Σήμερα Γιορτάζουν:

ΓΙΑΝΝΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ

ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

Σκηνικό αλλαγής ατζέντας επιχειρεί το Μαξίμου εν μέσω κρίσης αξιοπιστίας

Εντείνεται το τελευταίο διάστημα η κινητικότητα γύρω από τον Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη και τον επικοινωνιακό μηχανισμό που τον περιβάλλει στο Μαξίμου, με παρατηρητές να κάνουν λόγο για μια καλά ενορχηστρωμένη επιχείρηση αλλαγής της πολιτικής ατζέντας. Η κυβέρνηση, σε συνεργασία με φιλοκυβερνητικά μέσα ενημέρωσης, φαίνεται να επενδύει σε μια συντονισμένη στρατηγική αναστροφής του αρνητικού κλίματος που διαμορφώθηκε μετά από αλλεπάλληλα γεγονότα που τραυμάτισαν την αξιοπιστία της.

Στην καρδιά της επικοινωνιακής αυτής προσπάθειας βρίσκεται η επιδίωξη να τεθεί στο περιθώριο το πολύνεκρο δυστύχημα των Τεμπών και οι βαριές πολιτικές ευθύνες που εξακολουθούν να το συνοδεύουν. Το αφήγημα της «φυγής προς τα εμπρός» προβάλλεται με ένταση από την κυβερνητική πλευρά, σε μια απόπειρα επαναφοράς της δημόσιας συζήτησης σε ελεγχόμενα πεδία, μακριά από ζητήματα που αναδεικνύουν θεσμικά ελλείμματα, διοικητικές ανεπάρκειες και ενδείξεις διαφθοράς.

Την ίδια ώρα, στον δημόσιο λόγο κυριαρχούν προβεβλημένα ρεπορτάζ για υποτιθέμενη ανοδική δυναμική της Νέας Δημοκρατίας στις μετρήσεις κοινής γνώμης. Δημοσκοπήσεις που φιλοξενούνται και προβάλουν τηλεοπτικά κανάλια εμφανίζουν το κυβερνών κόμμα να διατηρεί πρωτοκαθεδρία στο πολιτικό σκηνικό. Δημοσιογράφοι που διατηρούν στενούς δεσμούς με τον κυβερνητικό πυρήνα δεν διστάζουν να μιλήσουν με τόνο βεβαιότητας για επερχόμενη νίκη της ΝΔ, καλλιεργώντας ένα κλίμα τεχνητής αισιοδοξίας.

Ωστόσο, πίσω από το πέπλο των επιλεκτικών στοιχείων και της ρητορικής υπεροχής, πολλοί διακρίνουν έντονη αβεβαιότητα. Το ενδεχόμενο η ΝΔ να μη διασφαλίσει την αυτοδυναμία ή ακόμη και την πρωτιά, επαναφέρει στο προσκήνιο σενάρια συνεργασιών με πολιτικές δυνάμεις που έχουν διαφορετική ιδεολογική αφετηρία και πολιτικό προσανατολισμό. Το ενδεχόμενο αυτό προσθέτει πίεση στο πρωθυπουργικό επιτελείο, το οποίο καλείται να διαχειριστεί όχι μόνο το πολιτικό κόστος των σκανδάλων που απασχόλησαν την επικαιρότητα, αλλά και τη φθορά της κυβερνητικής εικόνας.

Ένα από τα πλέον πρόσφατα παραδείγματα κρίσης διαχείρισης είναι το σκάνδαλο που έχει ξεσπάσει γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με σοβαρές ενδείξεις κακοδιαχείρισης ευρωπαϊκών πόρων και διασπάθισης δημοσίου χρήματος. Το συγκεκριμένο περιστατικό έρχεται να προστεθεί σε μια σειρά από υποθέσεις που έχουν πλήξει τη συνοχή της κυβέρνησης και τη σχέση της με το κράτος δικαίου, εγείροντας ερωτήματα σχετικά με τις πρακτικές που ακολουθούνται στη διαχείριση των θεσμών και των δημόσιων πόρων.

Η συνολική εικόνα ενισχύεται από τις παρατηρήσεις αναλυτών και νομικών κύκλων, οι οποίοι κάνουν λόγο για απουσία ελέγχου και συστηματική καλλιέργεια πελατειακών σχέσεων με αδιαφανείς μηχανισμούς. Οι μηχανισμοί αυτοί φέρεται να εμπλέκονται σε έργα και προγράμματα που αφορούν τη διαχείριση κονδυλίων της Ε.Ε., δημιουργώντας ένα δίκτυο αλληλεξάρτησης που επηρεάζει τη διαφάνεια και τη λογοδοσία.

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, εταιρείες δημοσκοπήσεων φέρονται να διαδραματίζουν ρόλο σταθεροποίησης της κυβερνητικής αφήγησης. Μέσα από μεθοδολογίες που περιλαμβάνουν επιλογή συγκεκριμένων ερωτημάτων και σύνθεση προκατασκευασμένων τάσεων, επιχειρείται η δημιουργία μιας «εικονικής» πολιτικής πραγματικότητας. Σκοπός είναι η κατεύθυνση της κοινής γνώμης σε προβλέψιμες συμπεριφορές, προκαταλαμβάνοντας έτσι τη δημόσια στάση απέναντι στις εξελίξεις.

Η κριτική που ασκείται στο φαινόμενο αυτό δεν είναι καινούρια. Ο γάλλος φιλόσοφος Ζαν Μποντριγιάρ, ήδη από τις αρχές του 21ου αιώνα, προειδοποιούσε για τον ρόλο των δημοσκοπήσεων και των ΜΜΕ στη διαμόρφωση πολιτικών αυταπατών. Σύμφωνα με τη θεωρητική του προσέγγιση, οι δημοσκοπήσεις δεν αποτυπώνουν απλώς την πραγματικότητα, αλλά λειτουργούν ως μηχανισμοί προσομοίωσης: δημιουργούν μια «πραγματικότητα» που προεξοφλεί τη μελλοντική συμπεριφορά του εκλογικού σώματος. Παράγουν δηλαδή πολιτική εικόνα όχι ως αντανάκλαση της κοινωνίας, αλλά ως μια θεατρική σκηνοθεσία που παράγει αυταπάτες.

Κατά συνέπεια, η επαναλαμβανόμενη προβολή ανοδικών ποσοστών για την κυβέρνηση και η συστηματική απόκρυψη κρίσιμων θεμάτων της επικαιρότητας –όπως το ζήτημα των Τεμπών, οι παρακολουθήσεις, οι σκάνδαλα διαφθοράς και η ακρίβεια– συνθέτουν ένα σκηνικό επικοινωνιακής κυριαρχίας, που δεν συνοδεύεται απαραίτητα από ουσιαστική πολιτική σταθερότητα.

Το ερώτημα που προκύπτει αφορά την πραγματική πολιτική δυναμική της χώρας και το κατά πόσο αυτή αντανακλά τις ανάγκες και τις ανησυχίες των πολιτών ή αποτελεί το αποτέλεσμα ενός συνεχούς μηχανισμού παραπλάνησης. Όσο η πολιτική αντιμετωπίζεται ως πεδίο προσομοιώσεων και όχι ως πεδίο ευθύνης, η απόσταση ανάμεσα στους κυβερνώντες και την κοινωνία θα διευρύνεται. Και αυτή η απόσταση είναι που διαμορφώνει τις συνθήκες της αποσταθεροποίησης – όχι μόνο πολιτικά, αλλά και θεσμικά.

Ετικέτες: