές που κατατέθηκαν στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης το 2022, μόλις τέσσερις προήλθαν από την Ελλάδα, όπως σημείωνε ο πρώην πρόεδρος του ΔΕΕ Βασίλης Σκουρής. Το έλλειμμα συμμόρφωσης της ελληνικής Δικαιοσύνης με τις επιταγές του ευρωπαϊκού Δικαίου δημιουργεί εύλογους προβληματισμούς για τον τρόπο άσκησης της δικαστικής εξουσίας σε υποθέσεις διαχείρισης κοινοτικών πόρων.
Το θεσμικό ερώτημα που πλέον αναδύεται με ένταση είναι εάν η Ελληνική Δικαιοσύνη, διά της πρακτικής της, τείνει να αυτονομηθεί έναντι του ευρωπαϊκού δικαίου, παρά το γεγονός ότι το Σύνταγμα (άρθρο 28) προβλέπει ρητά την υπεροχή των ευρωπαϊκών κανόνων έναντι των εθνικών. Το ΔΕΕ, σε σειρά αποφάσεων του, έχει καταστήσει σαφές ότι τα κράτη-μέλη δεσμεύονται από την υποχρέωση παραπομπής σε περιπτώσεις αμφισβήτησης της ερμηνείας ή της εγκυρότητας των ευρωπαϊκών πράξεων.
Η προσφυγή Καρυστιανού αποτελεί τη σημαντικότερη κίνηση από την πλευρά των θυμάτων για την ανατροπή της υπάρχουσας νομικής και πολιτικής κατάστασης. Στόχος της είναι να φτάσει η υπόθεση στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προκειμένου να κριθεί αν η Ελλάδα παραβίασε τη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ μέσω των πράξεων και παραλείψεων της Δικαιοσύνης και της Κυβέρνησης.
Η κυβέρνηση καλείται πλέον να απαντήσει όχι μόνο στο εσωτερικό της χώρας αλλά και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Οι θεσμικές αντιδράσεις, οι εγκύκλιοι, η ένταση των παρεμβάσεων του Αρείου Πάγου και η προσπάθεια εκτόνωσης της ευθύνης σε υπηρεσιακούς παράγοντες, δεν αρκούν για να ανακόψουν τις συνέπειες από τις καθυστερήσεις, τις παραλείψεις και τις αντιφατικές αποφάσεις που χαρακτηρίζουν την υπόθεση των Τεμπών.
Το ενδεχόμενο παραπομπής της Ελλάδας στο ΔΕΕ για παραβίαση του ευρωπαϊκού δικαίου καθίσταται πλέον ορατό. Η υπόθεση Τεμπών, από εθνική τραγωδία, εξελίσσεται σε ευρωπαϊκή υπόθεση με βαθιές πολιτικές και νομικές διαστάσεις. Οι επόμενοι μήνες θα κρίνουν εάν η Ελλάδα θα κληθεί να λογοδοτήσει για τις πράξεις και τις παραλείψεις της σε ένα από τα μεγαλύτερα σιδηροδρομικά δυστυχήματα στην ιστορία της.
Πιο Δημοφιλή
Κόλαση στη Βόρεια Εύβοια: Τα ντοκουμέντα που εκθέτουν τον κρατικό μηχανισμό
Αλλαγή πορείας στην αμερικανική κλιματική πολιτική με απόφαση Τραμπ
Η Αθήνα δεν αντέχει άλλες αιματηρές «αναμετρήσεις» Αλβανών
Κλήρωση UEFA Nations League: Η Ελλάδα σε όμιλο φωτιά
Πιο Πρόσφατα