Παραίτηση Μπακογιάννη: Οι «προσωπικοί λόγοι» δεν αρκούν όταν πίσω τους ανοίγει υπόθεση πολεοδομικής διαφθοράς
Η παραίτηση του Ευθύμιου Μπακογιάννη από τη θέση του Γενικού Γραμματέα Χωρικού Σχεδιασμού και Αστικού Περιβάλλοντος του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια απλή διοικητική μεταβολή. Δεν πρόκειται για μια συνηθισμένη αποχώρηση στελέχους που, όπως αναφέρεται στην επιστολή του, επικαλείται «προσωπικούς λόγους» και επιστροφή στα ακαδημαϊκά του καθήκοντα. Η χρονική συγκυρία, το αντικείμενο της Γενικής Γραμματείας, η υπόθεση του κυκλώματος διαφθοράς στις πολεοδομίες και οι αναφορές περί συγγενικών προσώπων που φέρονται να συνδέονται με τη δικογραφία καθιστούν την παραίτηση πολιτικό γεγονός πρώτης γραμμής.
Η κυβέρνηση επιχειρεί, για ακόμη μία φορά, να περιορίσει μια σοβαρή υπόθεση στο ασφαλές περίβλημα μιας τυπικής διατύπωσης. «Προσωπικοί λόγοι», «κλείσιμο κύκλου», «επιστροφή στα ακαδημαϊκά καθήκοντα». Η φρασεολογία είναι γνώριμη. Είναι η γλώσσα της αποφόρτισης, της επικοινωνιακής διαχείρισης και της θεσμικής αοριστίας. Μόνο που εδώ δεν υπάρχει απλώς μια παραίτηση. Υπάρχει παραίτηση υψηλόβαθμου κυβερνητικού στελέχους στον πυρήνα ενός υπουργείου που έχει άμεση σχέση με τον χωρικό σχεδιασμό, την πολεοδομική πολιτική, το θεσμικό πλαίσιο της δόμησης και τις διαδικασίες που επί δεκαετίες αποτελούν προνομιακό πεδίο αδιαφάνειας, συναλλαγής και πελατειακής εξουσίας.
Η υπόθεση δεν κλείνει με μια υπογραφή. Αντιθέτως, τώρα αρχίζει.
Τα ερωτήματα που δεν μπορεί να αποφύγει η κυβέρνηση
Πρώτον, τι γνώριζε και πότε ο κ. Μπακογιάννης για την υπόθεση; Όταν οι αρχές ερευνούν κύκλωμα σε πολεοδομικές υπηρεσίες της Αττικής, όταν υπάρχουν συλλήψεις, όταν κατά τα δημοσιεύματα εντοπίζονται χρηματικά ποσά και όταν στη δημόσια συζήτηση μπαίνουν αναφορές για πρόσωπα που φέρονται να ανήκουν στο συγγενικό περιβάλλον ενός υψηλόβαθμου κυβερνητικού στελέχους, η απάντηση «παραιτήθηκε για προσωπικούς λόγους» είναι πολιτικά ανεπαρκής. Δεν αρκεί να ειπωθεί ότι κάποιος φεύγει. Πρέπει να εξηγηθεί τι προηγήθηκε, πότε ενημερώθηκε η πολιτική ηγεσία, αν υπήρξε εσωτερική αξιολόγηση, αν ζητήθηκαν εξηγήσεις και αν κινήθηκαν διαδικασίες ελέγχου.
Δεύτερον, υπήρξε επαρκής εποπτεία στον τομέα των πολεοδομιών; Οι πολεοδομίες δεν είναι μια ουδέτερη γραφειοκρατική γωνιά του κράτους. Είναι χώρος όπου συναντώνται άδειες, αυθαίρετα, πρόστιμα, τακτοποιήσεις, τεχνικές γνωμοδοτήσεις, εργολαβικά συμφέροντα, δήμοι, ιδιώτες μηχανικοί, υπηρεσιακοί παράγοντες και πολιτικές διασυνδέσεις. Είναι ακριβώς το πεδίο όπου η διαφθορά δεν εμφανίζεται ως απλή εξαίρεση, αλλά ως μόνιμος δομικός κίνδυνος. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο αν κάποιοι υπάλληλοι ή ιδιώτες εμπλέκονται σε παράνομες συναλλαγές. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν το σύστημα ελέγχου ήταν επαρκές ή αν η κυβέρνηση Μητσοτάκη, πίσω από την επιφάνεια του λεγόμενου «επιτελικού κράτους», άφησε ακόμη ένα πεδίο δημόσιας διοίκησης να λειτουργεί με μηχανισμούς σκιών.
