Σήμερα Γιορτάζουν:

ΤΙΤΟΣ

2 Φεβρουαρίου 2026

Η αντιπολίτευση βλέπει “κλείδωμα” πολιτικών επιλογών και θεσμική ολίσθηση πίσω από την Αναθεώρηση»

Ως κορυφαία πολιτική και ιστορική μάχη, με σαφές ιδεολογικό και στρατηγικό πρόσημο, παρουσίασε τη συνταγματική αναθεώρηση ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης, απορρίπτοντας ρητά το ενδεχόμενο μιας «διεκπεραιωτικής» διαδικασίας και θέτοντας στο επίκεντρο τον στόχο της θεσμικής θωράκισης της χώρας απέναντι –όπως είπε– στον λαϊκισμό.

Σε τοποθετήσεις του, ο κ. Μαρινάκης ξεκαθάρισε ότι η συνταγματική αναθεώρηση δεν αφορά απλώς την τρέχουσα κοινοβουλευτική περίοδο, αλλά εκτείνεται και στην επόμενη Βουλή, καλώντας όλα τα κόμματα να «αναμετρηθούν με την ιστορία» και να δώσουν απαντήσεις στους πολίτες για το ποια Ελλάδα οραματίζονται μετά το 2030. Το διακύβευμα, σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, είναι αν η χώρα θα προχωρήσει μπροστά ή αν θα «μείνει κολλημένη στο παρελθόν».

Δημοσιονομική πειθαρχία και «λαϊκιστές στα βράχια»

Πρώτη και κεντρική προτεραιότητα που έθεσε η κυβέρνηση είναι η κατοχύρωση της δημοσιονομικής ισορροπίας σε συνταγματικό επίπεδο. Ο κ. Μαρινάκης μίλησε ανοιχτά για την ανάγκη αποτροπής πολιτικών που οδήγησαν τη χώρα στη χρεοκοπία, χρησιμοποιώντας ιδιαίτερα αιχμηρή φρασεολογία.

«Να μην επιτρέψουμε ξανά η χώρα μας να βρεθεί στα βράχια από τους επόμενους λαϊκιστές, τους θιασώτες του “λεφτά υπάρχουν”, τους εμπόρους ελπίδας», ανέφερε χαρακτηριστικά, δίνοντας το στίγμα της κυβερνητικής στρατηγικής. Όπως τόνισε, στόχος είναι να μην μπορούν να ψηφίζονται προϋπολογισμοί που εκτρέπουν τα δημόσια οικονομικά και παράγουν υπερβολικά ελλείμματα, ακόμη κι αν αυτό έχει πρόσκαιρο πολιτικό κόστος.

Άρθρο 86: Ρήξη με τη λογική της κοινοβουλευτικής ασυλίας

Δεύτερη κορυφαία προτεραιότητα αποτελεί η αναθεώρηση του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος υποστήριξε ότι η παραπομπή κυβερνητικών στελεχών στη Δικαιοσύνη δεν μπορεί να εξαρτάται από τις εκάστοτε κοινοβουλευτικές πλειοψηφίες.

«Δεν πρέπει να είναι αποκλειστική αρμοδιότητα που περνά από το φίλτρο των κομματικών συσχετισμών», σημείωσε, αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός μεικτού συστήματος ελέγχου, στο οποίο θα συμμετέχουν και δικαστικοί λειτουργοί. Όπως είπε, φίλτρα υπάρχουν σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά δεν ταυτίζονται με την απόλυτη κυριαρχία της Βουλής.

Άρθρο 16 και «χαμένη ευκαιρία» του 2008

Αναφορά έγινε και στο άρθρο 16, με τον κ. Μαρινάκη να υπογραμμίζει ότι η Ελλάδα παραμένει διεθνής εξαίρεση στο ζήτημα της ανώτατης εκπαίδευσης. «Να μη χαθεί άλλη μια ευκαιρία, όπως χάθηκε στη συνταγματική αναθεώρηση του 2008», ανέφερε, συνδέοντας την αλλαγή του άρθρου με ευρύτερες παρεμβάσεις στη Δικαιοσύνη και την ανάγκη διαμόρφωσης ευρύτερων συναινέσεων.

