Στους ανακριτές οι βασικοί κατηγορούμενοι για το κύκλωμα λαθραίων τσιγάρων

Στις ανακριτικές αρχές οδηγούνται σήμερα τα πρόσωπα που φέρονται να είχαν κεντρικό ρόλο σε οργανωμένη εγκληματική οργάνωση με αντικείμενο τη λαθρεμπορία τσιγάρων, δραστηριότητα από την οποία προέκυψαν κέρδη εκατομμυρίων ευρώ. Τα μέλη της ομάδας χρησιμοποιούσαν ψευδώνυμα στις μεταξύ τους επικοινωνίες, με τον επικεφαλής να αποκαλείται «Πούτιν» και άλλα στελέχη να είναι γνωστά ως «Πρόεδρος», «Μαυρούλης» ή «Καραμέλας», «Μουσάτος» και «Μπαμπουίνος».

Η υπόθεση άρχισε να απασχολεί τις διωκτικές αρχές στα τέλη Δεκεμβρίου του 2024, ύστερα από καταγγελία που ανέφερε τη δράση εγκληματικής οργάνωσης στην περιοχή της Παρασκευής και τη διακίνηση μεγάλων ποσοτήτων λαθραίων τσιγάρων. Σύμφωνα με τα στοιχεία της αναφοράς, τον συντονισμό του κυκλώματος είχαν δύο αδέλφια, τα οποία φέρονται να καθοδηγούσαν το σύνολο της δραστηριότητας.

Η καταγγελία περιείχε πληροφορίες για τη δομή του κυκλώματος και για τον τρόπο με τον οποίο πραγματοποιούνταν οι μεταφορές από συγκεκριμένο χώρο. Σχεδόν έναν χρόνο αργότερα, στις αρχές έφθασε νέα καταγγελία, αυτή τη φορά τηλεφωνική, με αναφορές σε συγκεκριμένα πρόσωπα και λεπτομέρειες για τον τρόπο δράσης της οργάνωσης.

Η έρευνα οδήγησε στον εντοπισμό χώρων που χρησιμοποιούνταν για την παράνομη επεξεργασία καπνού και την παραγωγή τσιγάρων. Συνολικά καταγράφηκαν έντεκα εγκαταστάσεις με εξειδικευμένο εξοπλισμό σε περιοχές του Αυλώνα Αττικής, στο Άρμα Βοιωτίας, καθώς και σε Δροσιά, Βαθύ Ευβοίας, Αλίαρτο, Αυλίδα και Οινόφυτα.

Για τη μεταφορά των λαθραίων προϊόντων χρησιμοποιούνταν φορτηγά και επιβατικά οχήματα, ορισμένα με πολωνικές πινακίδες κυκλοφορίας. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εντοπίστηκαν έξι φορτηγά και δεκαπέντε αυτοκίνητα, με δύο από αυτά να είναι μισθωμένα.

Παράλληλα, οι οικονομικοί έλεγχοι αποκάλυψαν στοιχεία που αφορούν εικονικές συναλλαγές και τιμολόγια. Στα δεδομένα της δικογραφίας καταγράφεται ότι, από τις 26 Σεπτεμβρίου 2025 έως σήμερα, πραγματοποιήθηκαν τουλάχιστον δεκαπέντε παραδόσεις φορτίων λαθραίων τσιγάρων στο πλαίσιο διεθνικής λαθρεμπορικής δραστηριότητας.

Οι ποσότητες που διακινήθηκαν ήταν ιδιαίτερα μεγάλες. Σε μία μόνο παράδοση, στις 30 Ιανουαρίου 2026, εντοπίστηκαν τέσσερα εκατομμύρια τεμάχια λαθραίων τσιγάρων, συσκευασμένα σε τετρακόσια κιβώτια.

Σύμφωνα με τις αρχές, τα μέλη της οργάνωσης είχαν αναπτύξει συγκεκριμένες πρακτικές για την αποφυγή ελέγχων. Κατασκεύαζαν πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα με στοιχεία ανύπαρκτων προσώπων και δηλωμένους τόπους γέννησης σε χώρες όπως η Γερμανία, η Τσεχία, η Πολωνία, η Ουγγαρία και η Κύπρος. Τα έγγραφα αυτά κατατίθεντο σε ΔΟΥ, προκειμένου να εκδοθούν ΑΦΜ και να συσταθούν εταιρείες.

Μέσω των εταιρειών αυτών νοικιάζονταν οχήματα και χώροι που χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες του κυκλώματος. Η οργάνωση είχε κατανείμει συγκεκριμένους ρόλους στα μέλη της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα τον αποκαλούμενο «Πρόεδρο», ο οποίος είχε την εποπτεία των καμερών ασφαλείας, την καταγραφή πληροφοριών και τον συνεχή συντονισμό της παραγωγής και της διακίνησης των λαθραίων τσιγάρων.

Για την παροχή πληροφοριών σχετικά με κινήσεις που κρίνονταν ύποπτες, προβλεπόταν χρηματική αμοιβή ύψους 500 ευρώ. Ήδη στην υπόθεση έχουν καταγραφεί δύο προφυλακίσεις, μετά τις απολογίες των πρώτων δεκατριών κατηγορουμένων που πραγματοποιήθηκαν την Τρίτη.