Τρίτον, επιχειρείται η παραίτηση να λειτουργήσει ως πολιτικό κλείσιμο της υπόθεσης; Αυτό ακριβώς υπογραμμίζει και το ΠΑΣΟΚ, το οποίο ζητά εξηγήσεις από την κυβέρνηση, επισημαίνοντας ότι η επίκληση «προσωπικών λόγων» και «επιστροφής στα ακαδημαϊκά καθήκοντα» δεν κλείνει το θέμα. Η παραίτηση μπορεί να είναι θεσμικά αναγκαία. Δεν είναι όμως θεσμικά επαρκής. Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται στην απομάκρυνση ενός προσώπου. Απαιτεί λογοδοσία, έλεγχο, διαφάνεια και συγκεκριμένες απαντήσεις.
Το γνώριμο κυβερνητικό μοτίβο
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει μετατρέψει την έννοια της ευθύνης σε τεχνική επικοινωνιακής διαχείρισης. Όταν ξεσπά ένα σκάνδαλο, η πρώτη αντίδραση είναι η αποσύνδεση. Δεν γνώριζαν. Δεν αφορά το κέντρο. Δεν υπάρχει πολιτική εμπλοκή. Η Δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της. Κάποιος παραιτείται. Κάποιος μετακινείται. Κάποιος εξαφανίζεται από το κάδρο. Και στη συνέχεια το Μέγαρο Μαξίμου περιμένει να κουραστεί η κοινωνία.
Αυτό το μοτίβο έχει επαναληφθεί αρκετές φορές. Στις υποκλοπές, η κυβέρνηση επιχείρησε να μετατρέψει ένα μείζον ζήτημα δημοκρατικής νομιμότητας σε τεχνικό ζήτημα υπηρεσιακών χειρισμών. Στα Τέμπη, η πολιτική αντιπαράθεση για τις κυβερνητικές ευθύνες και τις καταγγελίες περί συγκάλυψης παραμένει ανοιχτή στη δημόσια σφαίρα. Στον ΟΠΕΚΕΠΕ, οι ευρωπαϊκές και δικαστικές έρευνες έχουν φέρει στο προσκήνιο σοβαρά ερωτήματα για τη διαχείριση αγροτικών επιδοτήσεων. Τώρα προστίθεται και η υπόθεση των πολεοδομιών. Δεν πρόκειται πλέον για μεμονωμένα περιστατικά. Πρόκειται για εικόνα διακυβέρνησης.
Η κυβέρνηση θα ισχυριστεί ότι οι έρευνες των αρχών αποδεικνύουν πως οι θεσμοί λειτουργούν. Αυτό είναι το μόνιμο επιχείρημα κάθε εξουσίας που βρίσκεται υπό πίεση. Μόνο που η λειτουργία των διωκτικών αρχών δεν απαλλάσσει την πολιτική ηγεσία από την υποχρέωση της πρόληψης, της εποπτείας και της λογοδοσίας. Το ερώτημα δεν είναι μόνο αν οι αρμόδιες υπηρεσίες έκαναν τη δουλειά τους μετά την αποκάλυψη. Το ερώτημα είναι γιατί χρειάστηκε να φτάσουμε εκεί.