Αξιολόγηση στο Δημόσιο και συνταγματική κατοχύρωση

Ιδιαίτερο βάρος έδωσε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος στην αξιολόγηση στο Δημόσιο, ξεκαθαρίζοντας ότι πρόκειται για διαφορετικό ζήτημα από τα πειθαρχικά παραπτώματα και τις απολύσεις.

Όπως τόνισε, σήμερα ένας δημόσιος υπάλληλος μπορεί να απολυθεί για σοβαρό πειθαρχικό παράπτωμα, χωρίς να απαιτείται συνταγματική αναθεώρηση. Η κυβερνητική πρωτοβουλία, ωστόσο, αφορά –όπως είπε– τη θεσμοθέτηση μιας διαρκούς αξιολόγησης της αποδοτικότητας, της συνέπειας και της αποτελεσματικότητας, η οποία δεν θα συνδέεται κατ’ ανάγκη με απολύσεις, αλλά και με επιβράβευση.

Η πρόθεση της κυβέρνησης είναι η αξιολόγηση να ενταχθεί ρητά στο Σύνταγμα, ώστε –κατά τον κ. Μαρινάκη– να προστατευτεί η χώρα από μελλοντικές κυβερνήσεις «λαϊκιστών» που θα μπορούσαν, για λόγους πολιτικής ευκολίας, να την καταργήσουν και να εξισώσουν τους πάντες στο Δημόσιο.

Συναίνεση, επιστολή Μητσοτάκη και πολιτικά μηνύματα

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος επανέλαβε ότι η συνταγματική αναθεώρηση είναι αυστηρά κοινοβουλευτική και όχι κυβερνητική διαδικασία, επιμένοντας ότι η συναίνεση απαιτεί χρόνο, διάλογο και ουσία. «Στο τέλος της ημέρας θα μετρήσει η ουσία», σημείωσε, προαναγγέλλοντας σαφείς τοποθετήσεις όλων των κομμάτων.

Αναφερόμενος στην επιστολή του Κυριάκος Μητσοτάκης προς τους βουλευτές της ΝΔ, διευκρίνισε ότι απευθυνόταν αποκλειστικά στην Κοινοβουλευτική Ομάδα, στο πλαίσιο της εσωκομματικής διαμόρφωσης της πρότασης πριν από τον ευρύτερο διάλογο.

Αιχμές για το παρελθόν και τον Τσίπρα

Τέλος, σχολιάζοντας δηλώσεις της κυρίας Αλεξοπούλου, ο κ. Μαρινάκης επιχείρησε να αποσυνδέσει την κυβερνητική ρητορική από τους πολίτες, τονίζοντας ότι ο ελληνικός λαός υπέστη τεράστιες θυσίες στα χρόνια των μνημονίων. Παράλληλα, απέδωσε τη συγκεκριμένη πολιτική λογική σε «μαξιμαλιστικές πολιτικές» που, όπως είπε, ξεκίνησαν από το ΠΑΣΟΚ της δεκαετίας του ’80 και κορυφώθηκαν επί διακυβέρνησης Αλέξης Τσίπρας, με την «υπερήφανη διαπραγμάτευση».

Το μήνυμα της κυβέρνησης είναι σαφές: η συνταγματική αναθεώρηση αντιμετωπίζεται ως πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης και πολιτικής κληρονομιάς, με σαφείς διαχωριστικές γραμμές απέναντι στο παρελθόν και στους πολιτικούς της αντιπάλους.

Οι ανησυχίες της αντιπολίτευσης: «Αναθεώρηση με ιδεολογικό πρόσημο και κρυφή ατζέντα»

Την ίδια ώρα, έντονες αντιδράσεις και βαθιά καχυποψία προκαλεί στους κόλπους της αντιπολίτευσης το πλαίσιο και οι προτεραιότητες που θέτει η κυβέρνηση για τη συνταγματική αναθεώρηση. Κόμματα της αντιπολίτευσης κάνουν λόγο για μια διαδικασία με σαφές ιδεολογικό φορτίο, η οποία –όπως υποστηρίζουν– δεν αποσκοπεί στη θεσμική θωράκιση της Δημοκρατίας, αλλά στη συνταγματική κατοχύρωση νεοφιλελεύθερων επιλογών και στον περιορισμό πολιτικών εναλλακτικών στο μέλλον.

Στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ εκφράζουν την ανησυχία ότι πίσω από τη ρητορική περί «δημοσιονομικής πειθαρχίας» επιχειρείται η συνταγματική δέσμευση της οικονομικής πολιτικής, με τρόπο που θα ακυρώνει στην πράξη τη λαϊκή κυριαρχία και τη δυνατότητα μιας μελλοντικής κυβέρνησης να ασκήσει διαφορετική δημοσιονομική στρατηγική. Όπως σημειώνουν, η εμπειρία της κρίσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται ως μόνιμο επιχείρημα για την επιβολή ενός οικονομικού δόγματος «χωρίς εναλλακτική».

Παράλληλα, σοβαρές επιφυλάξεις διατυπώνονται για την πρόταση αναθεώρησης του άρθρου 86. Αν και η αντιπολίτευση αναγνωρίζει τη στρέβλωση που έχει προκαλέσει το ισχύον καθεστώς ευθύνης υπουργών, εκφράζεται φόβος ότι η κυβέρνηση επιδιώκει να εμφανιστεί ως μεταρρυθμιστική δύναμη, χωρίς να ξεκαθαρίζει επαρκώς τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας και δικαιοκρατικής ισορροπίας του νέου σχήματος. «Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποιος αποφασίζει, αλλά και ποιος ελέγχει τον ελεγκτή», σημειώνουν χαρακτηριστικά.

Ιδιαίτερα αιχμηρή είναι η κριτική για την πρόθεση συνταγματικής κατοχύρωσης της αξιολόγησης στο Δημόσιο. Από την πλευρά του ΠΑΣΟΚ – Κίνημα Αλλαγής επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποκομμένα από τις χρόνιες παθογένειες της Δημόσιας Διοίκησης, όπως η υποστελέχωση, η έλλειψη επιμόρφωσης και η πολιτική παρέμβαση στη διοικητική ιεραρχία. Εκφράζεται, μάλιστα, ο φόβος ότι η συνταγματική πρόβλεψη θα λειτουργήσει ως εργαλείο πίεσης και πειθάρχησης των δημοσίων υπαλλήλων, ιδίως σε περιόδους κοινωνικής έντασης.

Ακόμη πιο σκληρή είναι η στάση του ΚΚΕ, το οποίο απορρίπτει συνολικά τη λογική της αναθεώρησης, κάνοντας λόγο για «Σύνταγμα προσαρμοσμένο στις ανάγκες της αγοράς και των μεγάλων συμφερόντων». Σύμφωνα με την κριτική του κόμματος, τόσο οι παρεμβάσεις στα δημοσιονομικά όσο και η αλλαγή του άρθρου 16 και η αξιολόγηση στο Δημόσιο συνιστούν ένα ενιαίο σχέδιο περιορισμού κοινωνικών δικαιωμάτων και ενίσχυσης της επιχειρηματικής λειτουργίας του κράτους.

Κοινός παρονομαστής των αντιδράσεων είναι η ανησυχία ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τη συνταγματική αναθεώρηση σε μηχανισμό «κλειδώματος» πολιτικών επιλογών, δεσμεύοντας όχι μόνο την επόμενη Βουλή αλλά και τις επόμενες γενιές. Όπως τονίζουν στελέχη της αντιπολίτευσης, το Σύνταγμα δεν μπορεί να λειτουργεί ως εργαλείο ιδεολογικής επικράτησης μιας παράταξης, αλλά ως πεδίο ευρείας συναίνεσης και εγγύηση δημοκρατικής εναλλαγής.

Σε αυτό το κλίμα, η συζήτηση για την αναθεώρηση προμηνύεται μακρά, συγκρουσιακή και βαθιά πολιτική, με την αντιπολίτευση να προειδοποιεί ότι πίσω από τους υψηλούς τόνους περί «λαϊκισμού» και «υπευθυνότητας» διακυβεύονται κρίσιμες ισορροπίες του δημοκρατικού πολιτεύματος.