23 Ιουνίου 2026

Συνταξιούχοι: Νέες απώλειες εισοδήματος και το 2027 παρά τις αυξήσεις

Απώλειες εισοδήματος συνεχίζουν να καταγράφουν οι συνταξιούχοι, ακόμη και σε προεκλογικές περιόδους, παρά τις κυβερνητικές εξαγγελίες περί «πακέτων» στήριξης και αυξήσεων. Οι αναπροσαρμογές που σχεδιάζονται για τη νέα οικονομική χρονιά κινούνται κάτω από τον πληθωρισμό, γεγονός που οδηγεί σε νέα συρρίκνωση της πραγματικής αγοραστικής δύναμης εκατομμυρίων ασφαλισμένων.

Η πορεία αυτή δεν είναι συγκυριακή. Την περίοδο 2010-2016 οι συνταξιούχοι υπέστησαν ονομαστικές μειώσεις και περικοπές σε κύριες και επικουρικές συντάξεις. Από το 2016 έως το 2021 ακολούθησαν μηδενικές αυξήσεις. Από το 2022 και μετά, η κυβέρνηση εμφανίζει αναπροσαρμογές οι οποίες υπολείπονται του πληθωρισμού, εξαιρεί όσους διατηρούν προσωπική διαφορά, κρατά παγωμένες τις επικουρικές και αφήνει αμετάβλητη τη φορολογική κλίμακα.

Με αυτά τα δεδομένα, το 2027 προδιαγράφεται ως η 18η συνεχόμενη χρονιά απωλειών για τους συνταξιούχους. Η κυβερνητική ρητορική περί ενίσχυσης εισοδήματος συγκρούεται με την πραγματικότητα των αριθμών, καθώς οι αυξήσεις που αναμένονται δεν καλύπτουν ούτε την άνοδο των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

Οι αυξήσεις του νέου έτους θα διαμορφωθούν κατά το ήμισυ από τον πληθωρισμό, ο οποίος υπολογίζεται πάνω από το 3,2%, και κατά το άλλο ήμισυ από την οικονομική μεγέθυνση, με την αύξηση του ΑΕΠ να αναμένεται κάτω από το 2%. Με βάση αυτόν τον μηχανισμό, η κυβέρνηση σχεδιάζει αναπροσαρμογές περίπου 2,6% για το 2027, την ώρα που ο πληθωρισμός κινείται υψηλότερα και εμφανίζει τάσεις περαιτέρω ανόδου.

Την ίδια στιγμή, περίπου 1,3 εκατομμύριο συνταξιούχοι που λαμβάνουν επικουρική σύνταξη μένουν εκτός ουσιαστικών αναπροσαρμογών. Έτσι, η διολίσθηση του διαθέσιμου εισοδήματος συνεχίζεται, παρά την οικονομική ανάπτυξη των τελευταίων ετών και παρά τα δημοσιονομικά περιθώρια που επικαλείται κατά περίπτωση η κυβέρνηση.

Γιατί οι αυξήσεις δεν προστατεύουν τους συνταξιούχους

Το βασικό πρόβλημα είναι ότι οι αναπροσαρμογές των συντάξεων δεν φτάνουν στο ύψος του πληθωρισμού. Οι συνταξιούχοι, αντί να συμμετέχουν στο νέο πλούτο που δημιουργείται από την ανάπτυξη, βλέπουν τις αυξήσεις να εξανεμίζονται από την ακρίβεια, τη φορολογία και τις μόνιμες κρατήσεις.

Ακόμη και το όριο αύξησης δαπανών 3,7% που επιτρέπουν οι ευρωπαϊκοί κανόνες για τα κράτη-μέλη δεν αξιοποιείται πλήρως. Η επιλογή χαμηλότερων αυξήσεων οδηγεί σε πραγματική μείωση εισοδήματος, καθώς οι τιμές αυξάνονται ταχύτερα από τις συντάξεις.

Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η εξαίρεση των επικουρικών από τις αναπροσαρμογές, ακόμη και από αυτές τις αυξήσεις που βρίσκονται κάτω από τον πληθωρισμό. Πρόκειται για επιλογή που επιβαρύνει κυρίως χαμηλομεσαία εισοδήματα, καθώς για πολλούς συνταξιούχους η επικουρική αποτελεί κρίσιμο μέρος του μηνιαίου προϋπολογισμού.

Παράλληλα, η μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας λειτουργεί ως μηχανισμός έμμεσης αφαίμαξης. Το Δημόσιο φορολογεί υψηλότερο ονομαστικό εισόδημα, χωρίς αυτό να σημαίνει πραγματική αύξηση αγοραστικής δύναμης. Έτσι, ένα μέρος της αύξησης επιστρέφει αμέσως στα κρατικά ταμεία μέσω φόρου.

Το παράδειγμα του φόρου και η πραγματική απώλεια

Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα συνταξιούχου με μηνιαίες αποδοχές 1.000 ευρώ, δηλαδή ετήσιο εισόδημα 12.000 ευρώ. Με τα σημερινά δεδομένα, ο φόρος που καταβάλλει ανέρχεται σε 523 ευρώ. Με αναπροσαρμογή 2,6%, η μηνιαία σύνταξη θα ανέλθει στα 1.026 ευρώ και το ετήσιο εισόδημα στα 12.312 ευρώ.

Η αύξηση αυτή οδηγεί τον φόρο στα 592 ευρώ, δηλαδή κατά περίπου 70 ευρώ υψηλότερα. Συνεπώς, από την ονομαστική ετήσια αναπροσαρμογή των 312 ευρώ, στον συνταξιούχο μένουν τελικά περίπου 242 ευρώ. Η πραγματική αύξηση περιορίζεται κοντά στο 2%, ενώ η κυβέρνηση ανακοινώνει 2,6% και ο πληθωρισμός κινείται πάνω από 3,2%.

Το αποτέλεσμα είναι καθαρό: ο συνταξιούχος εμφανίζεται στα χαρτιά να λαμβάνει αύξηση, στην πράξη χάνει εισόδημα. Η διαφορά ανάμεσα στην ονομαστική αναπροσαρμογή και την πραγματική αγοραστική δύναμη αποκαλύπτει το μέγεθος της απόκλισης ανάμεσα στην κυβερνητική επικοινωνία και την καθημερινότητα των πολιτών.

Στο ίδιο πλαίσιο συνεχίζεται και η επιβολή της Εισφοράς Αλληλεγγύης Συνταξιούχων, η οποία λειτουργεί ως δεύτερη φορολογία πάνω στις συντάξεις. Η διατήρησή της, σε συνδυασμό με τον πληθωρισμό, το πάγωμα των επικουρικών και τη μη τιμαριθμοποίηση της φορολογικής κλίμακας, διαμορφώνει ένα μόνιμο σύστημα απωλειών.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να παρουσιάσει τις αναπροσαρμογές ως κοινωνική ενίσχυση, όμως τα στοιχεία δείχνουν ότι οι συνταξιούχοι θα συνεχίσουν να ζουν με μειωμένο πραγματικό εισόδημα. Η ακρίβεια απορροφά τις αυξήσεις, η εφορία παίρνει μέρος της ονομαστικής ενίσχυσης και οι επικουρικές παραμένουν εκτός ουσιαστικής προστασίας.

Έτσι, η νέα χρονιά οδηγεί σε ακόμη έναν κύκλο απωλειών για μια κοινωνική ομάδα που έχει ήδη υποστεί πολυετή περικοπή εισοδήματος. Η πολιτική επιλογή είναι σαφής: οι συνταξιούχοι καλούνται να πληρώσουν ξανά το κόστος μιας δημοσιονομικής διαχείρισης που ανακοινώνει αυξήσεις, ενώ στην πράξη διατηρεί τη μόνιμη υποχώρηση της αγοραστικής τους δύναμης.