3 Νοεμβρίου 2026

Σταθερό επιτόκιο 3% και πρόστιμα έως 5 εκατ. ευρώ για servicers

πρΑΙμ Σύνοψη Άρθρου

  • Σταθερό επιτόκιο 3% για ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες στον εξωδικαστικό μηχανισμό.
  • Το επιτόκιο παραμένει σταθερό για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, ανεξαρτήτως εξασφαλίσεων.
  • Αύξηση του μέγιστου προστίμου για servicers από 500.000 σε 5.000.000 ευρώ.
  • Τα πρόστιμα επιβάλλονται από την Τράπεζα της Ελλάδος για παραβάσεις του ν. 5072/2023.
  • Η ρύθμιση για το επιτόκιο ισχύει για καταβολές από 1/12/2026.

Ο υπουργός Οικονομικών, Κυριάκος Πιερρακάκης, ανακοίνωσε δύο σημαντικές νομοθετικές παρεμβάσεις κατά τη διάρκεια της συζήτησης του νομοσχεδίου για το ιδιωτικό χρέος και τη λειτουργία των εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων (servicers). Οι πρωτοβουλίες αυτές στοχεύουν στην ενίσχυση της προστασίας των δανειοληπτών και στην αυστηροποίηση του εποπτικού πλαισίου για τους servicers, με έμφαση στη μείωση του κόστους αποπληρωμής των οφειλών και στη βελτίωση της ασφάλειας και της προβλεψιμότητας των ρυθμίσεων.

Σταθερό επιτόκιο 3% για ευάλωτους και επιλέξιμους οφειλέτες

Η πρώτη τροπολογία εισάγει νέα παράγραφο 3Α στο άρθρο 14 του ν. 4738/2020, θεσπίζοντας σταθερό επιτόκιο 3% ετησίως για συμβάσεις αναδιάρθρωσης οφειλών προς χρηματοδοτικούς φορείς που συνάπτονται στο πλαίσιο του εξωδικαστικού μηχανισμού. Η ρύθμιση αφορά δύο κατηγορίες οφειλετών: α) όσους πληρούν τα κριτήρια του ευάλωτου οφειλέτη, σύμφωνα με την περ. α΄ του άρθρου 217 του ν. 4738/2020 και διαθέτουν τη σχετική βεβαίωση, και β) όσους χαρακτηρίζονται ως επιλέξιμοι, σύμφωνα με την περ. β΄ της παρ. 3 του άρθρου 14 του ίδιου νόμου, δηλαδή περιλαμβάνεται όλη η μεσαία τάξη.

Το επιτόκιο ορίζεται σε 3% ετησίως και παραμένει σταθερό καθ' όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, ανεξαρτήτως της ύπαρξης εμπράγματων ή άλλων ειδικών εξασφαλίσεων και ανεξαρτήτως της κατηγορίας του χρηματοδοτικού φορέα. Η εφαρμογή του σταθερού επιτοκίου καθίσταται υποχρεωτικός όρος της σύμβασης αναδιάρθρωσης. Επί του παρόντος, το επιτόκιο ανέρχεται σε 3% για τα πρώτα έτη για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και 4% για τα πρώτα τρία έτη για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, ενώ στη συνέχεια αυξάνεται σε κυμαινόμενο Euribor 3μήνου +2,5% για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και Euribor 3μήνου +3% για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Με το σημερινό επίπεδο του Euribor (2,67%), το επιτόκιο στον εξωδικαστικό μετά την τριετία θα διαμορφωνόταν σε 5,17% για οφειλές με εμπράγματες εξασφαλίσεις και 5,67% για οφειλές χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Με τη νέα ρύθμιση, για τις ανωτέρω κατηγορίες οφειλετών το επιτόκιο θα παραμείνει σταθερό στο 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, ανεξαρτήτως εμπράγματων εξασφαλίσεων. Η ρύθμιση ισχύει για καταβολές από 1/12/2026.

Για παράδειγμα, σε οφειλή 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 240 μηνών και χωρίς εφαρμογή του μηχανισμού step-up, στο ισχύον καθεστώς η μηνιαία δόση υπολογίζεται εκ νέου μετά την παρέλευση των πρώτων 36 μηνών, με βάση το υπόλοιπο της οφειλής και το νέο επιτόκιο για τους υπόλοιπους 204 μήνες. Στην περίπτωση εξασφαλισμένης απαίτησης 100.000 ευρώ, το ισχύον καθεστώς προβλέπει επιτόκιο 3% για τους πρώτους 36 μήνες με μηνιαία δόση 554,60 ευρώ, και επιτόκιο 5,176% για τους επόμενους 204 μήνες με μηνιαία δόση 653,50 ευρώ. Με το προτεινόμενο καθεστώς, το επιτόκιο παραμένει 3% και για τους 204 μήνες, με μηνιαία δόση 554,60 ευρώ. Στην περίπτωση ανεξασφάλιστης απαίτησης 100.000 ευρώ, το ισχύον καθεστώς προβλέπει επιτόκιο 4% για τους πρώτους 36 μήνες με μηνιαία δόση 605,98 ευρώ, και επιτόκιο 5,676% για τους επόμενους 204 μήνες με μηνιαία δόση 685,56 ευρώ. Με το προτεινόμενο καθεστώς, το επιτόκιο ορίζεται σε 3% για όλη τη διάρκεια, με μηνιαία δόση 554,60 ευρώ.

