Σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ, νέα μνημόνια και πολιτική φθορά: Τελειώνει η Μεταπολίτευση;
Δέκα χρόνια έχουν περάσει από το δημοψήφισμα του 2015, όταν η κυβέρνηση του Αλέξη Τσίπρα ανέτρεψε το αποτέλεσμα του “όχι”, μετατρέποντάς το σε “ναι” και οδηγώντας τη χώρα στο τρίτο μνημόνιο. Ήταν μια περίοδος που ο ελληνικός λαός είχε ήδη κάνει σκληρές θυσίες, προσπαθώντας να αποκαταστήσει την αξιοπιστία της χώρας στη διεθνή κοινότητα, μέσα από τον δύσβατο δρόμο της δημοσιονομικής πειθαρχίας και της ακραίας λιτότητας.
Οι μνήμες αυτές επανήλθαν με αφορμή το πρόσφατο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, το οποίο απειλεί να προκαλέσει σοβαρούς κραδασμούς στην οικονομία και τη διεθνή εικόνα της χώρας. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει πλέον το ενδεχόμενο επιβολής προστίμου άνω του 1 δισ. ευρώ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και μείωσης μελλοντικών ενισχύσεων, ενώ η φήμη της κινδυνεύει και πάλι να υπονομευθεί, όπως συνέβη την εποχή της κρίσης του 2009.
Αν και ανάλογα φαινόμενα παρατηρούνται και σε άλλα κράτη-μέλη, η ελληνική ιδιαιτερότητα έγκειται στο γεγονός ότι η κυβέρνηση φέρεται να έχει πιαστεί “με τη γίδα στην πλάτη”, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει στη θεσμοποιημένη ανοχή στις πελατειακές σχέσεις και στην πολιτική κουλτούρα που τις αντιμετωπίζει ως «κανονικότητα». Το ισχύον πρωθυπουργοκεντρικό μοντέλο διακυβέρνησης εντείνει τις ευθύνες της εκάστοτε κεντρικής εξουσίας και καθιστά τη χώρα ευάλωτη απέναντι σε διοικητικά ή οικονομικά σκάνδαλα.
Σε πολλές περιπτώσεις, οι εμπλεκόμενοι ίσως να μην θεωρούν καν ότι παρανομούν. Όμως, όπως σε κάθε απάτη εις βάρος του Δημοσίου, μόνον όταν φτάσει η ώρα του λογαριασμού και της απόδοσης ευθυνών, συνειδητοποιεί κανείς ότι δεν πρόκειται για έγκλημα χωρίς θύματα – διότι οι ζημίες θα καλυφθούν τελικά από αθώους φορολογούμενους.
Η Ελλάδα, παρά την πρόοδο των τελευταίων ετών και την επιστροφή σε σχετικά χαμηλά δημοσιονομικά ελλείμματα, εξακολουθεί να παραμένει μία από τις φτωχότερες χώρες της ΕΕ, χωρίς την απαιτούμενη παραγωγική διαφοροποίηση ή τις υποδομές που θα την καθιστούσαν ουσιαστικά ανταγωνιστική. Ωστόσο, η εικόνα της ελληνικής οικονομίας είχε αρχίσει να βελτιώνεται, σε τέτοιο βαθμό που κάποιοι μιλούσαν για “success story” συγκρίσιμο με μεγάλες ευρωπαϊκές οικονομίες που έχουν εισέλθει σε φάση στασιμότητας.
Η δυναμική αυτή, όμως, μπορεί να αντιστραφεί ραγδαία. Εφόσον το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ αποδειχθεί ευρύ και βαθύ, οι πρόσφατοι διεθνείς έπαινοι μπορεί να μετατραπούν σε δριμύτατη κριτική, όπως συνέβη και στο παρελθόν, μετά τη θετική εμπειρία των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004. Τότε, λίγα χρόνια αργότερα, η χώρα κατηγορήθηκε διεθνώς για αναξιοπιστία, παρά το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, οι τράπεζες και οι χρηματοπιστωτικοί μηχανισμοί είχαν ενεργό ρόλο στην έκρηξη της κρίσης.
Ο ελληνικός λαός συκοφαντήθηκε ως τεμπέλης, παρόλο που στατιστικά εργάζεται περισσότερες ώρες από οποιονδήποτε στην ευρωζώνη και πληρώνει υψηλότερα ποσά για βασικά αγαθά και υπηρεσίες. Οι ελληνικές κυβερνήσεις καταγγέλθηκαν για διαφθορά, ενώ ο ρόλος των ευρωπαϊκών μηχανισμών και η εμπλοκή τους στις αδιαφανείς συναλλαγές εκείνης της περιόδου αποσιωπήθηκαν.
