Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΙΤΟΣ

1 Φεβρουαρίου 2026

Συνταγματική αναθεώρηση και πολιτικά ανταλλάγματα: Το σχέδιο Μητσοτάκη και τα διλήμματα της αντιπολίτευσης

Οι μετρήσεις της κοινής γνώμης δείχνουν ότι το λεγόμενο «κόμμα Καρυστιανού» δεν φαίνεται να αφαιρεί ουσιαστικό ποσοστό από τη Νέα Δημοκρατία, ενώ το «κόμμα Σαμαρά» καταγράφεται να προκαλεί μόνον οριακές απώλειες.

Διαφορετική δυναμική, ωστόσο, αποδίδεται στο ενδεχόμενο συγκρότησης Αγροτικού Κόμματος από τον Περιφερειάρχη Θεσσαλίας Δημήτρη Κουρέτα και τον γνωστό κτηνοτρόφο Θωμά Μόσχο, όπως αναφέρεται σε πολιτικούς κύκλους. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτιμάται ότι το κόμμα του Κυριάκου Μητσοτάκη δύσκολα θα προσεγγίσει το όριο της πριμοδότησης του 25% και ενδέχεται να μην αναδειχθεί πρώτο, καθώς ένα κρίσιμο τμήμα αγροτών, που μέχρι πρότινος στήριζε τη ΝΔ, εμφανίζεται πλέον απέναντί της, αναζητώντας πολιτική διέξοδο επιβίωσης.

Η ίδρυση ενός αγροτικού κόμματος με αιχμή την Αγροτική Ανάπτυξη και την Πρωτογενή Παραγωγή εκτιμάται ότι θα μπορούσε όχι μόνο να εξασφαλίσει την κοινοβουλευτική του παρουσία με ποσοστό της τάξης του 7%, αλλά και να διαδραματίσει ρόλο στις διεργασίες για τον σχηματισμό συμμαχικής κυβέρνησης, σε ένα περιβάλλον όπου οι ενδείξεις παραπέμπουν στην ανάγκη συμμετοχής τριών κομμάτων. Ο αγροτικός τομέας αντιστοιχεί περίπου στο 11% της απασχόλησης και, συνυπολογίζοντας τις οικογένειες, διατηρεί σημαντική επιρροή στο εκλογικό σώμα.

Εφόσον προχωρήσει η δημιουργία ενός τέτοιου σχηματισμού, προστίθεται ένας ακόμη αστάθμητος παράγοντας στο ήδη σύνθετο σκηνικό των υπαρκτών και υπό διαμόρφωση διεκδικητών πολιτικής εκπροσώπησης. Ο προεκλογικός χρόνος μετρά αντίστροφα και όλα συγκλίνουν στο ότι, εάν δεν υπάρξουν εξελίξεις που θα επισπεύσουν τις διαδικασίες, οι εκλογές τοποθετούνται χρονικά στα τέλη Ιανουαρίου ή στις αρχές Φεβρουαρίου του 2027, ώστε να υπάρχει περιθώριο για δεύτερη εκλογική αναμέτρηση, δεδομένου ότι η Ελλάδα θα αναλάβει για έκτη φορά, το δεύτερο εξάμηνο του 2027, την προεδρία του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Πέραν των νέων ή υπό διαμόρφωση κομμάτων –Τσίπρα, Σαμαρά, Καρυστιανού– ανοιχτό παραμένει το ζήτημα ενός διαφορετικού εκλογικού νόμου, αλλά κυρίως το νέο πλαίσιο επιστολικής ψήφου που προωθεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης. Το θέμα συνδέεται άμεσα με την πιθανή «ενεργοποίηση» των πολιτών που απείχαν, ποσοστό το οποίο άγγιξε περίπου το 38% στις εθνικές εκλογές του 2023 και το 58,5% στις ευρωεκλογές του 2024.

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η αδιευκρίνιστη ψήφος, η οποία ανέρχεται στο 23,6% σύμφωνα με τη MRB, με 18,5% αναποφάσιστους και 5,1% λευκό ή άκυρο. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι αναγωγές των δημοσκοπήσεων κρίνονται επισφαλείς, καθώς παραμένει άγνωστο πόσοι πολίτες θα εγκαταλείψουν την αποχή για να εκφράσουν καταψήφιση απέναντι στην ακρίβεια, τη στεγαστική κρίση, την αίσθηση απουσίας δικαιοσύνης, την τραπεζική ασυλία ή την πολιτική κατευνασμού.

Σε περίπτωση αυξημένης συμμετοχής, ακόμη και ως πράξη απαλλαγής, οι ψηφοφόροι αυτοί θα κατευθυνθούν σε συγκεκριμένες επιλογές και όλα δείχνουν ότι ένα μέρος τους θα στραφεί προς νέους κομματικούς σχηματισμούς. Εκεί, πέρα από την απήχηση των ηγετικών προσώπων, καθοριστικό ρόλο αναμένεται να διαδραματίσουν τα προγράμματα, όχι ως γενικόλογες διακηρύξεις, αλλά ως συνεκτικά και πειστικά σχέδια με καινοτομία και όχι ως αναπαραγωγή παλαιών προτύπων της δεκαετίας του 1990.

Παράλληλα, σύμφωνα με τις ενδείξεις, ο πρωθυπουργός αναμένεται να προχωρήσει σε ανασχηματισμό, επιδιώκοντας αποστασιοποίηση από πρόσωπα που θεωρούνται τοξικά και προβάλλοντας εικόνα ανανέωσης. Ο Κυριάκος Πιερρακάκης εκτιμάται ότι θα εξασφαλίσει επιπλέον 1,5 δισ. ευρώ, ώστε ο Κυριάκος Μητσοτάκης να παρουσιάσει στη ΔΕΘ του Σεπτεμβρίου μέτρα με εφαρμογή από τον Ιανουάριο του 2027. Για το αμέσως επόμενο διάστημα διαφαίνεται ότι θα ανοίξει και το ζήτημα της Συνταγματικής Αναθεώρησης, κίνηση που αναμένεται να αναδιατάξει εκ νέου το εσωτερικό της αντιπολίτευσης.

Με βάση όσα έχουν μέχρι στιγμής γίνει γνωστά, ο Κυριάκος Μητσοτάκης προτίθεται να επιδιώξει αλλαγές σε τέσσερα άρθρα του Συντάγματος. Το άρθρο 16, με στόχο την άρση του κρατικού μονοπωλίου στην ανώτατη εκπαίδευση και τη δυνατότητα ίδρυσης μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων, ώστε η χώρα να καταστεί εκπαιδευτικός πόλος και να περιοριστεί η φυγή φοιτητών στο εξωτερικό. Το άρθρο 86 περί ποινικής ευθύνης υπουργών, με κατεύθυνση την αποσύνδεση των ποινικών διώξεων από τη Βουλή και την κρίση των πολιτικών από τον φυσικό τους δικαστή, χωρίς τις παραγραφές και τα εμπόδια του παρελθόντος.

Τροποποιήσεις σε διατάξεις για τη Διοίκηση και την Οικονομία, με έμφαση στον τρόπο επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων για ενίσχυση της ανεξαρτησίας τους, αλλά και στη συνταγματική κατοχύρωση της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ώστε να αποφεύγονται μελλοντικά ελλείμματα, εξέλιξη που παραπέμπει σε συνταγματοποίηση μνημονιακών λογικών και συνδέεται με τη συζήτηση για το 2032 και τη διαχείριση του χρέους. Τέλος, το άρθρο 32 για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας, με στόχο την περαιτέρω αποσύνδεσή της από τη διάλυση της Βουλής και, σύμφωνα με πληροφορίες, την ενίσχυση του ρυθμιστικού του ρόλου, σε ένα πλαίσιο όπου συζητείται έντονα η σχέση Μητσοτάκη – Τασούλα.

Δεδομένου ότι για την Συνταγματική Αναθεώρηση απαιτείται αυξημένη πλειοψηφία, παραμένει ανοιχτό το τι θα αξιώσουν ως αντάλλαγμα τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ιδιαίτερη σημασία θα έχει ποια κόμματα θα ζητήσουν την αναθεώρηση και άλλων άρθρων και με ποια πολιτικά επιχειρήματα θα τοποθετηθούν στη σχετική συζήτηση. Τα υπό διαμόρφωση νέα κόμματα δεν συμμετέχουν θεσμικά στην επιλογή των άρθρων προς αναθεώρηση, ωστόσο στον δημόσιο διάλογο καλούνται να εμφανιστούν με συνολική θεώρηση και συγκεκριμένες προτάσεις, καθώς η παρούσα Βουλή αποφασίζει ποια άρθρα αναθεωρούνται, αλλά η επόμενη, μετά τις εκλογές, θα καθορίσει το τελικό τους περιεχόμενο.