Τα όρια ηλικίας συνταξιοδότησης φαίνεται να παραμένουν αμετάβλητα τουλάχιστον έως το 2030, καθώς τα νεότερα στοιχεία για το προσδόκιμο ζωής δεν δικαιολογούν άμεσες αυξήσεις από το 2027, όπως προβλέπει το ισχύον θεσμικό πλαίσιο. Η κυβέρνηση τοποθετείται με σαφήνεια υπέρ της μετάθεσης των δύσκολων αποφάσεων, με στόχο τη σταδιακή αντιμετώπιση των προκλήσεων. Η υφυπουργός Κοινωνικής Ασφάλισης, Άννα Ευθυμίου, τόνισε ότι υπό τις παρούσες συνθήκες «καμία αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης δεν προβλέπεται για το 2027», μεταφέροντας το μήνυμα ότι η συζήτηση θα επανέλθει τουλάχιστον σε τριετή ορίζοντα.
Σύμφωνα με τις πρώτες μελέτες, το προσδόκιμο ζωής, βασικός δείκτης για την αναπροσαρμογή των ορίων, δεν έχει ανακτήσει τα προ πανδημίας επίπεδα. Από το 2010 έως το 2015 υπήρξε αύξηση περίπου ενός έτους, ενώ από το 2015 έως το 2020 παρέμεινε σχεδόν στάσιμο λόγω των επιπτώσεων της υγειονομικής κρίσης. Η μη πλήρης ανάκαμψη λειτουργεί ως εμπόδιο σε άμεσες παρεμβάσεις για την άνοδο της συνταξιοδοτικής ηλικίας.
Με βάση τη νομοθεσία, από το 2027 και μετά τα όρια ηλικίας θα πρέπει να επαναπροσδιορίζονται κάθε τρία χρόνια, ανάλογα με την εξέλιξη του προσδόκιμου ζωής. Η πολιτική και κοινωνική διάσταση του ζητήματος είναι σημαντική. Το 2027 είναι εκλογική χρονιά και οποιαδήποτε αύξηση θα είχε υψηλό πολιτικό κόστος, γι’ αυτό οι τελικές αποφάσεις εκτιμάται ότι θα ληφθούν το δεύτερο εξάμηνο του 2026, με επικρατέστερο σενάριο την αναβολή έως το 2030.
Παράλληλα, εξετάζεται η πιθανότητα σταδιακής αύξησης μεταξύ 2028 και 2030, εφόσον οι δημογραφικοί δείκτες το απαιτήσουν. Σε αυτή την περίπτωση, η προσαρμογή θα γίνει σταδιακά, με 3–4 μήνες ανά έτος, ώστε να μειωθεί η επιβάρυνση των ασφαλισμένων.
Το ζήτημα θα τεθεί επίσημα με βάση τη νέα μελέτη της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, η οποία εκπονείται ανά τριετία και καταγράφει τις μακροπρόθεσμες αντοχές του ασφαλιστικού συστήματος. Προηγούμενες εκθέσεις, που έχουν συμπεριληφθεί και σε αξιολογήσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, επισημαίνουν ότι η γήρανση του πληθυσμού και η χαμηλή γεννητικότητα παραμένουν σοβαρές προκλήσεις.
Τρεις βασικοί δείκτες θα καθορίσουν τις μελλοντικές αποφάσεις: ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων, που συγκρίνει τον πληθυσμό άνω των 65 με τον οικονομικά ενεργό, ο δείκτης γήρανσης, που μετρά τη σχέση ηλικιωμένων προς νέους εργάσιμης ηλικίας, και ο δείκτης γονιμότητας, ο οποίος παραμένει χαμηλός, κοντά στο 1,5 παιδί ανά γυναίκα.
Προηγούμενες προβολές είχαν θέσει ακόμη και το ενδεχόμενο η ηλικία συνταξιοδότησης με 40 έτη ασφάλισης να ανέλθει σταδιακά πάνω από τα 67 έτη. Τα τρέχοντα δεδομένα δείχνουν ότι δεν υπάρχει άμεση ανάγκη ενεργοποίησης του μηχανισμού αυτόματης προσαρμογής.
Το ασφαλιστικό παραμένει στενά συνδεδεμένο με τις δημογραφικές εξελίξεις. Για την ώρα, οι ασφαλισμένοι μπορούν να θεωρούν δεδομένο ότι τα όρια ηλικίας δεν θα αλλάξουν πριν από το 2027 και πιθανότατα ούτε πριν από το 2030. Οι τελικές αποφάσεις θα εξαρτηθούν από τα στοιχεία και τον χρόνο.
Πιο Δημοφιλή
Ξαναγράψτε την ιστορία της υγείας σας
Η «ασυλία» των Ρομά