30 Ιουνίου 2026

Στουρνάρας ασπίδα στις τράπεζες για τον αναβαλλόμενο φόρο

Σε ρόλο θεσμικού αναχώματος υπέρ των συστημικών τραπεζών εμφανίζεται η Τράπεζα της Ελλάδος, με τον Γιάννη Στουρνάρα να επιχειρεί να βάλει φρένο στη συζήτηση για ταχύτερη απόσβεση του αναβαλλόμενου φόρου. Η πρόταση που τέθηκε στο τραπέζι προέβλεπε διακοπή του συμψηφισμού των τραπεζικών κερδών από το 2028, με την παράλληλη απειλή έκτακτης εισφοράς, ώστε οι τράπεζες να αρχίσουν να αποδίδουν ουσιαστικούς φόρους στο Δημόσιο.

Η παρέμβαση της κεντρικής τράπεζας δείχνει καθαρά την προτεραιότητα που δίνεται στη σταθερότητα και την κεφαλαιακή εικόνα των τραπεζικών ομίλων, την ώρα που η κοινωνία εξακολουθεί να παρακολουθεί ένα προνομιακό καθεστώς φορολογικής μεταχείρισης να παραμένει ανέγγιχτο. Ο αναβαλλόμενος φόρος αποτέλεσε εργαλείο διάσωσης του τραπεζικού συστήματος μετά τις μεγάλες ζημιές της κρίσης, όμως η συνέχισή του διατηρεί ανοιχτό το πολιτικό ερώτημα της ισονομίας.

Η ΤτΕ βάζει μπροστά τα κεφάλαια των τραπεζών

Η επιχειρηματολογία της Τράπεζας της Ελλάδος επικεντρώνεται στις συνέπειες που θα είχε μια απότομη αλλαγή των χρονοδιαγραμμάτων για τους ισολογισμούς των τραπεζών. Η εποπτική αρχή προειδοποιεί ότι μια βίαιη επιτάχυνση της απόσβεσης θα οδηγούσε σε άμεση διαγραφή του αναπόσβεστου υπολοίπου, προκαλώντας σοβαρή πίεση στα ίδια κεφάλαια των πιστωτικών ιδρυμάτων.

Κατά την ΤτΕ, ένα τέτοιο σενάριο θα μπορούσε να δημιουργήσει κεφαλαιακά ελλείμματα, καθώς η απότομη μείωση των λογιστικών ιδίων κεφαλαίων θα έθετε υπό δοκιμασία τους υποχρεωτικούς εποπτικούς δείκτες. Με άλλα λόγια, οι τράπεζες θα κινδύνευαν να εμφανιστούν πιο αδύναμες απέναντι στις εποπτικές απαιτήσεις, γεγονός που θα επιβάρυνε την εικόνα τους στην αγορά.

Η κεντρική τράπεζα συνδέει επίσης το ζήτημα με τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και την ασφάλεια των καταθέσεων, επισημαίνοντας ότι οποιαδήποτε αναταραχή στα κεφάλαια των τραπεζών θα μπορούσε να επηρεάσει συνολικά την εμπιστοσύνη στο σύστημα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι οι κεφαλαιακές απώλειες θα περιόριζαν τη δυνατότητα χορήγησης νέων δανείων, πλήττοντας την πιστωτική επέκταση προς την πραγματική οικονομία.

Η ανάγνωση αυτή φωτίζει μόνο τη μία πλευρά του προβλήματος. Από την πλευρά των τραπεζών, η ταχεία απόσβεση του DTC εμφανίζεται ως κίνδυνος για τη σταθερότητα. Από την πλευρά του Δημοσίου και των φορολογουμένων, όμως, η παράταση ενός εξαιρετικά ευνοϊκού καθεστώτος σημαίνει ότι μεγάλα τραπεζικά κέρδη συνεχίζουν να συμψηφίζονται, χωρίς να αποδίδονται οι φόροι που θα κατέβαλλαν άλλοι κλάδοι της οικονομίας.

Μερίσματα, επενδυτική εικόνα και το προνόμιο του DTC

Η Τράπεζα της Ελλάδος υπενθυμίζει ότι οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εφαρμόζουν ήδη από το 2025 ένα ελεγχόμενο μοντέλο επιταχυνόμενης απόσβεσης για εποπτικούς σκοπούς. Η διαδικασία αυτή γίνεται μέσω εσωτερικής προσαρμογής, η οποία μειώνει τα εποπτικά κεφάλαια κατά ποσό ίσο με το 29% της πρόβλεψης για τη διανομή μερισμάτων στους μετόχους.

Το σχήμα αυτό λειτουργεί ως τεχνικό μαξιλάρι, επιτρέποντας στις τράπεζες να διατηρούν ανέπαφη την κερδοφορία τους και ταυτόχρονα να εμφανίζουν σταδιακή προσαρμογή απέναντι στο ζήτημα του αναβαλλόμενου φόρου. Στην πράξη, η μέριμνα για τα μερίσματα και την επενδυτική εικόνα προηγείται της απαίτησης να επιταχυνθεί η επιστροφή φορολογικών εσόδων στο κράτος.

Η διοίκηση της ΤτΕ προειδοποιεί ότι επιδείνωση των οικονομικών στοιχείων των τραπεζών θα έπληττε το προφίλ τους στο εξωτερικό και θα δυσκόλευε την προσέλκυση ξένων κεφαλαίων. Επικαλείται ακόμη την ανάγκη προστασίας της ασφάλειας δικαίου, αντιμετωπίζοντας τη φερεγγυότητα του τραπεζικού κλάδου ως κεντρικό πυλώνα της οικονομικής σταθερότητας.

Ο αναβαλλόμενος φόρος, ωστόσο, δεν είναι ουδέτερη τεχνική λεπτομέρεια. Είναι ένα προνομιακό λογιστικό καθεστώς που δόθηκε στις τράπεζες για να απορροφήσουν τις τεράστιες ζημιές της κρίσης, από το PSI και τις διαγραφές κόκκινων δανείων. Μέσω αυτού, οι τράπεζες μπορούν για μεγάλο χρονικό διάστημα να συμψηφίζουν κέρδη χωρίς να πληρώνουν τους αναλογούντες φόρους.

Η στάση της Τράπεζας της Ελλάδος επιβεβαιώνει ότι κάθε προσπάθεια ανατροπής αυτού του πλαισίου συναντά ισχυρές αντιστάσεις. Το τραπεζικό σύστημα προστατεύεται με το επιχείρημα της σταθερότητας, ενώ η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί ότι οι ίδιες τράπεζες που επέστρεψαν σε κερδοφορία χρειάζονται ακόμη ειδική φορολογική μεταχείριση.

Το ζήτημα δεν είναι μόνο τεχνικό ή εποπτικό. Είναι βαθιά πολιτικό. Αφορά το ποιος πληρώνει, ποιος απαλλάσσεται και ποιος τελικά απολαμβάνει την προστασία του κράτους όταν οι οικονομικές συνθήκες αλλάζουν. Η παρέμβαση Στουρνάρα δείχνει ότι, στο δίλημμα ανάμεσα στη φορολογική ισότητα και τη θωράκιση των τραπεζικών ομίλων, η κεντρική τράπεζα επιλέγει καθαρά τη δεύτερη πλευρά.