Η εφαρμογή σταθερού επιτοκίου 3% για όλη τη διάρκεια της ρύθμισης, αντί του ισχύοντος κυμαινόμενου επιτοκίου μετά την πρώτη τριετία, μειώνει ουσιαστικά το συνολικό κόστος εξυπηρέτησης των οφειλών. Ειδικότερα, για οφειλή 100.000 ευρώ με διάρκεια αποπληρωμής 20 ετών, το συνολικό όφελος για τον οφειλέτη ανέρχεται σε περίπου 20.200 ευρώ στην περίπτωση εξασφαλισμένης απαίτησης και 28.600 ευρώ στην περίπτωση ανεξασφάλιστης απαίτησης.

Αύξηση των προστίμων στους servicers

Η δεύτερη τροπολογία προβλέπει σημαντική αύξηση των επιβαλλόμενων προστίμων στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων σε περίπτωση παραβάσεων από την αρμόδια εποπτική αρχή, δηλαδή την Τράπεζα της Ελλάδος. Ενώ σήμερα το μέγιστο πρόστιμο ορίζεται στις 500.000 ευρώ, με τη νέα ρύθμιση ανέρχεται στα πέντε εκατομμύρια (5.000.000) ευρώ, δεκαπλασιάζοντας έτσι το ανώτατο όριο. Με τον τρόπο αυτό, καθίσταται σημαντικά επαχθέστερη για τους servicers η παραβίαση των υποχρεώσεών τους που απορρέουν από το θεσμικό πλαίσιο.

Η ρύθμιση αφορά τις περιπτώσεις προστίμων που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με το άρθρο 27 του νόμου 5072/2023 και ενδεικτικά περιλαμβάνει: τη μη πλήρωση της απαίτησης περί συμβατικής σχέσης μεταξύ διαχειριστή πιστώσεων και αγοραστή πιστώσεων ή τη σύναψη σύμβασης εξωτερικής ανάθεσης κατά παράβαση του άρθρου περί εξωτερικής ανάθεσης δραστηριοτήτων από διαχειριστή πιστώσεων, ή τη διάπραξη σοβαρής παράβασης της κείμενης νομοθεσίας από τον πάροχο πιστωτικών υπηρεσιών στον οποίο ανατίθενται οι δραστηριότητες διαχείρισης πιστώσεων εξωτερικά· τη μη πλήρωση των απαιτήσεων για το οργανωτικό πλαίσιο διακυβέρνησης και τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου, με αποτέλεσμα να μην εξασφαλίζεται ο σεβασμός των δικαιωμάτων του δανειολήπτη και η συμμόρφωση με τους κανόνες περί προστασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· την ανεπάρκεια της πολιτικής του διαχειριστή πιστώσεων για την ορθή μεταχείριση των δανειοληπτών σύμφωνα με τον νόμο· τις εσωτερικές διαδικασίες του διαχειριστή πιστώσεων που δεν προβλέπουν την καταγραφή και τον χειρισμό των παραπόνων των δανειοληπτών σύμφωνα με τις υποχρεώσεις που καθορίζονται στο νόμο· τη μη γνωστοποίηση από τον αγοραστή πιστώσεων που έχει έδρα στην Ελλάδα ή, εφόσον συντρέχει περίπτωση, από τον αντιπρόσωπο που έχει ορισθεί, των πληροφοριών περί ορισμού διαχειριστών πιστώσεων ή άλλων οντοτήτων και περί γνωστοποίησης στις αρμόδιες αρχές της μεταβίβασης πιστώσεων· τη μη συμμόρφωση του αγοραστή πιστώσεων με τις απαιτήσεις του νόμου περί υποχρεώσεων των αγοραστών πιστώσεων· τη μη συμμόρφωση του διαχειριστή πιστώσεων με τις απαιτήσεις του νόμου περί δυνατότητας κατοχής χρηματικών ποσών· και τη μη συμμόρφωση του αγοραστή ή διαχειριστή πιστώσεων με το νομικό πλαίσιο που αφορά τις σχέσεις με τους δανειολήπτες.

Σημειώνεται ότι η Τράπεζα της Ελλάδος μπορεί να υποβάλλει πρόστιμο για σωρεία παραβάσεων, ενώ οι παραβάσεις για τις οποίες υποβάλλει πρόστιμο η Τράπεζα της Ελλάδος είναι επιπρόσθετες των υποχρεώσεων που ορίζονται στο άρθρο 15 του υπό ψήφιση νομοσχεδίου και αφορούν ειδικότερα πρόστιμα από 50.000 έως 500.000 ευρώ που επιβάλλονται ανά δανειολήπτη από τη Γενική Γραμματεία Χρηματοπιστωτικού Τομέα και Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, σε περιπτώσεις που διενεργηθούν ενέργειες είσπραξης σε συνεπή δανειολήπτη ή δανειολήπτη που δεν καταβάλλει κάποιες δόσεις εξαιτίας της μη χορήγησης από τον πιστωτή ή τον διαχειριστή πιστώσεων των αναγκαίων στοιχείων.