Ποιος έλεγχε τις πολεοδομικές υπηρεσίες; Ποιος αξιολογούσε τους κινδύνους; Ποιος παρακολουθούσε τις καταγγελίες; Ποιος είχε πολιτική ευθύνη για τον θεσμικό σχεδιασμό ενός τομέα τόσο ευάλωτου στη διαφθορά; Υπήρξαν προειδοποιήσεις; Υπήρξαν αναφορές; Υπήρξε διοικητική αδράνεια; Και, κυρίως, ποιος αναλαμβάνει την ευθύνη όταν το σύστημα αποτυγχάνει;
Η παραίτηση δεν είναι απάντηση
Με βάση τα διαθέσιμα στοιχεία, πρέπει να ειπωθεί καθαρά ότι ο κ. Μπακογιάννης δεν μπορεί να παρουσιαστεί ως ποινικά ελεγχόμενος εφόσον δεν υπάρχει τέτοια επίσημη πληροφορία. Η δημοσιογραφία δεν είναι δικαστήριο. Η πολιτική κριτική, όμως, δεν χρειάζεται ποινική καταδίκη για να τεθεί. Όταν ένα υψηλόβαθμο κυβερνητικό στέλεχος παραιτείται στη σκιά μιας τόσο σοβαρής υπόθεσης, όταν το αντικείμενό του έχει ευθεία σχέση με τον χώρο όπου εκδηλώνεται η καταγγελλόμενη διαφθορά, όταν η αντιπολίτευση ζητά επίσημες εξηγήσεις και η κυβέρνηση περιορίζεται σε τυπικές διατυπώσεις, τότε υπάρχει μείζον ζήτημα πολιτικής λογοδοσίας.
Η κυβέρνηση Μητσοτάκη οφείλει να απαντήσει χωρίς υπεκφυγές. Πότε ενημερώθηκε για την υπόθεση; Υπήρξαν προηγούμενες καταγγελίες; Είχαν φτάσει στο ΥΠΕΝ ενδείξεις για παράνομες «διευθετήσεις» σε πολεοδομικές υπηρεσίες; Ελέγχθηκαν οι υπηρεσιακές διαδρομές των φακέλων; Υπήρξε οποιαδήποτε διοικητική παρέμβαση πριν από την αστυνομική επιχείρηση; Γιατί η παραίτηση έγινε τώρα; Και γιατί η κυβέρνηση επιλέγει να σταθεί στο περιεχόμενο της επιστολής, αντί να δώσει πολιτικές απαντήσεις;
Η χώρα δεν αντέχει άλλη μία υπόθεση που θα θαφτεί κάτω από τη γνωστή φράση «η Δικαιοσύνη θα κάνει τη δουλειά της». Η Δικαιοσύνη οφείλει να κάνει τη δική της δουλειά. Η κυβέρνηση οφείλει να κάνει τη δική της: να λογοδοτεί. Όχι να κρύβεται. Όχι να μετατρέπει κάθε σκάνδαλο σε επικοινωνιακό φάκελο. Όχι να αντιμετωπίζει την κοινωνία ως κοινό που ξεχνά.
Η παραίτηση Μπακογιάννη δεν είναι τέλος. Είναι αρχή. Είναι ακόμη ένας κρίκος σε μια αλυσίδα υποθέσεων που αποκαλύπτουν το πραγματικό πρόσωπο του λεγόμενου επιτελικού κράτους: συγκεντρωτισμός στην εξουσία, αδιαφάνεια στην ευθύνη, επικοινωνιακή ταχύτητα στην κάλυψη, θεσμική βραδύτητα στην κάθαρση.
Και το ερώτημα πλέον δεν αφορά μόνο τον παραιτηθέντα γενικό γραμματέα. Αφορά τον ίδιο τον πρωθυπουργό. Πόσα σκάνδαλα πρέπει να συσσωρευθούν ακόμη για να πάψει το Μέγαρο Μαξίμου να παριστάνει τον ανήξερο παρατηρητή; Πόσες φορές μπορεί μια κυβέρνηση να δηλώνει ότι δεν γνώριζε τίποτα για όσα συμβαίνουν κάτω από τη μύτη της; Και πόσες παραιτήσεις χρειάζονται μέχρι να ειπωθεί η απλή λέξη που λείπει από το λεξιλόγιο αυτής της εξουσίας: ευθύνη.
Πιο Δημοφιλή
Πιο Πρόσφατα
Ουγγαρία: Μείωση 40% στις αποδοχές βουλευτών
Μεγάλη προκήρυξη 1.131 θέσεων γιατρών