Σε αυτό το φόντο, το ενδεχόμενο προστίμου ύψους 1 δισ. ευρώ έρχεται να πλήξει όχι μόνο την εικόνα της χώρας, αλλά και ζωτικούς τομείς της άμυνας και της κοινωνικής πολιτικής. Το ποσό αυτό θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει την άμεση αναβάθμιση του Πολεμικού Ναυτικού ή να περιορίσει τις τιμές βασικών ενεργειακών προϊόντων, όπως το πετρέλαιο και το ρεύμα, που αποτελούν τροχοπέδη για την επενδυτική προοπτική της χώρας.
Αν οι αποκαλύψεις συνεχιστούν, η κυβέρνηση, ήδη τραυματισμένη από την υπόθεση των Τεμπών, τις διαρκείς ανατιμήσεις και τις πολιτικές επιλογές που έχουν δυσαρεστήσει τη βάση της, ενδέχεται να αντιμετωπίσει ισχυρή κοινωνική και πολιτική πίεση. Το σενάριο πρόωρων εκλογών είναι πλέον ορατό, είτε ως απόπειρα αποφόρτισης είτε ως τακτικός αιφνιδιασμός. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα μπορούσε να οδηγήσει σε αδύναμη ή ακόμη και οικουμενική κυβέρνηση, καθιστώντας τη χώρα πολιτικά ασταθέστερη.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να προηγείται στην πρόθεση ψήφου, κυρίως λόγω της αδυναμίας της αξιωματικής αντιπολίτευσης να αρθρώσει πειστικό και λειτουργικό εναλλακτικό αφήγημα. Όμως η εξέλιξη της υπόθεσης και η διαχείριση των συνεπειών της θα κρίνουν πολλά.
Παράλληλα, η υπόθεση επαναφέρει στο προσκήνιο τον προβληματισμό γύρω από το μοντέλο διακυβέρνησης. Το πρωθυπουργοκεντρικό σύστημα έχει επιτρέψει διαχρονικά τη συσσώρευση εξουσίας χωρίς ουσιαστικά αντίβαρα. Η Ελλάδα συγκαταλέγεται σε λίγες χώρες της Ευρώπης όπου ο θεσμός του Προέδρου της Δημοκρατίας στερείται πραγματικών αρμοδιοτήτων. Αντίθετα, το Σύνταγμα του 1975 προέβλεπε ενισχυμένες εξουσίες για τον Πρόεδρο – αρμοδιότητες που αφαιρέθηκαν με τη συνταγματική αναθεώρηση του 1986.
Η αναβάθμιση του θεσμικού ρόλου του Προέδρου, είτε μέσω της επαναφοράς του δικαιώματος αρνησικυρίας είτε μέσω της απευθείας εκλογής του από τον λαό, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως θεσμικό αντίβαρο, διασφαλίζοντας καλύτερη εποπτεία και αντιπροσώπευση της λαϊκής βούλησης, ειδικά σε περιόδους πολιτικής κρίσης.
Η πρόταση αυτή εναρμονίζεται με τάσεις που ενισχύονται διεθνώς, και ίσως ήρθε η ώρα για την Ελλάδα να επανεξετάσει το μοντέλο διακυβέρνησής της με στόχο την ενίσχυση της θεσμικής σταθερότητας. Παρά τις πολυάριθμες μεταρρυθμίσεις της μνημονιακής περιόδου, φαίνεται ότι βαθύτερα, δομικά προβλήματα παραμένουν άλυτα. Η θεσμική ενίσχυση της Προεδρίας θα μπορούσε να είναι το κλειδί για ένα πιο αποτελεσματικό και δημοκρατικά ισορροπημένο πολιτικό σύστημα.
Πιο Δημοφιλή
«Καποδίστριας»: Η ταινία που ξυπνά την αλήθεια πίσω από τον θρύλο
Ο Μητσοτάκης ως ιδεολογικό υβρίδιο νεοφιλελευθερισμού και οικογενειοκρατίας
Κάστρα, καρέκλες και σιωπή: πώς θάβεται ο αγώνας των αγροτών στο Ηράκλειο
Πιο Πρόσφατα
Η συμφωνία Χαφτάρ-Πακιστάν απειλεί την ελληνική εθνική ασφάλεια